| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55350 | φούξια | φού-ξι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. γένος καλλωπιστικών φυτών (οικογ. Onagraceae), που περιλαμβάνει μικρούς θάμνους ή δενδρύλλια με κρεμαστά βιολετί, έντονα ροζ, κόκκινα ή λευκά άνθη. ΣΥΝ. σκουλαρικιά [< γαλλ.-αγγλ. fuchsia, γερμ. ανθρ. L. Fuchs] | |
| 55351 | φούξια | φού-ξι-α επίθ./ουσ. {άκλ.}: που έχει έντονη ροζ-μοβ απόχρωση: ~ κραγιόν.|| (ως ουσ.) Διακόσμηση σε τόνους του ~ (ενν. χρώματος). Ντυμένη στα ~ (ενν. ρούχα). Βλ. ματζέντα. [< αγγλ. fuchsia, 1923, γαλλ. ~] | |
| 55352 | φουράνιο | φου-ρά-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ετεροκυκλική ένωση (C4H4O)· άχρωμο, εύφλεκτο και τοξικό υγρό. Βλ. -άνιο. [< αγγλ. furan, γαλλ. furane, 1902] | |
| 55353 | φούρια | φού-ρια ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. μεγάλη βιασύνη: Μέσα/πάνω στη ~, ξέχασα τα κλειδιά μου. Μ' έχει πιάσει ~ να τελειώσω. Πού πας με τόση ~; Πβ. βιάση, πρεμούρα, σπουδή.|| Είναι σε μεγάλες ~ιες (: έχει τρεχάματα). 2. ορμή: Μπήκε/όρμησε με ~. Άνοιξε με ~ την πόρτα. Πβ. φόρα. [< μεσν. *φούρια < ιταλ. furia] | |
| 55354 | φουριόζος | , α, ικο φου-ριό-ζος επίθ. & (σπάν.) φουριόζικος, η, ο (προφ.): βιαστικός, ορμητικός: Μπήκε ~ (= φορτσάτος) μέσα. Κατέβηκε ~ τη σκάλα. Βλ. -όζος. [< ιταλ. furioso] | |
| 55355 | φούρκα | [φοῦρκα] φούρ-κα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) θυμός, οργή: Έχει ~ (με) τον ... Είπε δυο κουβέντες παραπάνω μέσα στη ~ του. Aπό τη ~ της, έβαλε τα κλάματα. Πβ. ζοχάδα, τσατίλα. 2. (λαϊκό) διχαλωτός πάσσαλος· δίκρανο. [< 2: μτγν. φοῦρκα] | |
| 55356 | φουρκέτα | φουρ-κέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. διχαλωτό τσιμπιδάκι για τα μαλλιά· γενικότ. κάθε παρόμοιο χρηστικό αντικείμενο: Έπιασε τον κότσο με ~ες.|| ~ες για τις κουρτίνες. Βγάζω τα κουκούτσια απ' τα κεράσια με ~. Ξύλινες ~ες (για σουβλάκια). 2. (μτφ.-προφ.) επικίνδυνη κλειστή στροφή (δρόμου): ανηφορική ~. Βλ. -έτα. [< ιταλ. forchetta] | |
| 55357 | φουρκίζω | φουρ-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φούρκι-σε, φουρκί-σει, -στηκε, -σμένος} (προφ.): εξοργίζω, θυμώνω: Μη με ~εις κι εσύ τώρα! ~στηκε με την κατάσταση. Είναι ~σμένος. Πβ. τσατίζω, χολιάζω. [< μτγν. φουρκίζω 'απαγχονίζω'] | |
| 55358 | φούρναρης | φούρ-να-ρης ουσ. (αρσ.) {φουρνάρηδες (σπάν.-λαϊκό) φουρναραίοι} , φουρνάρισσα (η) (προφ.): αρτοποιός: ο ~ της γειτονιάς. ΣΥΝ. ψωμάς (1) ● ΦΡ.: σαράντα χρόνια φούρναρης: για δήλωση μεγάλης πείρας σε κάποιον τομέα. [< μεσν. φουρνάρης < λατ. furnarius] | |
| 55359 | φουρνάρικο | φουρ-νά-ρι-κο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): αρτοποιείο. ΣΥΝ. φούρνος (2) | |
| 55360 | φουρνέλο | φουρ-νέ-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): τρύπα που ανοίγεται σε βράχο για τοποθέτηση εκρηκτικής ύλης· κυρ. συνεκδ. εκρηκτικό, δυναμίτης: Διάνοιξη σήραγγας/εξόρυξη (μεταλλεύματος) με ~α. Τα ~α προκάλεσαν κατολίσθηση. Βλ. εκβραχισμός. ● ΦΡ.: βάζω φουρνέλο (σε κάποιον/κάτι) (μτφ.): υπονομεύω: Μέτρα που ~ουν ~ στα εργασιακά δικαιώματα/στους χαμηλόμισθους. Πβ. δυναμιτίζω, πυροδοτώ, σαμποτάρω, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα, υποσκάπτω. [< ιταλ. fornello] | |
| 55361 | φουρνιά | φουρ-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. (μτφ.) ομάδα κυρ. προσώπων που ζουν και αναπτύσσουν κοινή δραστηριότητα την ίδια χρονική περίοδο: νέα ~ μαθητών. Η περσινή ~ αποφοίτων. Η χρυσή ~ της Εθνικής εφήβων. ~ιές λαθρομεταναστών (βλ. κύμα).|| Η τελευταία ~ του νέου μοντέλου αυτοκινήτου. Βλ. γενιά. 2. ποσότητα φαγητού ή γλυκού που μπορεί να ψηθεί σε έναν φούρνο: δύο ~ιές μελομακάρονα. Βλ. -ιά2. ● ΦΡ.: φουρνιές-φουρνιές (εμφατ.): κατά ομάδες: Έρχονταν/κατέφθαναν ~ ~. | |
| 55362 | φουρνίζω | φουρ-νί-ζω ρ. (μτβ.) {φούρνι-σα, φουρνί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λαϊκό): βάζω στον φούρνο για ψήσιμο: ~ουν το ψωμί. ~σαν πίτες. ΑΝΤ. ξε~.|| ~σμένο: ξύλο (= φουρνιστό). [< μεσν. φουρνίζω] | |
| 55363 | φούρνισμα | φούρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια του φουρνίζω: ~ του ψωμιού. Πβ. ψήσιμο. ΑΝΤ. ξεφούρνισμα | |
| 55364 | φουρνιστός | , ή, ό φουρ-νι-στός επίθ.: που έχει ψηθεί σε φούρνο ή έχει υποστεί ξήρανση σε ειδικό κλίβανο: ~ό: ψωμί. ~ές: πατάτες (: φούρνου). ~ά: παξιμάδια. Βλ. διπλο~.|| ~ή: οξιά. ~ό: μαόνι. | |
| 55365 | φουρνόξυλο | φουρ-νό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. μακρύ ξύλινο φτυάρι, κατάλληλο για το φούρνισμα. 2. μακρύ ξύλο με το οποίο ο φούρναρης σκαλίζει τη φωτιά ή καθαρίζει τον φούρνο. | |
| 55366 | φούρνος | [φοῦρνος] φούρ-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή ή επαγγελματική συσκευή ή τμήμα της για το ψήσιμο ή το ζέσταμα τροφίμων· (κυρ. παλαιότ.) κτιστή κατασκευή για ψήσιμο ψωμιού και φαγητού: αερόθερμος/αυτοκαθαριζόμενος/εντοιχιζόμενος/ηλεκτρικός/ηλιακός/πυρολυτικός ~. ~ άνω πάγκου/ατμού/γκαζιού/υγραερίου. Ο ~ της κουζίνας. ~οι αρτοποιίας (= αρτοκλίβανοι)/ζαχαροπλαστικής/εστιατορίου. Ανάβω τον ~ο. Προθερμαίνουμε τον ~ο στους 180 βαθμούς. (συνεκδ.) Ψήνουμε σε μέτριο ~ο (= σε μέτρια θερμοκρασία) για μισή ώρα. Βλ. εστία.|| (ΜΑΓΕΙΡ.-ΖΑΧΑΡ.) Μακαρονάδα/πατάτες/φασόλια/χαλβάς ~ου. Κρέας στον ~ο.|| Παραδοσιακός/πέτρινος/χωριάτικος ~ (βλ. ξυλόφουρνος). ~ πίτσας (: ~ τούνελ). Βλ. μπάρμπεκιου.|| (μτφ.-εμφατ.) Το σπίτι είναι ~ (: πολύ ζεστό)! 2. (συνεκδ.) αρτοποιείο: ο ~ της γειτονιάς. ΣΥΝ. φουρνάρικο 3. ΤΕΧΝΟΛ. ειδική εγκατάσταση ή συσκευή στην οποία αναπτύσσονται υψηλές θερμοκρασίες και η οποία χρησιμοποιείται για τεχνικές εργασίες: βιομηχανικοί ~οι. ~οι βαφής (αυτοκινήτων). Πβ. καμίνι, κλίβανος. 4. (ειδικότ.) κρεματόριο. ● Υποκ.: φουρνάκι (το): στη σημ. 1: ~-ρομπότ. ● ΣΥΜΠΛ.: κυκλοθερμικός φούρνος βλ. κυκλοθερμικός, φούρνος μικροκυμάτων βλ. μικροκύματα ● ΦΡ.: φούρνος να μην καπνίσει (προφ.): για δήλωση αδιαφορίας: Ας γίνει το δικό του και ~ ~ (: δεν τον νοιάζει για τα υπόλοιπα)! Πβ. δεν μου καίγεται καρφί, σκασίλα μου., κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε βλ. γκρεμίζω, σαν τον φούρνο του Χότζα βλ. χότζας [< μτγν. φοῦρνος < λατ. furnus] | |
| 55367 | φουρό | φου-ρό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φαρδιά φούστα από ψιλό ύφασμα, που φοριέται κάτω από φόρεμα ή φούστα, για να δώσει όγκο: νυφικό με ~. Βλ. κρινολίνο, μεσοφόρι. [< γαλλ. fourreau] | |
| 55368 | φουρούσι | φου-ρού-σι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & φορούσι: ΑΡΧΙΤ. προεξοχή σε τοίχο, που χρησιμεύει για τη στήριξη γείσου, εξώστη ή μπαλκονιού: γύψινα/μαρμάρινα/πέτρινα/σιδερένια/σκαλιστά ~ια. [< τουρκ. füruç] | |
| 55369 | φουρτούνα | φουρ-τού-να ουσ. (θηλ.): μεγάλη αναταραχή της θάλασσας λόγω ισχυρών ανέμων: Έγινε/έχει/ξέσπασε ~. Το καράβι έπεσε σε ~. ΣΥΝ. θαλασσοταραχή, τρικυμία (1) ΑΝΤ. γαλήνη (2), κάλμα, μπουνάτσα (1) ● φουρτούνες (οι) (μτφ.): βάσανα, δυσκολίες, ταλαιπωρίες: νέες ~ για την κυβέρνηση. Έρχονται ~. Έχει περάσει πολλές ~ στη ζωή της.|| (σπανιότ. στον εν.) Πέρασε η ~ (πβ. θύελλα, μπόρα). ● ΦΡ.: μεγάλα καράβια, μεγάλες φουρτούνες βλ. καράβι, ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται βλ. καπετάνιος [< μεσν. φο(υ)ρτούνα < ιταλ. fortuna ‘τύχη, θύελλα’] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ