Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55880-55900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55397ΦΠΑ(το/ο): Φόρος Προστιθέμενης Αξίας.
55398ΦΠΨ(το): Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας (της Φιλοσοφικής Σχολής).
55399φραγγέλιοφραγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μαστίγιο με λωρίδες, στην άκρη των οποίων είναι δεμένα μεταλλικά ή αιχμηρά αντικείμενα. Πβ. κνούτο.|| (μτφ.) Εδώ χρειάζεται ~ (= αυστηρή τιμωρία). Πβ. βούρδουλας, καμουτσίκι. [< μτγν. φραγγέ(λ)λιον, φραγέλιον]
55400φραγήφρα-γή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που αποκλείει την πραγματοποίηση κυρ. τηλεφωνικών κλήσεων ή λογισμικό που εμποδίζει την πρόσβαση σε ιστοσελίδες ή τη διενέργεια συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών δικτύων: επιλεκτική/προσωρινή ~. ~ διεθνών/εισερχόμενων/εξερχόμενων/υπεραστικών κλήσεων. ~ μηνυμάτων. (Απ)ενεργοποίηση/άρση/κωδικός ~ής. Έβαλα ~.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Πλοήγηση με ~ αναδυόμενων παραθύρων. Πβ. μπλοκάρισμα. [< αγγλ. barring]
55401φραγκάτος, η, ο [φραγκᾶτος] φρα-γκά-τος επίθ. (αργκό): πλούσιος, ευκατάστατος. Πβ. λεφτάς. Βλ. -άτος.
55402φράγκικος, η, ο φρά-γκι-κος επίθ. & φραγκικός, ή, ό 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φράγκους: ~η: κατάκτηση/κυριαρχία (βλ. φραγκοκρατία). ~ο: βασίλειο/κάστρο/μοναστήρι. ~α: μνημεία. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) δυτικοευρωπαϊκός: ~ο: κουστούμι. 3. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) (ρωμαιο)καθολικός: ~η: εκκλησία. ● Ουσ.: φράγκικα (τα) (παλαιότ.) 1. ευρωπαϊκά ρούχα. 2. κάθε δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα. [< μεσν. φράγκικος]
55403φράγκιοφρά-γκι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fr, Z 87), το βαρύτερο των αλκαλίων, το οποίο εντοπίζεται σε κοιτάσματα ουρανίου και θορίου. [< γαλλ. francium, 1939 < France, αγγλ. ~, 1946]
55404φραγκισκανόςφρα-γκι-σκα-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα: Μονή ~ών.|| (ως επίθ.) ~ός: μοναχός. ~ό: μοναστήρι. Βλ. ιησουίτης, καπουτσίνος. [< μεσν. λατ. Franciscanus]
55405φράγκοφρά-γκο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) λεφτά: Δεν μου περισσεύει ~. Δεν μας πήρε ~. Βγάζει πολλά ~α. 2. νομισματική μονάδα της Ελβετίας και ορισμένων αφρικανικών χωρών. ● Υποκ.: φραγκάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: δεν έχω φράγκο: έχω ξεμείνει τελείως από χρήματα: ~ ~ πάνω μου/στην τσέπη. Βλ. άφραγκος. ΣΥΝ. δεν έχω μία, είμαι/έμεινα πανί με πανί, δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα βλ. αξίζω, δεν δίνω δεκάρα/δυάρα/μία/πεντάρα (τσακιστή)/φράγκο βλ. δίνω [< ιταλ. franco < γαλλ. franc]
55406φραγκο- & φραγκό- & φραγκ-α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στους Φράγκους, τον καθολικισμό, τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό: Φραγκο-κρατία. Φραγκο-κάστελο/~κλησιά.|| (λαϊκό-μειωτ.) Φραγκό-παπας.|| Φραγκο-λεβαντίνικος. (Τα) φραγκο-χιώτικα.|| (σε κοινές ονομασ. μη αυτόχθονων φυτών) Φραγκο-συκιά/~στάφυλο. 2. (μτφ.) στο φράγκο, τη δεκάρα, τα λεφτά: φραγκο-δίφραγκα. Φραγκο-φονιάς.|| Φραγκ-άτος.
55407φραγκοδίφραγκαφρα-γκο-δί-φρα-γκα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): κέρματα με μικρή αξία· κατ' επέκτ. πολύ μικρό ποσό: Πούλησε το αυτοκίνητό του για ~. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι σε κάποιον) λιανά βλ. λιανός
55408φραγκοκλησιάφρα-γκο-κλη-σιά ουσ. (θηλ.) & φραγκοκκλησιά (παρωχ.-λαϊκό): καθολική εκκλησία.
55409φραγκόκοταφρα-γκό-κο-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. οικόσιτο πτηνό (επιστ. ονομασ. Numida meleagris) με σκούρο γκρίζο ή μαύρο φτέρωμα με λευκά στίγματα, κοντή ουρά και γυμνό κεφάλι και λαιμό. ΣΥΝ. μελεαγρίδα
55410φραγκοκρατίαφρα-γκο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Φ): ΙΣΤ. η κυριαρχία των Φράγκων και ιδ. των δυτικοευρωπαίων ηγεμόνων σε διάφορες περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας· η αντίστοιχη χρονική περίοδος (13ος-16ος αι.). Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. λατινοκρατία
55411φραγκοκρατούμενος, η, ο φρα-γκο-κρα-τού-με-νος επίθ.: ΙΣΤ. που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων: ~ες: περιοχές. Βλ. -κρατούμενος.
55412φραγκολεβαντίνικος, η, ο φρα-γκο-λε-βα-ντί-νι-κος επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τους φραγκολεβαντίνους. Πβ. λεβαντίνικος. ● Ουσ.: φραγκολεβαντίνικα (τα): Ελληνικά (γραμμένα) με λατινικούς χαρακτήρες. Βλ. γκρίκλις. ΣΥΝ. φραγκοχιώτικα
55413φραγκολεβαντίνοςφρα-γκο-λε-βα-ντί-νος ουσ. (αρσ.) {θηλ. φραγκολεβαντίνα} (κ. με κεφαλ. Φ, παλαιότ.) ΣΥΝ. λεβαντίνος 1. άτομο δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής, που μεγάλωσε και ζούσε στην Ανατολική Μεσόγειο ή την Εγγύς Ανατολή. 2. (μτφ.) άνθρωπος με μειωμένη εθνική συνείδηση, λόγω ξένων, κυρ. ευρωπαϊκών, επιρροών.
55414φραγκόπαπαςφρα-γκό-πα-πας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): καθολικός ιερέας· αβάς.
55415ΦράγκοςΦρά-γκος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. Φράγκισσα} (παλαιότ.) 1. ΙΣΤ. (κυρ. κατά τη βυζαντινή περίοδο) Δυτικοευρωπαίος. 2. ΘΡΗΣΚ. (κατ' επέκτ.) ρωμαιοκαθολικός. [< μεσν. Φράγκος]
55416φραγκοστάφυλοφρα-γκο-στά-φυ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αυτοφυής θάμνος (οικογ. Grossulariaceae, γένος Ribes, ιδ. R. uva-crispa στην Ευρώπη και R. hirtellum στις Η.Π.Α.) κυρ. οι μικρές εδώδιμες ρώγες του, οι οποίες έχουν σχήμα σταφυλιού και ελαφρά ξινή γεύση· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ο σχετικός καρπός. Βλ. υπερτροφή, φρούτα του δάσους.|| Κιτρινόλευκα, κόκκινα/μαύρα/μοβ/πράσινα ~α. Μαρμελάδα/χυμός ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.