| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55329 | φουλάρω | φου-λά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούλαρ-α κ. φουλάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. γεμίζω: ~ το αμάξι/ντεπόζιτο/ρεζερβουάρ (με βενζίνη).|| Το μαγαζί ~ε, δεν πέφτει ούτε καρφίτσα. Φορτίζω το κινητό, μέχρι να ~ει. Πβ. καργάρω, τιγκάρω, φισκάρω. 2. αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα· κατ' επέκτ. προσπαθώ εντατικά, με όλες μου τις δυνάμεις: Το μηχανάκι ερχόταν ~ισμένο (= φουλαριστό).|| (μτφ.) Θα πρέπει να ~ει (= να τα δώσει όλα), αν θέλει να τα καταφέρει. Πβ. γκαζώνω. ● ΦΡ.: φουλάρω τις μηχανές 1. (μτφ.) εντείνω στον μέγιστο βαθμό τις προσπάθειές μου: Το κόμμα ~ει ~ ενόψει των εκλογών. 2. (κυρ. για σκάφος) επιταχύνω: Το ταχύπλοο ~ε ~. | |
| 55330 | φουλερένιο | φου-λε-ρέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φουλερενίου}: ΧΗΜ. αλλοτροπική μορφή του άνθρακα, με σφαιρική μοριακή δομή: το ~ C60 (: το πιο γνωστό)/C70/C84. Γραφίτης, διαμάντι, ~, άμορφοι άνθρακες (: οι τέσσερις μορφές καθαρού άνθρακα). Βλ. γραφένιο, νανοσωλήνας. [< αμερικ. fullerene, 1987, γαλλ. fullerène, 1992] | |
| 55331 | φούλι | φού-λι ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. ποικιλία γιασεμιού με σκούρα πράσινα γυαλιστερά φύλλα και υπόλευκα άνθη: ινδικό ~. ΣΥΝ. μπουγαρίνι ● φούλια (τα): (στην αραβική κουζίνα) ποικιλία μικρών κουκιών. Βλ. φαλάφελ. [< τουρκ. fulya] | |
| 55333 | φούμα | φού-μα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φουμάρισμα. | |
| 55334 | φούμαρα | φού-μα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. φούμαρο} (προφ.): αερολογίες, σαχλαμάρες, ψευτιές: Οι υποσχέσεις του αποδείχτηκαν ~ (= πομφόλυγες, σαπουνόφουσκες, φληναφήματα, φούσκες). Μην πιστεύεις τίποτα, ο τύπος είναι όλο ~. Πβ. άρες μάρες.|| Μας φλόμωσαν στο ~ο. ● ΦΡ.: πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα βλ. παραμύθι | |
| 55335 | φουμάρισμα | φου-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κάπνισμα (τσιγάρου): Άρχισε/έχει κόψει το ~. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. φούμα | |
| 55336 | φουμαρόλες | φου-μα-ρό-λες ουσ. (θηλ.) (οι) {σπανιότ. στον εν. φουμαρόλη}: ΓΕΩΛ. ατμίδες: βασικές/όξινες ~. [< ιταλ. fumarole] | |
| 55337 | φουμάρω | φου-μά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούμαρ-α κ. φουμάρ-ισα, -οντας} (λαϊκό) 1. καπνίζω: ~ει ναργιλέ/τσιγάρα/χασίς. Όλη μέρα ~ει. 2. (μτφ.) εξαπατώ, παραπλανώ: Μας ~ουν τόσα χρόνια. ● ΦΡ.: τι καπνό φουμάρει βλ. καπνός [< ιταλ. fumare] | |
| 55338 | φούμο | [φοῦμο] φού-μο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φούμος (ο) (προφ.) 1. καπνιά· μαύρη μπογιά: ~ από τις καμινάδες. Πβ. αιθάλη.|| Βάφω/μουτζουρώνω το πρόσωπο με ~. Βλ. καραμπογιά. 2. (μτφ.) αρνητική ψήφος· γενικότ. καταψήφιση: Έριξαν/έφαγε ~ στις εκλογές. ΣΥΝ. μαύρο (2) [< μεσν. φούμος < ιταλ. fumo] | |
| 55339 | φούντα | φού-ντα ουσ. (θηλ.) 1. δέσμη από κλωστές δεμένες στη μια άκρη και ελεύθερες στην άλλη· κατ' επέκτ. καθετί με παρόμοια μορφή: η ~ του τσαρουχιού. Κομπολόι/σκούφος/φέσι με ~. Κουρτίνα/μαξιλαράκι με ~ες και κρόσσια.|| ~ες μαϊντανού. Πβ. θύσανος, τούφα. Βλ. πον-πον. 2. (αργκό) χασίς, συνήθ. ακατέργαστο: Καπνίζει ~. Πβ. μαύρο. ● Υποκ.: φουντάκι (το): στη σημ. 1., φουντίτσα (η) ● ΦΡ.: δουλειές με φούντες βλ. δουλειά [< μεσν. φούντα < μτγν. φοῦνδα ‘σακίδιο’ < λατ. funda ‘δερμάτινος ιμάντας για εκτόξευση λίθων, δίχτυ (για ψάρεμα)’] | |
| 55340 | φουντάρισμα | φου-ντά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. βύθισμα, βούλιαγμα· καταστροφή, κατάρρευση: ~ του πλοίου.|| (μτφ.) ~ της εταιρείας. Πβ. καταποντισμός, ναυάγιο.|| Το μαγαζί του πάει για ~ (= φούντο). Πβ. κλείσιμο. 2. πέσιμο, πτώση: ~ (= ρίξιμο) της άγκυρας (πβ. αγκυροβόλημα).|| ~ από τον έβδομο όροφο (βλ. αυτοκτονία). Βλ. -ισμα. | |
| 55341 | φουνταριστός | φου-ντα-ρι-στός επίθ./ουσ. {θηλ. φουνταριστή}: ΑΘΛ. (για ποδοσφαιριστή ή πολίστα) που αγωνίζεται στην κεντρική θέση της επίθεσης· κατεξοχήν επιθετικός: διεθνής ~. Παίζει ~. | |
| 55342 | φουντάρω | φου-ντά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούνταρ-ε κ. φουντάρ-ισε, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. βυθίζω, βουλιάζω· βυθίζομαι: ~αν τη βάρκα σε μια ξέρα.|| Το καράβι ~ε στ' ανοιχτά. 2. (προφ.) ρίχνω, πετώ· πέφτω, βουτώ: Τον ~αν μεσοπέλαγα.|| ~ε (= πήδηξε· βλ. αυτοκτονώ) απ' το μπαλκόνι/παράθυρο. 3. (μτφ.) καταστρέφω ή καταστρέφομαι οικονομικά: Με τις σπατάλες του, ~ε την επιχείρηση. Πβ. καταποντίζω.|| Η εταιρεία κινδυνεύει να ~ει (= ναυαγήσει, πέσει έξω). 4. ΝΑΥΤ. αγκυροβολώ: Το σκάφος είναι ~ισμένο στο λιμάνι. [< παλαιότ. ιταλ. fundare] | |
| 55343 | φούντο | [φοῦντο] φού-ντο ουσ. (ουδ.): στη ● ΦΡ.: πάει (για) φούντο: οδεύει προς την οικονομική κυρ. καταστροφή ή την αποτυχία: Η επιχείρηση/το μαγαζί ~ ~ (= θα κλείσει). Αν η ομάδα δεν κερδίσει κι αυτή τη φορά, ~ ~ (= θα υποβιβαστεί). [< μεσν. φούντος < ιταλ. ή βεν. fondo] | |
| 55344 | φουντούκι | φου-ντού-κι ουσ. (ουδ.) {φουντουκ-ιού}: ο σφαιροειδής καρπός της φουντουκιάς· κυρ. ο αντίστοιχος ξηρός καρπός: καβουρδισμένα/καραμελωμένα/τριμμένα ~ια. Σοκολατάκια με πραλίνα ~ιού. Καφές φίλτρου με άρωμα ~. ● Υποκ.: φουντουκάκι (το) [< τουρκ. fιndιk] | |
| 55345 | φουντουκιά | φου-ντου-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο φυλλοβόλο δέντρο ή θάμνος (γένος Corylus), με ωοειδή οδοντωτά φύλλα και εδώδιμο καρπό, το φουντούκι. ΣΥΝ. λεπτοκαρυά | |
| 55346 | φούντωμα | φού-ντω-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φουντώνω: ~ του γλεντιού/της γρίπης (= έξαρση)/της οργής (πβ. ξάναμμα)/του προσώπου (= κοκκίνισμα· βλ. ερεθισμός)/της φωτιάς. | |
| 55347 | φουντώνω | φου-ντώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φούντω-σα, φουντώ-σει, -μένος, φουντών-οντας} (προφ.) ΣΥΝ. ανάβω 1. (μτφ.) θυμώνω, νευριάζω: Όποτε σκέφτομαι τι μου έκανε, ~! Πβ. εξάπτομαι, κορώνω.|| Μη με ~εις! 2. (μτφ.) ερεθίζομαι: Τη βλέπει και ~ει (= διεγείρεται ερωτικά).|| ~σαν τα σπυράκια μου. 3. (μτφ.) αναψοκοκκινίζω: ~σα απ' τη ζέστη. ~μένος (= ξαναμμένος) από θυμό. Πβ. καψώνω, πυρώνω. ● φουντώνει 1. αυξάνεται σε μέγεθος ή ένταση: ~σαν (= αγρίεψαν, δυνάμωσαν) οι φλόγες.|| ~ ο ανταγωνισμός/η διαμάχη (= εντείνεται)/ο καβγάς/η κόντρα. ~ουν οι αντιδράσεις/τα σενάρια για ... ~σε το γλέντι (= άναψε)/ο έρωτάς τους.|| Οι πρόσφατες εξελίξεις ~σαν τις φήμες για ... ~οντας τις υποψίες. 2. (για φυτό) βγάζει πλούσιο φύλλωμα ή/και άνθη: ~σε η αμυγδαλιά. ~μένα: δέντρα (= φουντωτά). Πβ. θεριεύω. | |
| 55348 | φούντωση | φού-ντω-ση ουσ. (θηλ.) (προφ.): έξαψη: (μτφ.) Έχω/νιώθω μια ~. Πβ. αναστάτωση.|| ~ στο πρόσωπο (= κοκκίνισμα, φούντωμα). | |
| 55349 | φουντωτός | , ή, ό φου-ντω-τός επίθ. 1. που έχει φούντα ή μοιάζει με αυτή: ~ή: γιρλάντα.|| ~ή: ουρά (= θυσανωτή). ~ό: μαλλί (βλ. αφάνα). 2. (μτφ.) πυκνόφυλλος: ~ός: θάμνος. ~ό: δέντρο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ