Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55780-55800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55287φορτεπιάνοφορ-τε-πιά-νο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. η πρώτη μορφή πιάνου κατά τον 18ο αι. [< γαλλ. forte-piano, ιταλ. fortepiano]
55288φορτέτσαφορ-τέ-τσα ουσ. (θηλ.) 1. (παλαιότ.) ενετικό φρούριο, κάστρο. 2. φόδρα από χοντρό ύφασμα. 3. σκληρό δέρμα που τοποθετείται ανάμεσα στη σόλα και τον πάτο του παπουτσιού, για να στηρίζει την καμάρα του ποδιού: (εξωτερική) ~ στη φτέρνα. [< ιταλ. fortezza]
55289φορτηγατζήςφορ-τη-γα-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φορτηγατζού} (προφ.): επαγγελματίας οδηγός ή/και κάτοχος φορτηγού. Πβ. νταλικέρης. Βλ. λεωφορεια-, ταξι-τζής.
55290φορτηγίδαφορ-τη-γί-δα ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΝΑΥΤ. μαούνα.
55291φορτηγόφορ-τη-γό ουσ. (ουδ.): τροχοφόρο όχημα για μεταφορά μεγάλων φορτίων, συνήθ. εμπορευμάτων: αρθρωτό/γερανοφόρο/ελαφρύ/επικαθήμενο/κλειστό (βλ. κόφα)/(ημι)ρυμουλκούμενο ~. ~-κλούβα/κοντέινερ/μπετονιέρα/ψυγείο. Βλ. αλατιέρα, βαν, απορριμματοφόρο, βυτίο, καμιόνι, κάργκο, κρεατάδικο, νταλίκα, πυροσβεστικό. ● Υποκ.: φορτηγάκι (το): ΣΥΝ. ημιφορτηγό ● ΣΥΜΠΛ.: ανατρεπόμενο όχημα/φορτηγό βλ. ανατρεπόμενος [< ουσιαστικοπ. ουδ. του αρχ. επιθ. φορτηγός, αγγλ. cargo]
55292φορτηγός, ός, ό φορ-τη-γός επίθ. (επίσ.): που μεταφέρει φορτία ή σχετίζεται με τη μεταφορά τους: ~ό: βαγόνι (= φορτάμαξα)/όχημα. (ως ουσ.) Το ~ό (ενν. αυτοκίνητο ή πλοίο· βλ. τραμπ).|| ~ός: ναυτιλία. [< αρχ. φορτηγός]
55293φορτίζωφορ-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φόρτι-σα, φορτί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, φορτίζ-οντας, -όμενος} 1. ΗΛΕΚΤΡ. διοχετεύω ηλεκτρικό φορτίο: (για μπαταρία:) ~ το λάπτοπ. ~σμένο: κινητό (ΑΝΤ. αφόρτιστο). Βλ. επανα~, υπερ~.|| Συσκευή που ~ει/~εται από τον ήλιο.|| (XHM.) ~σμένα: ιόντα. (ΦΥΣ.) Αρνητικά (βλ. ηλεκτρόνιο)/θετικά (βλ. πρωτόνιο) ~σμένα σωματίδια. ΣΥΝ. φορτώνω (7) ΑΝΤ. αποφορτίζω (1), εκφορτίζω (1) 2. (μτφ.) δημιουργώ ένταση· επιβαρύνω, κυρ. συναισθηματικά: Οι δηλώσεις του ... ~σαν το κλίμα μεταξύ των δύο χωρών. Η ατμόσφαιρα ήταν συγκινησιακά ~σμένη. Λέξεις ιδεολογικά ~σμένες. Πβ. ηλεκτρίζω, οξύνω. Βλ. επι~. ● ΦΡ.: γεμίζω/φορτίζω τις μπαταρίες (μου) βλ. μπαταρία [< μτγν. φορτίζω 'φορτώνω, επιβαρύνω', γαλλ. charger, αγγλ. charge]
55294φορτικός, ή, ό φορ-τι-κός επίθ. (λόγ.): ιδιαίτερα επίμονος, με αποτέλεσμα να καταντά ενοχλητικός, κουραστικός: Έχει παραγίνει ~ (βλ. βεντούζα, κολλιτσίδα, στενός κορσές, ταγάρι, τσιμπούρι). Εάν δεν γίνομαι ~, θα ήθελα να ρωτήσω και κάτι άλλο. Πβ. οχληρός.|| Ζητούσε χρήματα με ~ό (= πιεστικό) τρόπο. ● επίρρ.: φορτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< αρχ. φορτικός ‘αγροίκος, άξεστος’]
55295φορτικότηταφορ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του φορτικού: Με ρωτούσε με ~. Επέμεναν με ~ να πάω μαζί τους. Πβ. ενοχλητικότητα. Βλ. -ότητα. [< πβ. αρχ. φορτικότης 'χυδαιότητα']
55296φορτίο

φορ-τί-ο ουσ. (ουδ.) 1. το βάρος ή η ποσότητα που μεταφέρει ή στηρίζει κάποιος ή κάτι: ελαφρύ/ξηρό/ρυμουλκούμενο/υπέρβαρο ~. ~ τροφίμων. Μεταφορά ~ου (βλ. καρότσι, παλέτα, τρέιλερ, υποζύγιο, φορτηγό). Νταλίκα με ~ ... τόνων. Πλοίο με παράνομο/ύποπτο ~. Ανύψωση ~ων (βλ. ασανσέρ, γερανός). Πβ. φόρτωμα.|| (ΑΡΧΙΤ.) Το ~ που δέχεται μια κατασκευή.|| (ΦΥΣ.) Δυναμικό/εφελκυστικό/θερμικό/θλιπτικό/στατικό ~. ~ θραύσης (συρματόσχοινου). Κρίσιμο ~ (λυγισμού). Βλ. καταπόνηση.|| (ΙΑΤΡ.) Αμυλούχες τροφές με υψηλό γλυκαιμικό ~. Επιδημιολογικό ~. || (ΓΛΩΣΣ.) Ιδεολογικό ~ (του κειμένου). Εννοιολογικό/νοηματικό/σημασιολογικό ~ (της λέξης). Πβ. περιεχόμενο, σημασία. 2. (μτφ.) οτιδήποτε επιβαρύνει κάποιον ψυχολογικά· ευθύνη, υποχρέωση: δυσβάσταχτο/επαχθές/συγκινησιακό/συναισθηματικό ~. Έχει πέσει/κουβαλά βαρύ ~ στις πλάτες του (πβ. φόρτος). ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρικό φορτίο: ΗΛΕΚΤΡ. η ποσότητα ηλεκτρισμού που φέρει κυρ. κάθε στοιχειώδες σωματίδιο (σύμβ. Q ή q): αρνητικό (βλ. ηλεκτρόνιο)/θετικό (βλ. πρωτόνιο) ~ ~. Αρχή διατήρησης του ~ού ~ου. Βλ. ηλεκτροσκόπιο.|| Επαγωγικό/χωρητικό/ωμικό φορτίο (κυκλώματος). [< γαλλ. charge électrique] , ιικό φορτίο βλ. ιικός, ωφέλιμο φορτίο/βάρος βλ. ωφέλιμος [< αρχ. φορτίον, γαλλ.-αγγλ. charge]

55297φόρτισηφόρ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. τροφοδότηση με ηλεκτρικό φορτίο: γρήγορη/πλήρης/ταχεία (= ταχυ~) ~. ~ της μπαταρίας. Καλώδιο/λυχνία/ρυθμιστές ~ης. Βάση ~ης (ασύρματου τηλεφώνου). ΑΝΤ. εκ~. Βλ. επανα~, υπερ~.|| (ΑΘΛ.) ~ υδατανθράκων (: οποιαδήποτε πρακτική έχει ως στόχο την αύξηση των αποθεµάτων γλυκογόνου των µυών και του ήπατος των αθλητών πάνω από τα φυσιολογικά επίπεδα). ΑΝΤ. αποφόρτιση (1) 2. (μτφ.) δημιουργία έντασης, επιβάρυνση: συγκινησιακή/συναισθηματική/ψυχική ~. ~ της ατμόσφαιρας/του κλίματος. ΑΝΤ. απο~. Βλ. επι~.|| Κείμενο με ιδεολογική ~. Λέξεις με αρνητική ~ (: σημασία, χροιά). Πβ. ηλέκτριση, όξυνση. 3. ΜΗΧΑΝ. επιβολή, εναπόθεση φορτίου σε κατασκευή: αξονική/δοκιμαστική/δυναμική/σεισμική/στατική ~. ~ και καταπόνηση/παραμόρφωση. [< γαλλ.-αγγλ. charge]
55298φορτίσιμοφορ-τί-σι-μο επίρρ.: ΜΟΥΣ. (κυρ. ως οδηγία σε παρτιτούρα) πολύ δυνατά (σύμβ. ff). Βλ. φόρτε. ΑΝΤ. πιανίσιμο ● Ουσ.: φορτίσιμο (το) 1. ΜΟΥΣ. τμήμα μουσικής σύνθεσης που εκτελείται πολύ δυνατά: Το κομμάτι καταλήγει σ' ένα ~. 2. (σπάν.-μτφ.) αποκορύφωμα: στο ~ (= ζενίθ) της ζωής. Βλ. κρεσέντο. [< ιταλ. fortissimo]
55299φορτιστήςφορ-τι-στής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡ. συσκευή φόρτισης: αυτόματος/επιτοίχιος/επιτραπέζιος/ηλιακός ~. ~ αυτοκινήτου/κινητού/πολλαπλής τάσης/πρίζας/ταξιδίου. Βλ. ταχυ~. [< αγγλ. charger]
55300φορτοεκφόρτωσηφορ-το-εκ-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φόρτωση προϊόντων σε μεταφορικό μέσο και εκφόρτωση από αυτό: ~ εμπορευμάτων. ~ µε µηχανικά µέσα (βλ. φορτωτήρας)/τα χέρια. Σταθμός/υπηρεσίες ~ης. Επιτρέπεται η στάση για ~.|| (Άμεση) ~ πλοίου.
55301φορτοεκφορτωτήςφορ-το-εκ-φορ-τω-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): εργάτης που εκτελεί φορτοεκφορτώσεις: ~ές λιμένων/ξηράς. Πβ. αχθοφόρος.
55302φόρτοςφόρ-τος ουσ. (αρσ.) (λόγ.): καθετί που αποτελεί πρόσθετο βάρος για κάποιον, που τον επιβαρύνει: αυξηµένος/επαγγελματικός/συναισθηματικός ~. Διοικητικός ~ επιχειρήσεων (βλ. γραφειοκρατία). Πβ. φορτίο, φόρτωμα.|| (ΙΑΤΡ.) Γαστρικός/στομαχικός ~ (βλ. βαρυστομαχιά). ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοφοριακός φόρτος (επίσ.): (δείκτης απεικόνισης της κινητικότητας σε έναν αυτοκινητόδρομο) ο αριθμός οχημάτων που διέρχονται από μια διατομή οδού μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, συνήθ. ανά ώρα: μεγάλος ~ ~ (= αυξημένη κίνηση) στην εθνική οδό., φόρτος εργασίας 1. υπερβολικά πολλή δουλειά: υψηλός ~ ~. Η συνάντηση αναβάλλεται λόγω ~ου ~. Βλ. υπεραπασχόληση. 2. (ειδικότ.) το σύνολο των εργασιών που πρέπει να φέρει σε πέρας κάποιος, συνήθ. μέσα σε καθορισμένο χρονικό διάστημα: Σε κάθε μάθημα του εξαμήνου αναλογεί συγκεκριμένος ~ ~. [< αγγλ. workload, 1946] [< αρχ. φόρτος ‘φορτίο, εμπόρευμα’]
55303φόρτσαφόρ-τσα επίρρ. (λαϊκό): (ως προτροπή, ενθάρρυνση) δυνατά, έντονα: ~ για τη νίκη! [< ιταλ. forza]
55304φορτσάρισμαφορ-τσά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. εντατικοποίηση της προσπάθειας: Με λίγο ~, θα τα καταφέρεις. 2. ΓΕΩΠ. πρόκληση πρώιμης ανάπτυξης ή ανθοφορίας ενός φυτού με τεχνητό τρόπο: Βάζω τους βολβούς στο ψυγείο για ~. Βλ. -ισμα.
55305φορτσάρωφορ-τσά-ρω ρ. (αμτβ.) {φόρτσαρ-α (σπάν.) φορτσάρ-ισα, -οντας, (σπάν.) -ισμένος} (προφ.): βάζω τα δυνατά μου, εντείνω την προσπάθεια: ~ε λίγο πριν τις εξετάσεις και πέρασε. [< ιταλ. forzare]
55306φορτσάτος, η, ο [φορτσᾶτος] φορ-τσά-τος επίθ. (προφ.): ορμητικός: Μπήκε ~ (= φουριόζος) μέσα/(για ομάδα:) ~η στο παιχνίδι.|| ~ο: ξεκίνημα (= δυνατό). Βλ. -άτος. ● επίρρ.: φορτσάτα [< ιταλ. forzato]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.