| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55417 | φραγκοσυκιά | φρα-γκο-συ-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κάκτος (επιστ. ονομασ. Opuntia ficus-indica) με σαρκώδεις αγκαθωτούς βλαστούς ελλειπτικού σχήματος και εδώδιμους καρπούς, τα φραγκόσυκα. | |
| 55418 | φραγκόσυκο | φρα-γκό-συ-κο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, αγκαθωτός, κίτρινος, πορτοκαλί ή ροδοκόκκινος καρπός της φραγκοσυκιάς, ο οποίος αναπτύσσεται στις άκρες των βλαστών της: μαρμελάδα ~. | |
| 55419 | Φραγκοσυριανός, Φραγκοσυριανή | Φρα-γκο-συ-ρια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.): Έλληνας καθολικός της Σύρου. | |
| 55420 | φραγκοφονιάς | φρα-γκο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τσιγκούνης· (για επαγγελματία αθλητή) παραδόπιστος. Πβ. εξηνταβελόνης, καρμίρης, μίζερος, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης. | |
| 55421 | φραγκόφτυαρο | φρα-γκό-φτυα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. πηλοφόρι. | |
| 55422 | φραγκοχιώτικα | φρα-γκο-χιώ-τι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): φραγκολεβαντίνικα. | |
| 55423 | φράγμα | φράγ-μα ουσ. (ουδ.) {φράγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνητή κατασκευή συνήθ. κατά πλάτος ποταμού, η οποία συγκρατεί τη φυσική ροή των υδάτων του, με σκοπό κυρ. την αποθήκευση ή παροχέτευσή τους: αρδευτικό/τεχνητό/υδροηλεκτρικό/χωμάτινο ~. Ανασχετικό ~ (= ~ ανάσχεσης). Αντιπλημμυρικά/μεγάλα (: άνω των πενήντα μέτρων)/μικρά (: κάτω των δεκαπέντε μέτρων)/χαμηλά ~ατα. Ο ταμιευτήρας ενός ~ατος. ~ατα βαρύτητας. Πβ. ανάχωμα, υδατοφράκτης. Βλ. κορμοφράγματα, υπερχειλιστής. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε φράζει ή κλείνει το πέρασμα προς κάποιο σημείο ή εμποδίζει την επικοινωνία: αδιαπέραστο/φυσικό ~. ~ ασφαλείας. Σιδηροδρομική διάβαση χωρίς κινητά ~ατα. Πλωτά ~ατα (: για τον περιορισμό πετρελαιοκηλίδων).|| (ΦΥΣ.) ~ δυναμικού/περίθλασης.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πυρός. Βλ. διά-, έμ-, θυρό-, οδό-, περί-φραγμα. 3. (μτφ.) όριο: Ο πληθυσμός της χώρας ξεπέρασε το ~ των ... εκατομμυρίων. Το πετρέλαιο έσπασε το ~ των ... δολαρίων (το βαρέλι). ● ΣΥΜΠΛ.: το φράγμα του ήχου: ΦΥΣ. απότομη αύξηση της αεροδυναμικής αντίστασης, όταν η ταχύτητα ενός αεροσκάφους φτάνει την ταχύτητα του ήχου: Το αεροπλάνο έσπασε ~ ~. [< αγγλ. sound barrier, 1939, sonic barrier, 1945] , ψυχολογικό φράγμα βλ. ψυχολογικός [< αρχ. φράγμα ‘φράχτης, προστασία’, γαλλ. barrière, barrage] | |
| 55424 | φραγμός | φραγ-μός ουσ. (αρσ.): εμπόδιο: Η συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών βάζει/θέτει ~ούς στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Είναι άνθρωπος χωρίς ηθικούς ~ούς (= αναστολές). Οι γλωσσικοί ~οί εμποδίζουν την άμεση επικοινωνία. Πβ. πρόσκομμα, τείχος, τροχοπέδη. ● ΣΥΜΠΛ.: αιματοεγκεφαλικός φραγμός βλ. αιματοεγκεφαλικός [< αρχ. φραγμός ‘περίφραγμα, οχύρωση’, γαλλ. barrière] | |
| 55425 | φράζω | φρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έφρα-ξε, φρά-ξει, -χτηκε, -χτεί, -γμένος, φράζ-οντας} & (λόγ.) φράσσω ΑΝΤ. ξεφράζω 1. τοποθετώ φράχτη ή παρόμοια κατασκευή γύρω από μια έκταση ή έναν χώρο: ~ξαν το κτήμα με πλέγμα/το σπίτι με κάγκελα. Ο κήπος/περίβολος είναι ~γμένος. ΣΥΝ. περιφράσσω 2. αποκλείω το πέρασμα σε κάποιο σημείο, θέτω εμπόδιο· παρεμποδίζω: Η κατολίσθηση ~ξε τη ροή του ποταμού. Πβ. εμ~, μπλοκάρω.|| (ΙΑΤΡ.) Η χοληστερίνη ~ει τις αρτηρίες. Πβ. απο~. 3. (για οπή, άνοιγμα) κλείνω, βουλώνω: Μέικ απ που δεν ~ει τους πόρους του δέρματος. Του ~ξαν το στόμα (= τον φίμωσαν).|| ~ξαν οι σωλήνες/τα φρεάτια. Πβ. μπουκώνω, φρακάρω. ● ΦΡ.: κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος [< μεσν. φράζω] | |
| 55426 | φρακάρισμα | φρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του φρακάρω: ~ του αγωγού. Πβ. βούλωμα, φράξιμο.|| ~ στην Εθνική. Πβ. μποτιλιάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 28974 | Φρακαρω | μά-γκω-μα ουσ. (ουδ.): ακινητοποίηση, δυσκαμψία ή αμηχανία: ~ των τροχών κατά το φρενάρισμα (= εμπλοκή, μπλοκάρισμα). Πβ. κόλλημα, σφήνωμα, φρακάρισμα.|| Τραυματισμός από το ~ των δαχτύλων σε γρανάζι μηχανήματος (= πιάσιμο).|| ~ στην άρθρωση του γόνατος. Βλ. αγκύλωση.|| (μτφ.) Στην πρώτη μας συνάντηση υπήρχε ένα ~ (= μούδιασμα). Βλ. κούμπωμα, σφίξιμο. | |
| 55427 | φρακάρω | φρα-κά-ρω ρ. (αμτβ.) {φράκαρ-ε κ. φρακάρ-ισε, -ισμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. παύω να λειτουργώ λόγω εμποδίου· ακινητοποιούμαι: Η πόρτα έχει ~ει και δεν ανοίγει. Το φερμουάρ ~ε. Πβ. κολλώ, μαγκώνει, σκαλώνω.|| Ο διαρρήκτης ~ε (= σφήνωσε) στην καμινάδα. ~ισμένοι (= μποτιλιαρισμένοι) στην κίνηση. 2. γεμίζω ασφυκτικά: Ο δρόμος έχει ~ει (= πήξει) από τα αυτοκίνητα. Τα φρεάτια ~αν (= βούλωσαν). Πβ. φισκάρω, φράζω.|| (σπάν. μτβ.) Τα σκουπίδια ~αν τον αγωγό της αποχέτευσης.|| (μτφ.) Το μυαλό μου έχει ~ει (= μπλοκάρει). [< βεν. fracar] | |
| 55428 | φράκο | φρά-κο ουσ. (ουδ.): επίσημο ανδρικό σακάκι, συνήθ. μαύρο, η πίσω πλευρά του οποίου είναι μακριά και ψαλιδωτή. Βλ. σμόκιν. [< γαλλ. frac] | |
| 55429 | φράκταλ | φρά-κταλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΑΘ. καμπύλη ή γεωμετρικό σχήμα, του οποίου τα επιμέρους τμήματα επαναλαμβάνονται αυτούσια ή κατά προσέγγιση σε διαφορετική κλίμακα και δεν μπορούν να αναπαρασταθούν από την κλασική γεωμετρία λόγω της πολυπλοκότητας της μορφής τους και της έλλειψης κανονικότητας που τα διακρίνει. Βλ. αυτοομοιότητα, μορφοκλασματικός, χάος.|| (ως επίθ.) ~ γεωμετρία/διάσταση/δομή. [< γαλλ.-αγγλ. fractal, 1975] | |
| 55430 | φρακτή | φρα-κτή ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κάθε χώρισμα στο εσωτερικό του σκάφους. Πβ. στεγανά. ΣΥΝ. μπουλμές | |
| 55431 | φράκτης | βλ. φράχτης | |
| 55432 | φραμπαλάς | φρα-μπα-λάς ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) φαρμπαλάς 1. υφασμάτινη πτυχωτή διακοσμητική ταινία που ράβεται κυρ. στο τελείωμα των ρούχων: πουκάμισο/φούστα με ~άδες. Πβ. βολάν. ΣΥΝ. φρου φρου (1) 2. (μτφ.-προφ.) φασαρία, χαβαλές: Θα γίνει μεγάλος ~ (= σαματάς). Για ~ά (= για πλάκα). ΣΥΝ. τζερτζελές (1) ● φραμπαλάδες (οι) (μτφ.-προφ.) 1. επιτηδευμένα λόγια χωρίς ουσία: ~ και μεγαλοστομίες. 2. πολυτέλειες: Ξοδεύτηκαν εκατομμύρια σε ~. [< γαλλ. falbala] | |
| 55433 | φραμπουάζ | φρα-μπου-άζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. σμέουρο. Βλ. φρούτα του δάσους. [< γαλλ. framboise] | |
| 55434 | φράντζα | φρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φράτζα 1. τούφα μαλλιών κομμένη κατά τρόπο ώστε να καλύπτει μέρος του μετώπου· συνεκδ. η αντίστοιχη κόμμωση: ασύμμετρη/ατημέλητη/κοντή/μακριά ~. ~ στο πλάι. Πβ. αφέλειες. 2. ταινία με κρόσσια. [< γαλλ. frange, ιταλ. frangia] | |
| 55435 | φραντζόλα | φρα-ντζό-λα ουσ. (θηλ.) & φρατζόλα: μακρόστενο ψωμί· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σχήμα: χωριάτικη ~. Πβ. μπαγκέτα. Βλ. καρβέλι.|| Τυρί ~. ● Υποκ.: φραντζολάκι (το), φραντζολίτσα (η) [< τουρκ. francala] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ