Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55840-55860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55357φουρκίζωφουρ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φούρκι-σε, φουρκί-σει, -στηκε, -σμένος} (προφ.): εξοργίζω, θυμώνω: Μη με ~εις κι εσύ τώρα! ~στηκε με την κατάσταση. Είναι ~σμένος. Πβ. τσατίζω, χολιάζω. [< μτγν. φουρκίζω 'απαγχονίζω']
55358φούρναρηςφούρ-να-ρης ουσ. (αρσ.) {φουρνάρηδες (σπάν.-λαϊκό) φουρναραίοι} , φουρνάρισσα (η) (προφ.): αρτοποιός: ο ~ της γειτονιάς. ΣΥΝ. ψωμάς (1) ● ΦΡ.: σαράντα χρόνια φούρναρης: για δήλωση μεγάλης πείρας σε κάποιον τομέα. [< μεσν. φουρνάρης < λατ. furnarius]
55359φουρνάρικοφουρ-νά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αρτοποιείο. ΣΥΝ. φούρνος (2)
55360φουρνέλοφουρ-νέ-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): τρύπα που ανοίγεται σε βράχο για τοποθέτηση εκρηκτικής ύλης· κυρ. συνεκδ. εκρηκτικό, δυναμίτης: Διάνοιξη σήραγγας/εξόρυξη (μεταλλεύματος) με ~α. Τα ~α προκάλεσαν κατολίσθηση. Βλ. εκβραχισμός. ● ΦΡ.: βάζω φουρνέλο (σε κάποιον/κάτι) (μτφ.): υπονομεύω: Μέτρα που ~ουν ~ στα εργασιακά δικαιώματα/στους χαμηλόμισθους. Πβ. δυναμιτίζω, πυροδοτώ, σαμποτάρω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα, υποσκάπτω. [< ιταλ. fornello]
55361φουρνιάφουρ-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μτφ.) ομάδα κυρ. προσώπων που ζουν και αναπτύσσουν κοινή δραστηριότητα την ίδια χρονική περίοδο: νέα ~ μαθητών. Η περσινή ~ αποφοίτων. Η χρυσή ~ της Εθνικής εφήβων. ~ιές λαθρομεταναστών (βλ. κύμα).|| Η τελευταία ~ του νέου μοντέλου αυτοκινήτου. Βλ. γενιά. 2. ποσότητα φαγητού ή γλυκού που μπορεί να ψηθεί σε έναν φούρνο: δύο ~ιές μελομακάρονα. Βλ. -ιά2. ● ΦΡ.: φουρνιές-φουρνιές (εμφατ.): κατά ομάδες: Έρχονταν/κατέφθαναν ~ ~.
55362φουρνίζωφουρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {φούρνι-σα, φουρνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λαϊκό): βάζω στον φούρνο για ψήσιμο: ~ουν το ψωμί. ~σαν πίτες. ΑΝΤ. ξε~.|| ~σμένο: ξύλο (= φουρνιστό). [< μεσν. φουρνίζω]
55363φούρνισμαφούρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια του φουρνίζω: ~ του ψωμιού. Πβ. ψήσιμο. ΑΝΤ. ξεφούρνισμα
55364φουρνιστός, ή, ό φουρ-νι-στός επίθ.: που έχει ψηθεί σε φούρνο ή έχει υποστεί ξήρανση σε ειδικό κλίβανο: ~ό: ψωμί. ~ές: πατάτες (: φούρνου). ~ά: παξιμάδια. Βλ. διπλο~.|| ~ή: οξιά. ~ό: μαόνι.
55365φουρνόξυλοφουρ-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μακρύ ξύλινο φτυάρι, κατάλληλο για το φούρνισμα. 2. μακρύ ξύλο με το οποίο ο φούρναρης σκαλίζει τη φωτιά ή καθαρίζει τον φούρνο.
55366φούρνος[φοῦρνος] φούρ-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή ή επαγγελματική συσκευή ή τμήμα της για το ψήσιμο ή το ζέσταμα τροφίμων· (κυρ. παλαιότ.) κτιστή κατασκευή για ψήσιμο ψωμιού και φαγητού: αερόθερμος/αυτοκαθαριζόμενος/εντοιχιζόμενος/ηλεκτρικός/ηλιακός/πυρολυτικός ~. ~ άνω πάγκου/ατμού/γκαζιού/υγραερίου. Ο ~ της κουζίνας. ~οι αρτοποιίας (= αρτοκλίβανοι)/ζαχαροπλαστικής/εστιατορίου. Ανάβω τον ~ο. Προθερμαίνουμε τον ~ο στους 180 βαθμούς. (συνεκδ.) Ψήνουμε σε μέτριο ~ο (= σε μέτρια θερμοκρασία) για μισή ώρα. Βλ. εστία.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) Μακαρονάδα/πατάτες/φασόλια/χαλβάς ~ου. Κρέας στον ~ο.|| Παραδοσιακός/πέτρινος/χωριάτικος ~ (βλ. ξυλόφουρνος). ~ πίτσας (: ~ τούνελ). Βλ. μπάρμπεκιου.|| (μτφ.-εμφατ.) Το σπίτι είναι ~ (: πολύ ζεστό)! 2. (συνεκδ.) αρτοποιείο: ο ~ της γειτονιάς. ΣΥΝ. φουρνάρικο 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδική εγκατάσταση ή συσκευή στην οποία αναπτύσσονται υψηλές θερμοκρασίες και η οποία χρησιμοποιείται για τεχνικές εργασίες: βιομηχανικοί ~οι. ~οι βαφής (αυτοκινήτων). Πβ. καμίνι, κλίβανος. 4. (ειδικότ.) κρεματόριο. ● Υποκ.: φουρνάκι (το): στη σημ. 1: ~-ρομπότ. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοθερμικός φούρνος βλ. κυκλοθερμικός, φούρνος μικροκυμάτων βλ. μικροκύματα ● ΦΡ.: φούρνος να μην καπνίσει (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας: Ας γίνει το δικό του και ~ ~ (: δεν τον νοιάζει για τα υπόλοιπα)! Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου., κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε βλ. γκρεμίζω, σαν τον φούρνο του Χότζα βλ. χότζας [< μτγν. φοῦρνος < λατ. furnus]
55367φουρόφου-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φαρδιά φούστα από ψιλό ύφασμα, που φοριέται κάτω από φόρεμα ή φούστα, για να δώσει όγκο: νυφικό με ~. Βλ. κρινολίνο, μεσοφόρι. [< γαλλ. fourreau]
55368φουρούσιφου-ρού-σι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & φορούσι: ΑΡΧΙΤ. προεξοχή σε τοίχο, που χρησιμεύει για τη στήριξη γείσου, εξώστη ή μπαλκονιού: γύψινα/μαρμάρινα/πέτρινα/σιδερένια/σκαλιστά ~ια. [< τουρκ. füruç]
55369φουρτούναφουρ-τού-να ουσ. (θηλ.): μεγάλη αναταραχή της θάλασσας λόγω ισχυρών ανέμων: Έγινε/έχει/ξέσπασε ~. Το καράβι έπεσε σε ~. ΣΥΝ. θαλασσοταραχή, τρικυμία (1) ΑΝΤ. γαλήνη (2), κάλμα, μπουνάτσα (1) ● φουρτούνες (οι) (μτφ.): βάσανα, δυσκολίες, ταλαιπωρίες: νέες ~ για την κυβέρνηση. Έρχονται ~. Έχει περάσει πολλές ~ στη ζωή της.|| (σπανιότ. στον εν.) Πέρασε η ~ (πβ. θύελλα, μπόρα). ● ΦΡ.: μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες βλ. καράβι, ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται βλ. καπετάνιος [< μεσν. φο(υ)ρτούνα < ιταλ. fortuna ‘τύχη, θύελλα’]
55370φουρτουνιάζειφουρ-του-νιά-ζει ρ. (αμτβ.) {φουρτούνια-σε, -σμένος} (προφ.): έχει φουρτούνα: Η θάλασσα ~σε (ΑΝΤ. γαλήνεψε). ~σμένο: πέλαγος. ~σμένα: κύματα/νερά (= τρικυμισμένα). ΣΥΝ. ανταριάζει (1), τρικυμίζει ● φουρτουνιάζω (μτφ.): αναστατώνομαι, ταράζομαι: Έφυγε ~σμένος από το γραφείο.|| ~σμένη: εποχή (: πολυτάραχη, ταραχώδης, τρικυμιώδης).
55371φουρφούριφουρ-φού-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.): ανεμιστηράκι ή γενικότ. μικρή συσκευή με πτερύγια. Πβ. μύλος. Βλ. -ούρι. [< λ. ηχομιμητ.]
55372φουσάτο[φουσᾶτο] φου-σά-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} (παρωχ.-λαϊκό): οργανωμένο πλήθος στρατιωτών, στράτευμα. Πβ. ασκέρι, στρατιά. Βλ. -άτο. [< μεσν. φουσάτον < μτγν. λατ. fossatum ‘χαντάκι, τάφρος’]
55373φουσέκιβλ. φισέκι
55374φουσίλιβλ. φουζίλι
55375φούσκαφού-σκα ουσ. (θηλ.) 1. (κυρ. παλαιότ.-λαϊκό) μπαλόνι· (συνεκδ.-προφ.) οτιδήποτε με ανάλογο σχήμα: πολύχρωμες ~ες.|| Θάλασσα γεμάτη ~ες (= φυσαλίδες).|| ~ λεβιέ (ταχυτήτων)/χειρόφρενου. Κάνω ~ες με την τσίχλα (βλ. τσιχλόφουσκα).|| Η ~ του τζακιού (: ο χώρος πάνω από την εστία). 2. (μτφ.-προφ.) οτιδήποτε παρουσιάζεται αρχικά ως σημαντικό, αλλά στο τέλος αποδεικνύεται υπερτιμημένο, ασήμαντο ή απάτη: κερδοσκοπική/οικονομική ~. Η ~ των μετοχών (: έχουν υψηλή τιμή διαπραγμάτευσης, χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματική τους αξία)/του χρηματιστηρίου. Έσκασε η ~ των ακινήτων.|| Τεχνολογική ~. Μεταρρύθμιση-~. Η υπόθεση αποδείχθηκε ~. 3. φουσκάλα: Το στόμα μου γέμισε ~ες. Πβ. άφθα.|| Έβγαλα ~ες στα δάχτυλα. Πβ. φλύκταινα. 4. (λαϊκό) ουροδόχος κύστη: Πάει να σκάσει η ~ μου (: νιώθω έντονα την ανάγκη να ουρήσω). 5. ΖΩΟΛ. είδος εκλεκτού εδώδιμου οστρακοειδούς. Βλ. σπινιάλο, χιτωνόζωα.φούσκες (οι) (προφ.): ανοησίες, αερολογίες, σαχλαμάρες: Οι υποσχέσεις του είναι ~. Πβ. άρες μάρες, πομφόλυγες, φληναφήματα, φούμαρα. ΣΥΝ. σαπουνόφουσκες ● Υποκ.: φουσκίτσα (η) [< αρχ. φύσκη 2: αγγλ. bubble]
55376φουσκάλαφου-σκά-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. κύστη που σχηματίζεται στις ανώτερες στιβάδες του δέρματος και περιέχει ορώδες ή πυώδες υγρό: ~ες στα πόδια. Επιθέματα για ~ες. Έβγαλα ~ες. Πβ. καντήλες, πομφόλυγα, φλύκταινα, φούσκα. 2. μπουρμπουλήθρα: οι ~ες του καφέ. Πβ. φυσαλίδα. ● Υποκ.: φουσκαλίτσα (η)

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.