Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55880-55900]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55390φούτμπολφού-τμπολ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φουτμπόλ (προφ.): ποδόσφαιρο.
55391φουτουρισμόςφου-του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. πρωτοποριακό κίνημα των αρχών του 20ού αι., που απέρριπτε τις παραδοσιακές φόρμες και εμπνεόταν από τις τεχνολογικές ανακαλύψεις, τη μελλοντική πρόοδο, την ταχύτητα και τη ζωή των μεγαλουπόλεων. Βλ. κονστρουκτιβ-, κυβ-, υπερρεαλ-ισμός. ΣΥΝ. μελλοντισμός [< γαλλ. futurisme, 1909, ιταλ. futurismo, 1909]
55392φουτουριστήςφου-του-ρι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φουτουρίστρια}: εκπρόσωπος ή οπαδός του φουτουρισμού: Οι ~ές αντιτάχθηκαν στον Ρομαντισμό.|| (ως επίθ.) ~ής: ζωγράφος/ποιητής. ~ές: καλλιτέχνες. [< γαλλ. futuriste, 1909, ιταλ. futurista, 1909]
55393φουτουριστικός, ή, ό φου-του-ρι-στι-κός επίθ. 1. που είναι τόσο εξελιγμένος, ώστε μοιάζει σαν να έχει έρθει από το μέλλον· μοντέρνος, πρωτοποριακός: ~ή: σχεδίαση/ταινία/τεχνολογία. ~ό: αυτοκίνητο/στιλ. ~ά: κτίρια/σχέδια. 2. ΛΟΓΟΤ. -ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με τον φουτουρισμό: ~ή: αισθητική. ~ό: μανιφέστο. [< 1: αγγλ. futuristic, 1958 2: γαλλ. futuriste, 1909, ιταλ. futuristico, 1914]
55394φουφούφου-φού ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): φορητή εστία ψησίματος: καλαμπόκι/κάστανα στη ~. Βλ. καστανιέρα, ψησταριά, -ού4. [< διαλεκτ. τουρκ. fufu]
55395φουφούλαφου-φού-λα ουσ. (θηλ.) 1. ΛΑΟΓΡ. το φουσκωτό πίσω μέρος του παντελονιού της παραδοσιακής νησιώτικης φορεσιάς· συνεκδ. νησιώτικη βράκα. 2. φουσκωτό βρακάκι-κοντό παντελονάκι για μικρά παιδιά. 3. (κατ' επέκτ.) φουσκωτό γυναικείο παντελόνι. Πβ. παντελόνα, σαλβάρι.
55396φούχταβλ. χούφτα
55397ΦΠΑ(το/ο): Φόρος Προστιθέμενης Αξίας.
55398ΦΠΨ(το): Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας (της Φιλοσοφικής Σχολής).
55399φραγγέλιοφραγ-γέ-λι-ο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): μαστίγιο με λωρίδες, στην άκρη των οποίων είναι δεμένα μεταλλικά ή αιχμηρά αντικείμενα. Πβ. κνούτο.|| (μτφ.) Εδώ χρειάζεται ~ (= αυστηρή τιμωρία). Πβ. βούρδουλας, καμουτσίκι. [< μτγν. φραγγέ(λ)λιον, φραγέλιον]
55400φραγήφρα-γή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που αποκλείει την πραγματοποίηση κυρ. τηλεφωνικών κλήσεων ή λογισμικό που εμποδίζει την πρόσβαση σε ιστοσελίδες ή τη διενέργεια συναλλαγών μέσω ηλεκτρονικών δικτύων: επιλεκτική/προσωρινή ~. ~ διεθνών/εισερχόμενων/εξερχόμενων/υπεραστικών κλήσεων. ~ μηνυμάτων. (Απ)ενεργοποίηση/άρση/κωδικός ~ής. Έβαλα ~.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) Πλοήγηση με ~ αναδυόμενων παραθύρων. Πβ. μπλοκάρισμα. [< αγγλ. barring]
55401φραγκάτος, η, ο [φραγκᾶτος] φρα-γκά-τος επίθ. (αργκό): πλούσιος, ευκατάστατος. Πβ. λεφτάς. Βλ. -άτος.
55402φράγκικος, η, ο φρά-γκι-κος επίθ. & φραγκικός, ή, ό 1. ΙΣΤ. που σχετίζεται με τους Φράγκους: ~η: κατάκτηση/κυριαρχία (βλ. φραγκοκρατία). ~ο: βασίλειο/κάστρο/μοναστήρι. ~α: μνημεία. 2. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) δυτικοευρωπαϊκός: ~ο: κουστούμι. 3. (κατ' επέκτ.-παλαιότ.) (ρωμαιο)καθολικός: ~η: εκκλησία. ● Ουσ.: φράγκικα (τα) (παλαιότ.) 1. ευρωπαϊκά ρούχα. 2. κάθε δυτικοευρωπαϊκή γλώσσα. [< μεσν. φράγκικος]
55403φράγκιοφρά-γκι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ραδιενεργό μεταλλικό στοιχείο (σύμβ. Fr, Z 87), το βαρύτερο των αλκαλίων, το οποίο εντοπίζεται σε κοιτάσματα ουρανίου και θορίου. [< γαλλ. francium, 1939 < France, αγγλ. ~, 1946]
55404φραγκισκανόςφρα-γκι-σκα-νός ουσ. (αρσ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΘΡΗΣΚ. μέλος του ρωμαιοκαθολικού μοναστικού τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης· (συνεκδ.-στον πληθ.) το αντίστοιχο τάγμα: Μονή ~ών.|| (ως επίθ.) ~ός: μοναχός. ~ό: μοναστήρι. Βλ. ιησουίτης, καπουτσίνος. [< μεσν. λατ. Franciscanus]
55405φράγκοφρά-γκο ουσ. (ουδ.) 1. (προφ.) λεφτά: Δεν μου περισσεύει ~. Δεν μας πήρε ~. Βγάζει πολλά ~α. 2. νομισματική μονάδα της Ελβετίας και ορισμένων αφρικανικών χωρών. ● Υποκ.: φραγκάκι (το): στη σημ. 2. ● ΦΡ.: δεν έχω φράγκο: έχω ξεμείνει τελείως από χρήματα: ~ ~ πάνω μου/στην τσέπη. Βλ. άφραγκος. ΣΥΝ. δεν έχω μία, είμαι/έμεινα πανί με πανί, δεν αξίζει/δεν πιάνει μία/δεκάρα βλ. αξίζω, δεν δίνω δεκάρα/δυάρα/μία/πεντάρα (τσακιστή)/φράγκο βλ. δίνω [< ιταλ. franco < γαλλ. franc]
55406φραγκο- & φραγκό- & φραγκ-α' συνθετικό που αναφέρεται 1. στους Φράγκους, τον καθολικισμό, τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό: Φραγκο-κρατία. Φραγκο-κάστελο/~κλησιά.|| (λαϊκό-μειωτ.) Φραγκό-παπας.|| Φραγκο-λεβαντίνικος. (Τα) φραγκο-χιώτικα.|| (σε κοινές ονομασ. μη αυτόχθονων φυτών) Φραγκο-συκιά/~στάφυλο. 2. (μτφ.) στο φράγκο, τη δεκάρα, τα λεφτά: φραγκο-δίφραγκα. Φραγκο-φονιάς.|| Φραγκ-άτος.
55407φραγκοδίφραγκαφρα-γκο-δί-φρα-γκα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): κέρματα με μικρή αξία· κατ' επέκτ. πολύ μικρό ποσό: Πούλησε το αυτοκίνητό του για ~. ● ΦΡ.: κάνω (κάτι σε κάποιον) λιανά βλ. λιανός
55408φραγκοκλησιάφρα-γκο-κλη-σιά ουσ. (θηλ.) & φραγκοκκλησιά (παρωχ.-λαϊκό): καθολική εκκλησία.
55409φραγκόκοταφρα-γκό-κο-τα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. οικόσιτο πτηνό (επιστ. ονομασ. Numida meleagris) με σκούρο γκρίζο ή μαύρο φτέρωμα με λευκά στίγματα, κοντή ουρά και γυμνό κεφάλι και λαιμό. ΣΥΝ. μελεαγρίδα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.