| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55377 | φουσκί | φου-σκί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κοπριά, κοπρόχωμα. [< πβ. μεσν. φύσκιον 'μικρό λουκάνικο'] | |
| 55378 | φουσκοδεντριά | φου-σκο-δε-ντρι-ά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): το χρονικό διάστημα πριν την ανοιξιάτικη ανθοφορία. ● φουσκοδεντριές (οι) (μτφ.): έντονος ερωτικός πόθος: Έχει ~. | |
| 55379 | φουσκοθαλασσιά | φου-σκο-θα-λασ-σιά ουσ. (θηλ.): ταραγμένη θάλασσα, με μικρό ή μεγάλο κυματισμό, χωρίς απαραίτητα να φυσά δυνατός άνεμος. | |
| 55380 | φουσκονεριά | φου-σκο-νε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-λογοτ.): πλημμυρίδα. ΑΝΤ. φυρονεριά | |
| 55381 | φούσκος | [φοῦσκος] φού-σκος ουσ. (αρσ.) (προφ.): δυνατή σφαλιάρα, χαστούκι: Του άστραψε/έριξε/έσκασε/έχωσε έναν ~ο. Έφαγε ~ο. ΣΥΝ. μπάτσος1 (1), σκαμπίλι (1) | |
| 55382 | φούσκωμα | φού-σκω-μα ουσ. (ουδ.) {φουσκώμ-ατος | -ατα} (προφ.) ΑΝΤ. ξεφούσκωμα 1. διοχέτευση αέρα στο εσωτερικό αντικειμένου, για να πάρει το κανονικό του σχήμα: ~ των ελαστικών/του μπαλονιού. Τρόμπα ~ατος. 2. (κατ' επέκτ.) διόγκωση: ~ της ζύμης (βλ. μαγιά). ~ατα και σκασίματα του τοίχου.|| (ΒΟΤ.) ~ των ματιών (στο αμπέλι).|| (μτφ.) ~ της θάλασσας (= φουσκοθαλασσιά)/του ποταμού (βλ. υπερχείλιση). 3. (μτφ.) αύξηση: ~ των τιμών. Βλ. παρα~. 4. (μτφ.) αίσθημα δυσφορίας, συνήθ. λόγω υπερβολικής κατανάλωσης τροφής: ~ στην κοιλιά/στο στομάχι. Πβ. βαρυστομαχιά, μετεωρ-, τυμπαν-ισμός, πρήξιμο, στούμπωμα, τουμπάνιασμα. | |
| 55383 | φουσκώνω | φου-σκώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φούσκω-σα, φουσκώ-σει, -μένος, φουσκών-οντας} 1. γεμίζω με αέρα: ~ μπαλόνια/το σωσίβιο. ~ το λάστιχο του ποδηλάτου (βλ. τρόμπα).|| Ο άνεμος ~ε τα πανιά. ΑΝΤ. ξεφουσκώνω (1) 2. (προφ.) διογκώνω ή διογκώνομαι: Μη ~εις τη βαλίτσα με περιττά πράγματα (πβ. παραγεμίζω). Άσκηση με βάρη που ~ει τους μυς (βλ. μπόντι-μπίλντινγκ).|| ~σα από το πολύ φαγητό (= πρήστηκα). Πβ. βαρυστομαχιάζω, τουμπανιάζω.|| Αλεύρι που ~ει μόνο του (βλ. φαρίνα). Αφήνω τη ζύμη/τον καφέ να ~σει. Το πάτωμα ~σε από την υγρασία. ~μένα: χείλη (: από τη σιλικόνη). (για έγκυο:) Έχει αρχίσει να ~ει (η κοιλιά της).|| (μτφ.) ~ει από εγωισμό/(το στήθος του) από περηφάνια. Η θάλασσα ~σε (: έχει φουσκοθαλασσιά). ~μένα: νερά (του ποταμού). 3. (μτφ.-προφ.) αυξάνω ή αυξάνομαι: Έχουν ~σει τις τιμές. ~μένος: λογαριασμός. ~μένες: πιστωτικές (ενν. κάρτες). 4. (λαϊκό) αφήνω (κάποια) έγκυο. ΣΥΝ. γκαστρώνω (1) ● ΣΥΜΠΛ.: γεμάτη/φουσκωμένη τσέπη βλ. τσέπη ● ΦΡ.: τα φουσκώνω (μτφ.-προφ.): υπερβάλλω, τα μεγαλοποιώ. Πβ. τα παραφουσκώνω. ΣΥΝ. τα παραλέω, φουσκώνω τα μυαλά κάποιου (μτφ.-προφ.): του εμπνέω υπερβολική αυτοπεποίθηση ή του δημιουργώ ψεύτικες προσδοκίες: Του έλεγαν πως είναι ο καλύτερος και του ~σαν ~. Του έχουν ~σει ~ με υποσχέσεις.|| Έχουν ~σει (= πάρει αέρα) ~ του., φουσκώνει σαν διάνος βλ. διάνος, φουσκώνει/καμαρώνει/κορδώνεται σαν (το) παγόνι βλ. παγόνι [< μεσν. φουσκώνω] | |
| 55384 | φουσκωτός | , ή, ό φου-σκω-τός επίθ. 1. γεμισμένος με αέρα: ~ή: βάρκα/λέμβος (= πνευστή)/μπάλα/πισίνα/πολυθρόνα. ~ό: κρεβάτι/στρώμα (θαλάσσης)/ταχύπλοο. ~ά: παιχνίδια. 2. που έχει όγκο: ~ά: μάγουλα/μαλλιά. Πουκάμισο με ~ά (= μπαλούν) μανίκια. ● Ουσ.: φουσκωτό (το): σκάφος από ειδικό συνθετικό υλικό με αεροθαλάμους στα πλευρικά μέρη., φουσκωτός (ο) (αργκό): εύσωμος, καλογυμνασμένος άνδρας· ειδικότ. μπράβος, σωματοφύλακας. Πβ. μάτσο2, μπρατσαράς. | |
| 55385 | φούστα | φού-στα ουσ. (θηλ.): γυναικείο ρούχο που περιβάλλει το μέρος του σώματος κάτω από τη μέση: δερμάτινη/εβαζέ/εμπριμέ/κλος/μάλλινη/πλισέ/πτυχωτή/σατέν/τζιν ~. Κοντή/μάξι/μίνι/στενή/φαρδιά/χυτή ~. Αέρινες ~ες. ~ με βολάν/πιέτες/τσέπες. ~ από ταφτά/μέχρι το γόνατο. ~ μπαλούν. Ο γύρος/οι δίπλες/οι σούρες/το στρίφωμα της ~ας. Βλ. γραμμή άλφα, ζιπ κιλότ, ταγέρ, φουρό.|| Η ~ της μπαλαρίνας.|| Σκωτσέζικη ~ (= κιλτ). Βλ. φουστανέλα. ● Υποκ.: φουστάκι (το), φουστίτσα (η) ● ΦΡ.: κρέμεται/κρύβεται πίσω/δεν ξεκολλά από τη φούστα της μαμάς του βλ. μαμά [< ιταλ. fusta] | |
| 55386 | φουστανέλα | φου-στα-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΛΑΟΓΡ. πολύπτυχη φούστα από βαμβακερό, συνήθ. λευκό ύφασμα, με ύψος περ. ως το γόνατο, η οποία αποτελεί στοιχείο της παραδοσιακής ανδρικής ενδυμασίας σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας. Βλ. εύζωνας, σελάχι. [< υποκορ. της λ. φουστάνι, μεσν. λατ. fustanella, ιταλ. ~, 1869, αγγλ. ~, γαλλ. fustanelle, 1844] | |
| 55387 | φουστανελοφόρος | φου-στα-νε-λο-φό-ρος ουσ. (αρσ.) (επίσ.) & (προφ.) φουστανελάς: αυτός που φορά φουστανέλα. Πβ. εύζωνας, τσολιάς. Βλ. -φόρος. | |
| 55388 | φουστάνι | φου-στά-νι ουσ. (ουδ.) (προφ.): φόρεμα. ● Υποκ.: φουστανάκι (το) ● ΦΡ.: πίσω από τα φουστάνια/την ποδιά της μάνας βλ. μάνα [< μεσν. φουστάνι < ιταλ. πληθ. fustagni] | |
| 55389 | φούτερ | φού-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: βαμβακερό ύφασμα με χνουδωτή υφή εσωτερικά· κυρ. συνεκδ. η αντίστοιχη μπλούζα: παντελόνι από ~.|| ~ με κουκούλα/λαιμόκοψη/φερμουάρ. ΣΥΝ. κολεγιακή μπλούζα ● Υποκ.: φουτεράκι (το) [< γερμ. Futter] | |
| 55390 | φούτμπολ | φού-τμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουτμπόλ (προφ.): ποδόσφαιρο. | |
| 55391 | φουτουρισμός | φου-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πρωτοποριακό κίνημα των αρχών του 20ού αι., που απέρριπτε τις παραδοσιακές φόρμες και εμπνεόταν από τις τεχνολογικές ανακαλύψεις, τη μελλοντική πρόοδο, την ταχύτητα και τη ζωή των μεγαλουπόλεων. Βλ. κονστρουκτιβ-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός. ΣΥΝ. μελλοντισμός [< γαλλ. futurisme, 1909, ιταλ. futurismo, 1909] | |
| 55392 | φουτουριστής | φου-του-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φουτουρίστρια}: εκπρόσωπος ή οπαδός του φουτουρισμού: Οι ~ές αντιτάχθηκαν στον Ρομαντισμό.|| (ως επίθ.) ~ής: ζωγράφος/ποιητής. ~ές: καλλιτέχνες. [< γαλλ. futuriste, 1909, ιταλ. futurista, 1909] | |
| 55393 | φουτουριστικός | , ή, ό φου-του-ρι-στι-κός επίθ. 1. που είναι τόσο εξελιγμένος, ώστε μοιάζει σαν να έχει έρθει από το μέλλον· μοντέρνος, πρωτοποριακός: ~ή: σχεδίαση/ταινία/τεχνολογία. ~ό: αυτοκίνητο/στιλ. ~ά: κτίρια/σχέδια. 2. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον φουτουρισμό: ~ή: αισθητική. ~ό: μανιφέστο. [< 1: αγγλ. futuristic, 1958 2: γαλλ. futuriste, 1909, ιταλ. futuristico, 1914] | |
| 55394 | φουφού | φου-φού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φορητή εστία ψησίματος: καλαμπόκι/κάστανα στη ~. Βλ. καστανιέρα, ψησταριά, -ού4. [< διαλεκτ. τουρκ. fufu] | |
| 55395 | φουφούλα | φου-φού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. το φουσκωτό πίσω μέρος του παντελονιού της παραδοσιακής νησιώτικης φορεσιάς· συνεκδ. νησιώτικη βράκα. 2. φουσκωτό βρακάκι-κοντό παντελονάκι για μικρά παιδιά. 3. (κατ' επέκτ.) φουσκωτό γυναικείο παντελόνι. Πβ. παντελόνα, σαλβάρι. | |
| 55396 | φούχτα | βλ. χούφτα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ