| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55295 | φορτικότητα | φορ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φορτικού: Με ρωτούσε με ~. Επέμεναν με ~ να πάω μαζί τους. Πβ. ενοχλητικότητα. Βλ. -ότητα. [< πβ. αρχ. φορτικότης 'χυδαιότητα'] | |
| 55296 | φορτίο | φορ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. το βάρος ή η ποσότητα που μεταφέρει ή στηρίζει κάποιος ή κάτι: ελαφρύ/ξηρό/ρυμουλκούμενο/υπέρβαρο ~. ~ τροφίμων. Μεταφορά ~ου (βλ. καρότσι, παλέτα, τρέιλερ, υποζύγιο, φορτηγό). Νταλίκα με ~ ... τόνων. Πλοίο με παράνομο/ύποπτο ~. Ανύψωση ~ων (βλ. ασανσέρ, γερανός). Πβ. φόρτωμα.|| (ΑΡΧΙΤ.) Το ~ που δέχεται μια κατασκευή.|| (ΦΥΣ.) Δυναμικό/εφελκυστικό/θερμικό/θλιπτικό/στατικό ~. ~ θραύσης (συρματόσχοινου). Κρίσιμο ~ (λυγισμού). Βλ. καταπόνηση.|| (ΙΑΤΡ.) Αμυλούχες τροφές με υψηλό γλυκαιμικό ~. Επιδημιολογικό ~. || (ΓΛΩΣΣ.) Ιδεολογικό ~ (του κειμένου). Εννοιολογικό/νοηματικό/σημασιολογικό ~ (της λέξης). Πβ. περιεχόμενο, σημασία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε επιβαρύνει κάποιον ψυχολογικά· ευθύνη, υποχρέωση: δυσβάσταχτο/επαχθές/συγκινησιακό/συναισθηματικό ~. Έχει πέσει/κουβαλά βαρύ ~ στις πλάτες του (πβ. φόρτος). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικό φορτίο: ΗΛΕΚΤΡ. η ποσότητα ηλεκτρισμού που φέρει κυρ. κάθε στοιχειώδες σωματίδιο (σύμβ. Q ή q): αρνητικό (βλ. ηλεκτρόνιο)/θετικό (βλ. πρωτόνιο) ~ ~. Αρχή διατήρησης του ~ού ~ου. Βλ. ηλεκτροσκόπιο.|| Επαγωγικό/χωρητικό/ωμικό φορτίο (κυκλώματος). [< γαλλ. charge électrique] , ιικό φορτίο βλ. ιικός, ωφέλιμο φορτίο/βάρος βλ. ωφέλιμος [< αρχ. φορτίον, γαλλ.-αγγλ. charge] | |
| 55297 | φόρτιση | φόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. τροφοδότηση με ηλεκτρικό φορτίο: γρήγορη/πλήρης/ταχεία (= ταχυ~) ~. ~ της μπαταρίας. Καλώδιο/λυχνία/ρυθμιστές ~ης. Βάση ~ης (ασύρματου τηλεφώνου). ΑΝΤ. εκ~. Βλ. επανα~, υπερ~.|| (ΑΘΛ.) ~ υδατανθράκων (: οποιαδήποτε πρακτική έχει ως στόχο την αύξηση των αποθεµάτων γλυκογόνου των µυών και του ήπατος των αθλητών πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα). ΑΝΤ. αποφόρτιση (1) 2. (μτφ.) δημιουργία έντασης, επιβάρυνση: συγκινησιακή/συναισθηματική/ψυχική ~. ~ της ατμόσφαιρας/του κλίματος. ΑΝΤ. απο~. Βλ. επι~.|| Κείμενο με ιδεολογική ~. Λέξεις με αρνητική ~ (: σημασία, χροιά). Πβ. ηλέκτριση, όξυνση. 3. ΜΗΧΑΝ. επιβολή, εναπόθεση φορτίου σε κατασκευή: αξονική/δοκιμαστική/δυναμική/σεισμική/στατική ~. ~ και καταπόνηση/παραμόρφωση. [< γαλλ.-αγγλ. charge] | |
| 55298 | φορτίσιμο | φορ-τί-σι-μο επίρρ.: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) πολύ δυνατά (σύμβ. ff). Βλ. φόρτε. ΑΝΤ. πιανίσιμο ● Ουσ.: φορτίσιμο (το) 1. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που εκτελείται πολύ δυνατά: Το κομμάτι καταλήγει σ' ένα ~. 2. (σπάν.-μτφ.) αποκορύφωμα: στο ~ (= ζενίθ) της ζωής. Βλ. κρεσέντο. [< ιταλ. fortissimo] | |
| 55299 | φορτιστής | φορ-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή φόρτισης: αυτόματος/επιτοίχιος/επιτραπέζιος/ηλιακός ~. ~ αυτοκινήτου/κινητού/πολλαπλής τάσης/πρίζας/ταξιδίου. Βλ. ταχυ~. [< αγγλ. charger] | |
| 55300 | φορτοεκφόρτωση | φορ-το-εκ-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φόρτωση προϊόντων σε μεταφορικό μέσο και εκφόρτωση από αυτό: ~ εμπορευμάτων. ~ µε µηχανικά µέσα (βλ. φορτωτήρας)/τα χέρια. Σταθμός/υπηρεσίες ~ης. Επιτρέπεται η στάση για ~.|| (Άμεση) ~ πλοίου. | |
| 55301 | φορτοεκφορτωτής | φορ-το-εκ-φορ-τω-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργάτης που εκτελεί φορτοεκφορτώσεις: ~ές λιμένων/ξηράς. Πβ. αχθοφόρος. | |
| 55302 | φόρτος | φόρ-τος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): καθετί που αποτελεί πρόσθετο βάρος για κάποιον, που τον επιβαρύνει: αυξηµένος/επαγγελματικός/συναισθηματικός ~. Διοικητικός ~ επιχειρήσεων (βλ. γραφειοκρατία). Πβ. φορτίο, φόρτωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρικός/στομαχικός ~ (βλ. βαρυστομαχιά). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακός φόρτος (επίσ.): (δείκτης απεικόνισης της κινητικότητας σε έναν αυτοκινητόδρομο) ο αριθμός οχημάτων που διέρχονται από μια διατομή οδού μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ανά ώρα: μεγάλος ~ ~ (= αυξημένη κίνηση) στην εθνική οδό., φόρτος εργασίας 1. υπερβολικά πολλή δουλειά: υψηλός ~ ~. Η συνάντηση αναβάλλεται λόγω ~ου ~. Βλ. υπεραπασχόληση. 2. (ειδικότ.) το σύνολο των εργασιών που πρέπει να φέρει σε πέρας κάποιος, συνήθ. μέσα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα: Σε κάθε μάθημα του εξαμήνου αναλογεί συγκεκριμένος ~ ~. [< αγγλ. workload, 1946] [< αρχ. φόρτος ‘φορτίο, εμπόρευμα’] | |
| 55303 | φόρτσα | φόρ-τσα επίρρ. (λαϊκό): (ως προτροπή, ενθάρρυνση) δυνατά, έντονα: ~ για τη νίκη! [< ιταλ. forza] | |
| 55304 | φορτσάρισμα | φορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. εντατικοποίηση της προσπάθειας: Με λίγο ~, θα τα καταφέρεις. 2. ΓΕΩΠ. πρόκληση πρώιμης ανάπτυξης ή ανθοφορίας ενός φυτού με τεχνητό τρόπο: Βάζω τους βολβούς στο ψυγείο για ~. Βλ. -ισμα. | |
| 55305 | φορτσάρω | φορ-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {φόρτσαρ-α (σπάν.) φορτσάρ-ισα, -οντας, (σπάν.) -ισμένος} (προφ.): βάζω τα δυνατά μου, εντείνω την προσπάθεια: ~ε λίγο πριν τις εξετάσεις και πέρασε. [< ιταλ. forzare] | |
| 55306 | φορτσάτος | , η, ο [φορτσᾶτος] φορ-τσά-τος επίθ. (προφ.): ορμητικός: Μπήκε ~ (= φουριόζος) μέσα/(για ομάδα:) ~η στο παιχνίδι.|| ~ο: ξεκίνημα (= δυνατό). Βλ. -άτος. ● επίρρ.: φορτσάτα [< ιταλ. forzato] | |
| 55307 | φόρτωμα | φόρ-τω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. τοποθέτηση φορτίου· συνεκδ. το ίδιο το φορτίο: σωστή κατανομή του βάρους κατά το ~. ΣΥΝ. φόρτωση. ΑΝΤ. ξε~.|| Ένα ~ ξύλα. Βλ. ξυλο~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. φόρτωση: ~ της ιστοσελίδας/του προγράμματος. ● ΦΡ.: γίνομαι/είμαι βάρος/φόρτωμα (σε κάποιον) βλ. βάρος [< μεσν. φόρτωμα] | |
| 55308 | φορτώνω | φορ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φόρτω-σα, φορτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φορτών-οντας} 1. τοποθετώ φορτίο σε κάτι ή το δίνω σε κάποιον, για να το μεταφέρει: ~σαν τις αποσκευές στο αυτοκίνητο.|| Το καράβι ~σε και σάλπαρε. ΑΝΤ. εκ~.|| Με ~σε (με) ένα σωρό σακούλες. ~θήκαμε (με) τα απαραίτητα και ξεκινήσαμε. Πού πας ~μένος με τόσα βιβλία; Ήρθε ~μένος (με) δώρα. ΑΝΤ. ξεφορτώνω 2. (μτφ.) γεμίζω κάτι υπερβολικά ή του προσθέτω πολλά και περιττά στοιχεία: Μη ~εις το στομάχι σου (ενν. με φαγητό)!|| (ΤΗΛΕΠ.) ~μένο: δίκτυο. ~μένες: γραμμές. Βλ. υπερ~.|| ~μένη: διακόσμηση (ΑΝΤ. λιτή). ~μένο: ντύσιμο (: με πολλά αξεσουάρ· ΑΝΤ. απλό). Βλ. βαρυφορτωμένος. 3. (μτφ.) επιβαρύνω: Τους ~σε (με) μπόλικη δουλειά. Δεν θέλω να σε ~σω με τα προβλήματά μου. Έχει ~θεί (= επωμιστεί) τα οικογενειακά βάρη.|| ~μένη: ατζέντα/μέρα (: με πολλές υποχρεώσεις). Έχω ~μένο πρόγραμμα (= βεβαρημένο). Βλ. απο~.|| (για ανεπιθύμητο πρόσ.) Τι μου τον ~σες τώρα! Τον ~θήκαμε στις διακοπές. 4. (μτφ.) επιρρίπτω, καταλογίζω: Του ~σαν το έγκλημα. Τα ~σαν όλα σε αυτόν. Σταμάτα να ~εις (= ρίχνεις) τις αποτυχίες/τα λάθη/το φταίξιμό σου στους άλλους. ΣΥΝ. χρεώνω (2) 5. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω δεδομένα στην κύρια μνήμη ή στον κεντρικό επεξεργαστή: ~ ένα πρόγραμμα.|| Η σελίδα αργεί να ~σει. Βλ. κατα~, μετα~, τηλε~. 6. (προφ.) εκνευρίζομαι, νευριάζω: Σταμάτα, γιατί έχω αρχίσει και ~ (= τα παίρνω).|| Μη με ~εις περισσότερο! 7. (σπάν.) φορτίζω: Περίμενε, μέχρι να ~σει η μπαταρία. ● ΦΡ.: φορτώνομαι σε κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): γίνομαι βάρος σε κάποιον, προκαλώ ενόχληση συνήθ. με την επίμονη συμπεριφορά μου: Μας ~εται κάθε φορά που δεν έχει με ποιον να βγει. Του ~θηκαν στο σπίτι ένα σωρό άγνωστοι (πβ. κουβαλιέμαι)., φορτώνομαι στην πλάτη μου (μτφ.-προφ.): επιφορτίζομαι, επωμίζομαι: Έχει ~θεί ~ του όλες τις ευθύνες., τα φόρτωσε στον κόκορα βλ. κόκορας [< μεσν. φορτώνω 5: αγγλ. load, 1953] | |
| 55309 | φόρτωση | φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εναπόθεση φορτίου σε κάτι, προκειμένου να μεταφερθεί: ~ των αποσκευών στο αεροπλάνο.|| ~ του πλοίου (με εμπορεύματα). Βλ. υπερ~, φορτοεκ~. ΣΥΝ. φόρτωμα (1) ΑΝΤ. αποφόρτωση, εκφόρτωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά δεδομένων σε ψηφιακό μέσο: αργή/γρήγορη ~. ~ αρχείων/δεδομένων/εικόνων/ιστοσελίδας. Βλ. κατα~, μετα~, τηλε~. ΣΥΝ. φόρτωμα (2) 3. (σπάν.) φόρτιση: ~ της μπαταρίας. [< 1: μεσν. φόρτωσις 2: αγγλ. loading] | |
| 55310 | φορτωτήρας | φορ-τω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ανυψωτικό μηχάνημα για φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων, κυρ. σε πλοίο. Πβ. γερανός, μπίγα. Βλ. -τήρας. | |
| 55311 | φορτωτής | φορ-τω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανήμα (ή όχημα) φόρτωσης υλικών: ερπυστριοφόροι/λαστιχοφόροι/τηλεσκοπικοί ~ές. ~ές-εκσκαφείς. Βλ. (φορτο)εκ~, μπουλντόζα. 2. ΕΜΠΟΡ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων. Πβ. ναυλωτής. 3. πρόσωπο που εργάζεται στη φόρτωση εμπορευμάτων. 4. ΠΛΗΡΟΦ. τμήμα του λειτουργικού (συστήματος), το οποίο φορτώνει τα προγράμματα στη μνήμη του επεξεργαστή: ~ εκκίνησης. [< μεσν. φορτωτής, 1: γαλλ. chargeuse 2,3: γαλλ. chargeur 4: αγγλ. loader, 1959] | |
| 55312 | φορτωτικός | , ή, ό φορ-τω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φόρτωση υλικών ή εμπορευμάτων: ~ή: ικανότητα (οχήματος). ~ά: μηχανήματα (= φορτωτές).|| (ως ουσ.) Η τιμή περιλαμβάνει και τα ~ά (= έξοδα, υπηρεσίες φόρτωσης). ● Ουσ.: φορτωτική (η): ΝΟΜ. έγγραφο (αξιόγραφο) που συνοδεύει κάθε μεταφερόμενο φορτίο: αεροπορική/σιδηροδρομική ~. ~ θαλάσσιας μεταφοράς. Έκδοση ~ής (: από τον μεταφορέα). [< γαλλ. connaissement] ● ΣΥΜΠΛ.: φορτωτικό έγγραφο: κάθε έγγραφο που συνοδεύει τη διαδικασία φόρτωσης και μεταφοράς εμπορευμάτων. [< γαλλ. de chargement] | |
| 55313 | φορώ | [φορῶ] φο-ρώ ρ. (μτβ.) {-άς (λαϊκό) -είς ..., -ώντας | φόρ-εσα, -έσει, -ιέται, -έθηκε, -εθεί, -εμένος} & φοράω 1. φέρω πάνω μου ή βάζω ρούχα, κοσμήματα ή άλλα αξεσουάρ· γενικότ. έχω βάλει κάτι πάνω μου: ~ βέρα/γάντια/γραβάτα/γυαλιά/κάλτσες/κουστούμι/μπλούζα/μπουφάν/παντελόνι/πιτζάμες/ρολόι/σκουλαρίκια/στολή/τιράντες/φόρεμα/φούστα. Τι νούμερο (παπούτσια) ~άς; ~ά μαύρα (βλ. μαυροφορεμένος). ~εσα τα καλά/καλοκαιρινά μου. Δεν έχω τίποτα/δεν ξέρω τι να ~έσω απόψε (: πώς να ντυθώ). ~εμένο κουστούμι (: μεταχειρισμένο). Βλ. πολυ-, χιλιο-φορεμένος.|| ~ ακουστικά/κολάρο/κραγιόν/κράνος/κρέμα/περούκα/σιδεράκια/σωσίβιο/φακούς επαφής. Πλήρωσε πρόστιμο, γιατί δεν ~ούσε ζώνη ασφαλείας.|| (κατ' επέκτ.) Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~ά (: είναι εφοδιασμένο με) ζάντες αλουμινίου.|| (μτφ.) ~εσε το πιο ζεστό της χαμόγελο, για να τους υποδεχτεί. 2. βάζω ρούχα, εξαρτήματα ρουχισμού ή αξεσουάρ σε κάποιον: Της ~εσε μια αλυσίδα στον λαιμό. Του έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα και του ~εσαν στεγνά (πβ. ντύνω).|| Του ~εσαν (= πέρασαν) χειροπέδες. ● Παθ.: φοριέται (προφ.) 1. είναι στη μόδα: Φέτος θα ~εθεί πολύ το μοβ. 2. (μτφ.) συνηθίζεται, χρησιμοποιείται ευρέως: Τον τελευταίο καιρό, έχει ~εθεί πολύ η φράση ... ● ΦΡ.: της/του τα φοράει (ενν. τα κέρατα) (μτφ.-προφ.): την/τον κερατώνει., φοράω (τη) μάσκα (μτφ.): υποκρίνομαι, προσποιούμαι: ~ούν τη ~ της καλοσύνης (: παριστάνουν τους καλούς). Βλ. βγάζω τη μάσκα., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, δεν έχει (δεύτερο) βρακί να φορέσει βλ. βρακί, ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί, του φόρεσαν ζουρλομανδύα βλ. ζουρλομανδύας, φοράει το ευρωπαϊκό του/της κουστούμι βλ. κουστούμι [< αρχ. φορῶ] | |
| 55315 | φου | επιφών.: ήχος που παράγεται όταν κάποιος φυσά, συνήθ. για να σβήσει κάτι ή για να μιμηθεί το φύσημα του αέρα: Έκανε ~ (στα κεράκια της τούρτας).|| (ως ουσ.) Ένα ~ να του κάνεις, θα πέσει κάτω απ' την αδυναμία. [< λ. ηχομιμητ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ