Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55800-55820]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55308φορτώνωφορ-τώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φόρτω-σα, φορτώ-σει, -θηκα, -θεί, -μένος, φορτών-οντας} 1. τοποθετώ φορτίο σε κάτι ή το δίνω σε κάποιον, για να το μεταφέρει: ~σαν τις αποσκευές στο αυτοκίνητο.|| Το καράβι ~σε και σάλπαρε. ΑΝΤ. εκ~.|| Με ~σε (με) ένα σωρό σακούλες. ~θήκαμε (με) τα απαραίτητα και ξεκινήσαμε. Πού πας ~μένος με τόσα βιβλία; Ήρθε ~μένος (με) δώρα. ΑΝΤ. ξεφορτώνω 2. (μτφ.) γεμίζω κάτι υπερβολικά ή του προσθέτω πολλά και περιττά στοιχεία: Μη ~εις το στομάχι σου (ενν. με φαγητό)!|| (ΤΗΛΕΠ.) ~μένο: δίκτυο. ~μένες: γραμμές. Βλ. υπερ~.|| ~μένη: διακόσμηση (ΑΝΤ. λιτή). ~μένο: ντύσιμο (: με πολλά αξεσουάρ· ΑΝΤ. απλό). Βλ. βαρυφορτωμένος. 3. (μτφ.) επιβαρύνω: Τους ~σε (με) μπόλικη δουλειά. Δεν θέλω να σε ~σω με τα προβλήματά μου. Έχει ~θεί (= επωμιστεί) τα οικογενειακά βάρη.|| ~μένη: ατζέντα/μέρα (: με πολλές υποχρεώσεις). Έχω ~μένο πρόγραμμα (= βεβαρημένο). Βλ. απο~.|| (για ανεπιθύμητο πρόσ.) Τι μου τον ~σες τώρα! Τον ~θήκαμε στις διακοπές. 4. (μτφ.) επιρρίπτω, καταλογίζω: Του ~σαν το έγκλημα. Τα ~σαν όλα σε αυτόν. Σταμάτα να ~εις (= ρίχνεις) τις αποτυχίες/τα λάθη/το φταίξιμό σου στους άλλους. ΣΥΝ. χρεώνω (2) 5. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω δεδομένα στην κύρια μνήμη ή στον κεντρικό επεξεργαστή: ~ ένα πρόγραμμα.|| Η σελίδα αργεί να ~σει. Βλ. κατα~, μετα~, τηλε~. 6. (προφ.) εκνευρίζομαι, νευριάζω: Σταμάτα, γιατί έχω αρχίσει και ~ (= τα παίρνω).|| Μη με ~εις περισσότερο! 7. (σπάν.) φορτίζω: Περίμενε, μέχρι να ~σει η μπαταρία. ● ΦΡ.: φορτώνομαι σε κάποιον/κάτι (μτφ.-προφ.): γίνομαι βάρος σε κάποιον, προκαλώ ενόχληση συνήθ. με την επίμονη συμπεριφορά μου: Μας ~εται κάθε φορά που δεν έχει με ποιον να βγει. Του ~θηκαν στο σπίτι ένα σωρό άγνωστοι (πβ. κουβαλιέμαι)., φορτώνομαι στην πλάτη μου (μτφ.-προφ.): επιφορτίζομαι, επωμίζομαι: Έχει ~θεί ~ του όλες τις ευθύνες., τα φόρτωσε στον κόκορα βλ. κόκορας [< μεσν. φορτώνω 5: αγγλ. load, 1953]
55309φόρτωσηφόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.) 1. εναπόθεση φορτίου σε κάτι, προκειμένου να μεταφερθεί: ~ των αποσκευών στο αεροπλάνο.|| ~ του πλοίου (με εμπορεύματα). Βλ. υπερ~, φορτοεκ~. ΣΥΝ. φόρτωμα (1) ΑΝΤ. αποφόρτωση, εκφόρτωση 2. ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά δεδομένων σε ψηφιακό μέσο: αργή/γρήγορη ~. ~ αρχείων/δεδομένων/εικόνων/ιστοσελίδας. Βλ. κατα~, μετα~, τηλε~. ΣΥΝ. φόρτωμα (2) 3. (σπάν.) φόρτιση: ~ της μπαταρίας. [< 1: μεσν. φόρτωσις 2: αγγλ. loading]
55310φορτωτήραςφορ-τω-τή-ρας ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ανυψωτικό μηχάνημα για φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων, κυρ. σε πλοίο. Πβ. γερανός, μπίγα. Βλ. -τήρας.
55311φορτωτήςφορ-τω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανήμα (ή όχημα) φόρτωσης υλικών: ερπυστριοφόροι/λαστιχοφόροι/τηλεσκοπικοί ~ές. ~ές-εκσκαφείς. Βλ. (φορτο)εκ~, μπουλντόζα. 2. ΕΜΠΟΡ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου έχει συναφθεί σύμβαση μεταφοράς εμπορευμάτων. Πβ. ναυλωτής. 3. πρόσωπο που εργάζεται στη φόρτωση εμπορευμάτων. 4. ΠΛΗΡΟΦ. τμήμα του λειτουργικού (συστήματος), το οποίο φορτώνει τα προγράμματα στη μνήμη του επεξεργαστή: ~ εκκίνησης. [< μεσν. φορτωτής, 1: γαλλ. chargeuse 2,3: γαλλ. chargeur 4: αγγλ. loader, 1959]
55312φορτωτικός, ή, ό φορ-τω-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φόρτωση υλικών ή εμπορευμάτων: ~ή: ικανότητα (οχήματος). ~ά: μηχανήματα (= φορτωτές).|| (ως ουσ.) Η τιμή περιλαμβάνει και τα ~ά (= έξοδα, υπηρεσίες φόρτωσης). ● Ουσ.: φορτωτική (η): ΝΟΜ. έγγραφο (αξιόγραφο) που συνοδεύει κάθε μεταφερόμενο φορτίο: αεροπορική/σιδηροδρομική ~. ~ θαλάσσιας μεταφοράς. Έκδοση ~ής (: από τον μεταφορέα). [< γαλλ. connaissement] ● ΣΥΜΠΛ.: φορτωτικό έγγραφο: κάθε έγγραφο που συνοδεύει τη διαδικασία φόρτωσης και μεταφοράς εμπορευμάτων. [< γαλλ. de chargement]
55313φορώ[φορῶ] φο-ρώ ρ. (μτβ.) {-άς (λαϊκό) -είς ..., -ώντας | φόρ-εσα, -έσει, -ιέται, -έθηκε, -εθεί, -εμένος} & φοράω 1. φέρω πάνω μου ή βάζω ρούχα, κοσμήματα ή άλλα αξεσουάρ· γενικότ. έχω βάλει κάτι πάνω μου: ~ βέρα/γάντια/γραβάτα/γυαλιά/κάλτσες/κουστούμι/μπλούζα/μπουφάν/παντελόνι/πιτζάμες/ρολόι/σκουλαρίκια/στολή/τιράντες/φόρεμα/φούστα. Τι νούμερο (παπούτσια) ~άς; ~ά μαύρα (βλ. μαυροφορεμένος). ~εσα τα καλά/καλοκαιρινά μου. Δεν έχω τίποτα/δεν ξέρω τι να ~έσω απόψε (: πώς να ντυθώ). ~εμένο κουστούμι (: μεταχειρισμένο). Βλ. πολυ-, χιλιο-φορεμένος.|| ~ ακουστικά/κολάρο/κραγιόν/κράνος/κρέμα/περούκα/σιδεράκια/σωσίβιο/φακούς επαφής. Πλήρωσε πρόστιμο, γιατί δεν ~ούσε ζώνη ασφαλείας.|| (κατ' επέκτ.) Το νέο μοντέλο αυτοκινήτου ~ά (: είναι εφοδιασμένο με) ζάντες αλουμινίου.|| (μτφ.) ~εσε το πιο ζεστό της χαμόγελο, για να τους υποδεχτεί. 2. βάζω ρούχα, εξαρτήματα ρουχισμού ή αξεσουάρ σε κάποιον: Της ~εσε μια αλυσίδα στον λαιμό. Του έβγαλαν τα βρεγμένα ρούχα και του ~εσαν στεγνά (πβ. ντύνω).|| Του ~εσαν (= πέρασαν) χειροπέδες. ● Παθ.: φοριέται (προφ.) 1. είναι στη μόδα: Φέτος θα ~εθεί πολύ το μοβ. 2. (μτφ.) συνηθίζεται, χρησιμοποιείται ευρέως: Τον τελευταίο καιρό, έχει ~εθεί πολύ η φράση ... ● ΦΡ.: της/του τα φοράει (ενν. τα κέρατα) (μτφ.-προφ.): την/τον κερατώνει., φοράω (τη) μάσκα (μτφ.): υποκρίνομαι, προσποιούμαι: ~ούν τη ~ της καλοσύνης (: παριστάνουν τους καλούς). Βλ. βγάζω τη μάσκα., άλλαξε ο Μανολιός κι έβαλε/και φόρεσε τα ρούχα (του) αλλιώς βλ. αλλάζω, βάζω/φοράω (μαύρες) πλερέζες βλ. πλερέζα, βάζω/φοράω το καπελάκι μου στραβά βλ. στραβός, δεν έχει (δεύτερο) βρακί να φορέσει βλ. βρακί, ντύνομαι στα/στο χακί βλ. χακί, του φόρεσαν ζουρλομανδύα βλ. ζουρλομανδύας, φοράει το ευρωπαϊκό του/της κουστούμι βλ. κουστούμι [< αρχ. φορῶ]
55315φουεπιφών.: ήχος που παράγεται όταν κάποιος φυσά, συνήθ. για να σβήσει κάτι ή για να μιμηθεί το φύσημα του αέρα: Έκανε ~ (στα κεράκια της τούρτας).|| (ως ουσ.) Ένα ~ να του κάνεις, θα πέσει κάτω απ' την αδυναμία. [< λ. ηχομιμητ.]
55317φουά-γκραφου-ά γκρα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουαγκρά: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. εκλεκτό έδεσμα από πολτοποιημένο συκώτι χήνας ή πάπιας ειδικής εκτροφής: πατέ ~. Βλ. ντελικατέσεν. [< γαλλ. foie gras]
55316φουαγιέφου-α-γιέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουαγέ: (σε πολιτιστικό χώρο) αίθουσα με κυλικείο, η οποία λειτουργεί ως χώρος υποδοχής του κοινού και φιλοξενίας διάφορων εκδηλώσεων: το ~ του θεάτρου/κινηματογράφου/μουσείου. Δεξίωση/έκθεση (ζωγραφικής/φωτογραφίας)/πάρτι στο ~ του Mεγάρου Mουσικής. Πβ. λόμπι.|| ~ ξενοδοχείου. [< γαλλ. foyer]
55318φουάρφου-άρ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. περιοδική έκθεση έργων τέχνης, με σκοπό την πώλησή τους. [< γαλλ. foire]
55319φουγάροφου-γά-ρο ουσ. (ουδ.) 1. καμινάδα κυρ. εργοστασίων και πλοίων. ΣΥΝ. τσιμινιέρα 2. (μτφ.-προφ.) μανιώδης καπνιστής: Είναι μεγάλο/σκέτο ~! ● ΦΡ.: καπνίζει σαν φουγάρο βλ. καπνίζω [< παλαιότ. ιταλ. fogara]
55320φούγκαφού-γκα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. πολυφωνική αντιστικτική σύνθεση για δύο έως πέντε φωνές: ~ σε λα ελάσσονα. Πβ. κανόνας, μίμηση. Βλ. πρελούδιο, τοκάτα. ΣΥΝ. φυγή (4) [< ιταλ. fuga]
55321φουζίλιφου-ζί-λι ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} & φουσίλι: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με τη μορφή μικρών ελικωτών ράβδων. ΣΥΝ. βίδες [< ιταλ. fusillo, πληθ. fusilli, 1931, γαλλ. ~, 1993]
55322φούιτφού-ιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουίτ (αργκό): το σκάσιμο και ξεφούσκωμα του λάστιχου οχήματος ή ποδηλάτου: Έπαθε ~. [< γαλλ. fuite]
55323φουκαράςφου-κα-ράς ουσ. (αρσ.) {φουκαρ-άδες} (προφ.): πρόσωπο που αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες· κατ' επέκτ. ταλαίπωρος, δύστυχος, κακομοίρης: ένας άνεργος/φτωχός ~. Βλ. απόκληρος.|| Τι τραβάει ο ~! Βρε τον ~ά τι έπαθε! Πβ. έρμος, καημένος, καψερός. ● Υποκ.: φουκαράκος (ο) [< τουρκ. fukara]
55324φουκαριάρης, α, ικο φου-κα-ριά-ρης επίθ. (οικ.): αξιολύπητος, κακομοίρης, ταλαίπωρος: Το ~ικο το σκυλί! Βλ. -ιάρης.|| (ως ουσ.) Τον λυπάμαι τον ~η, όλα στραβά του πάνε.
55332φουλ-τάιμφουλ τά-ιμ επίθ. {άκλ.} (προφ.): με πλήρες ωράριο: ~ απασχόληση.|| (ως επίρρ.) Εργάζεται ~ σε μια εταιρεία. ΑΝΤ. παρτ-τάιμ [< αγγλ. full time]
55326φουλάριφου-λά-ρι ουσ. (ουδ.): μαντίλι λαιμού που φοριέται ως αξεσουάρ: εμπριμέ/μεταξωτό/πολύχρωμο ~. ● Υποκ.: φουλαράκι (το) [< γαλλ. foulard]
55327φουλάρισμαφου-λά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φουλάρω: ~ (του αυτοκινήτου) με βενζίνη. Πβ. γέμισμα, τιγκάρισμα.|| (μτφ.) ~ των μηχανών. Πβ. επιτάχυνση. Βλ. -ισμα.
55328φουλαριστός, ή, ό φου-λα-ρι-στός επίθ. (προφ.) 1. που τρέχει με πολύ μεγάλη ταχύτητα· κατ' επέκτ. ακάθεκτος: Έφυγε ~ (πβ. σφαιράτος, τρεχάτος). Η μοτοσικλέτα ερχόταν ~ή.|| (μτφ.) Πάει ~ για το παγκόσμιο ρεκόρ/χρυσό μετάλλιο. 2. (σπάν.) ασφυκτικά γεμάτος: Το μαγαζί ήταν ~ό (= πήχτρα, τίγκα, φίσκα). Πβ. κατάμεστος. ● επίρρ.: φουλαριστά

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.