| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55317 | φουά-γκρα | φου-ά γκρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουαγκρά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εκλεκτό έδεσμα από πολτοποιημένο συκώτι χήνας ή πάπιας ειδικής εκτροφής: πατέ ~. Βλ. ντελικατέσεν. [< γαλλ. foie gras] | |
| 55316 | φουαγιέ | φου-α-γιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουαγέ: (σε πολιτιστικό χώρο) αίθουσα με κυλικείο, η οποία λειτουργεί ως χώρος υποδοχής του κοινού και φιλοξενίας διάφορων εκδηλώσεων: το ~ του θεάτρου/κινηματογράφου/μουσείου. Δεξίωση/έκθεση (ζωγραφικής/φωτογραφίας)/πάρτι στο ~ του Mεγάρου Mουσικής. Πβ. λόμπι.|| ~ ξενοδοχείου. [< γαλλ. foyer] | |
| 55318 | φουάρ | φου-άρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. περιοδική έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την πώλησή τους. [< γαλλ. foire] | |
| 55319 | φουγάρο | φου-γά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. καμινάδα κυρ. εργοστασίων και πλοίων. ΣΥΝ. τσιμινιέρα 2. (μτφ.-προφ.) μανιώδης καπνιστής: Είναι μεγάλο/σκέτο ~! ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο βλ. καπνίζω [< παλαιότ. ιταλ. fogara] | |
| 55320 | φούγκα | φού-γκα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πολυφωνική αντιστικτική σύνθεση για δύο έως πέντε φωνές: ~ σε λα ελάσσονα. Πβ. κανόνας, μίμηση. Βλ. πρελούδιο, τοκάτα. ΣΥΝ. φυγή (4) [< ιταλ. fuga] | |
| 55321 | φουζίλι | φου-ζί-λι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & φουσίλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με τη μορφή μικρών ελικωτών ράβδων. ΣΥΝ. βίδες [< ιταλ. fusillo, πληθ. fusilli, 1931, γαλλ. ~, 1993] | |
| 55322 | φούιτ | φού-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουίτ (αργκό): το σκάσιμο και ξεφούσκωμα του λάστιχου οχήματος ή ποδηλάτου: Έπαθε ~. [< γαλλ. fuite] | |
| 55323 | φουκαράς | φου-κα-ράς ουσ. (αρσ.) {φουκαρ-άδες} (προφ.): πρόσωπο που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες· κατ' επέκτ. ταλαίπωρος, δύστυχος, κακομοίρης: ένας άνεργος/φτωχός ~. Βλ. απόκληρος.|| Τι τραβάει ο ~! Βρε τον ~ά τι έπαθε! Πβ. έρμος, καημένος, καψερός. ● Υποκ.: φουκαράκος (ο) [< τουρκ. fukara] | |
| 55324 | φουκαριάρης | , α, ικο φου-κα-ριά-ρης επίθ. (οικ.): αξιολύπητος, κακομοίρης, ταλαίπωρος: Το ~ικο το σκυλί! Βλ. -ιάρης.|| (ως ουσ.) Τον λυπάμαι τον ~η, όλα στραβά του πάνε. | |
| 55332 | φουλ-τάιμ | φουλ τά-ιμ επίθ. {άκλ.} (προφ.): με πλήρες ωράριο: ~ απασχόληση.|| (ως επίρρ.) Εργάζεται ~ σε μια εταιρεία. ΑΝΤ. παρτ-τάιμ [< αγγλ. full time] | |
| 55326 | φουλάρι | φου-λά-ρι ουσ. (ουδ.): μαντίλι λαιμού που φοριέται ως αξεσουάρ: εμπριμέ/μεταξωτό/πολύχρωμο ~. ● Υποκ.: φουλαράκι (το) [< γαλλ. foulard] | |
| 55327 | φουλάρισμα | φου-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φουλάρω: ~ (του αυτοκινήτου) με βενζίνη. Πβ. γέμισμα, τιγκάρισμα.|| (μτφ.) ~ των μηχανών. Πβ. επιτάχυνση. Βλ. -ισμα. | |
| 55328 | φουλαριστός | , ή, ό φου-λα-ρι-στός επίθ. (προφ.) 1. που τρέχει με πολύ μεγάλη ταχύτητα· κατ' επέκτ. ακάθεκτος: Έφυγε ~ (πβ. σφαιράτος, τρεχάτος). Η μοτοσικλέτα ερχόταν ~ή.|| (μτφ.) Πάει ~ για το παγκόσμιο ρεκόρ/χρυσό μετάλλιο. 2. (σπάν.) ασφυκτικά γεμάτος: Το μαγαζί ήταν ~ό (= πήχτρα, τίγκα, φίσκα). Πβ. κατάμεστος. ● επίρρ.: φουλαριστά | |
| 55329 | φουλάρω | φου-λά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούλαρ-α κ. φουλάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. γεμίζω: ~ το αμάξι/ντεπόζιτο/ρεζερβουάρ (με βενζίνη).|| Το μαγαζί ~ε, δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Φορτίζω το κινητό, μέχρι να ~ει. Πβ. καργάρω, τιγκάρω, φισκάρω. 2. αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα· κατ' επέκτ. προσπαθώ εντατικά, με όλες μου τις δυνάμεις: Το μηχανάκι ερχόταν ~ισμένο (= φουλαριστό).|| (μτφ.) Θα πρέπει να ~ει (= να τα δώσει όλα), αν θέλει να τα καταφέρει. Πβ. γκαζώνω. ● ΦΡ.: φουλάρω τις μηχανές 1. (μτφ.) εντείνω στον μέγιστο βαθμό τις προσπάθειές μου: Το κόμμα ~ει ~ ενόψει των εκλογών. 2. (κυρ. για σκάφος) επιταχύνω: Το ταχύπλοο ~ε ~. | |
| 55330 | φουλερένιο | φου-λε-ρέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φουλερενίου}: ΧΗΜ. αλλοτροπική μορφή του άνθρακα, με σφαιρική μοριακή δομή: το ~ C60 (: το πιο γνωστό)/C70/C84. Γραφίτης, διαμάντι, ~, άμορφοι άνθρακες (: οι τέσσερις μορφές καθαρού άνθρακα). Βλ. γραφένιο, νανοσωλήνας. [< αμερικ. fullerene, 1987, γαλλ. fullerène, 1992] | |
| 55331 | φούλι | φού-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία γιασεμιού με σκούρα πράσινα γυαλιστερά φύλλα και υπόλευκα άνθη: ινδικό ~. ΣΥΝ. μπουγαρίνι ● φούλια (τα): (στην αραβική κουζίνα) ποικιλία μικρών κουκιών. Βλ. φαλάφελ. [< τουρκ. fulya] | |
| 55333 | φούμα | φού-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φουμάρισμα. | |
| 55334 | φούμαρα | φού-μα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φούμαρο} (προφ.): αερολογίες, σαχλαμάρες, ψευτιές: Οι υποσχέσεις του αποδείχτηκαν ~ (= πομφόλυγες, σαπουνόφουσκες, φληναφήματα, φούσκες). Μην πιστεύεις τίποτα, ο τύπος είναι όλο ~. Πβ. άρες μάρες.|| Μας φλόμωσαν στο ~ο. ● ΦΡ.: πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα βλ. παραμύθι | |
| 55335 | φουμάρισμα | φου-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κάπνισμα (τσιγάρου): Άρχισε/έχει κόψει το ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. φούμα | |
| 55336 | φουμαρόλες | φου-μα-ρό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φουμαρόλη}: ΓΕΩΛ. ατμίδες: βασικές/όξινες ~. [< ιταλ. fumarole] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ