| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55410 | φραγκοκρατία | φρα-γκο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (συνήθ. με κεφαλ. Φ): ΙΣΤ. η κυριαρχία των Φράγκων και ιδ. των δυτικοευρωπαίων ηγεμόνων σε διάφορες περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας· η αντίστοιχη χρονική περίοδος (13ος-16ος αι.). Βλ. -κρατία. ΣΥΝ. λατινοκρατία | |
| 55411 | φραγκοκρατούμενος | , η, ο φρα-γκο-κρα-τού-με-νος επίθ.: ΙΣΤ. που βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων: ~ες: περιοχές. Βλ. -κρατούμενος. | |
| 55412 | φραγκολεβαντίνικος | , η, ο φρα-γκο-λε-βα-ντί-νι-κος επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τους φραγκολεβαντίνους. Πβ. λεβαντίνικος. ● Ουσ.: φραγκολεβαντίνικα (τα): Ελληνικά (γραμμένα) με λατινικούς χαρακτήρες. Βλ. γκρίκλις. ΣΥΝ. φραγκοχιώτικα | |
| 55413 | φραγκολεβαντίνος | φρα-γκο-λε-βα-ντί-νος ουσ. (αρσ.) {θηλ. φραγκολεβαντίνα} (κ. με κεφαλ. Φ, παλαιότ.) ΣΥΝ. λεβαντίνος 1. άτομο δυτικοευρωπαϊκής καταγωγής, που μεγάλωσε και ζούσε στην Ανατολική Μεσόγειο ή την Εγγύς Ανατολή. 2. (μτφ.) άνθρωπος με μειωμένη εθνική συνείδηση, λόγω ξένων, κυρ. ευρωπαϊκών, επιρροών. | |
| 55414 | φραγκόπαπας | φρα-γκό-πα-πας ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): καθολικός ιερέας· αβάς. | |
| 55415 | Φράγκος | Φρά-γκος ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. Φράγκισσα} (παλαιότ.) 1. ΙΣΤ. (κυρ. κατά τη βυζαντινή περίοδο) Δυτικοευρωπαίος. 2. ΘΡΗΣΚ. (κατ' επέκτ.) ρωμαιοκαθολικός. [< μεσν. Φράγκος] | |
| 55416 | φραγκοστάφυλο | φρα-γκο-στά-φυ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. αυτοφυής θάμνος (οικογ. Grossulariaceae, γένος Ribes, ιδ. R. uva-crispa στην Ευρώπη και R. hirtellum στις Η.Π.Α.) κυρ. οι μικρές εδώδιμες ρώγες του, οι οποίες έχουν σχήμα σταφυλιού και ελαφρά ξινή γεύση· (συνεκδ.-συνήθ. στον πληθ.) ο σχετικός καρπός. Βλ. υπερτροφή, φρούτα του δάσους.|| Κιτρινόλευκα, κόκκινα/μαύρα/μοβ/πράσινα ~α. Μαρμελάδα/χυμός ~. | |
| 55417 | φραγκοσυκιά | φρα-γκο-συ-κιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κάκτος (επιστ. ονομασ. Opuntia ficus-indica) με σαρκώδεις αγκαθωτούς βλαστούς ελλειπτικού σχήματος και εδώδιμους καρπούς, τα φραγκόσυκα. | |
| 55418 | φραγκόσυκο | φρα-γκό-συ-κο ουσ. (ουδ.): ο σαρκώδης, αγκαθωτός, κίτρινος, πορτοκαλί ή ροδοκόκκινος καρπός της φραγκοσυκιάς, ο οποίος αναπτύσσεται στις άκρες των βλαστών της: μαρμελάδα ~. | |
| 55419 | Φραγκοσυριανός, Φραγκοσυριανή | Φρα-γκο-συ-ρια-νός ουσ. (αρσ. + θηλ.): Έλληνας καθολικός της Σύρου. | |
| 55420 | φραγκοφονιάς | φρα-γκο-φο-νιάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): τσιγκούνης· (για επαγγελματία αθλητή) παραδόπιστος. Πβ. εξηνταβελόνης, καρμίρης, μίζερος, σπαγγοραμμένος, σφιχτοχέρης, τσίπης, τσιφούτης. | |
| 55421 | φραγκόφτυαρο | φρα-γκό-φτυα-ρο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΟΙΚΟΔ. πηλοφόρι. | |
| 55422 | φραγκοχιώτικα | φρα-γκο-χιώ-τι-κα ουσ. (ουδ.) (τα) (παλαιότ.): φραγκολεβαντίνικα. | |
| 55423 | φράγμα | φράγ-μα ουσ. (ουδ.) {φράγμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΤΕΧΝΟΛ. τεχνητή κατασκευή συνήθ. κατά πλάτος ποταμού, η οποία συγκρατεί τη φυσική ροή των υδάτων του, με σκοπό κυρ. την αποθήκευση ή παροχέτευσή τους: αρδευτικό/τεχνητό/υδροηλεκτρικό/χωμάτινο ~. Ανασχετικό ~ (= ~ ανάσχεσης). Αντιπλημμυρικά/μεγάλα (: άνω των πενήντα μέτρων)/μικρά (: κάτω των δεκαπέντε μέτρων)/χαμηλά ~ατα. Ο ταμιευτήρας ενός ~ατος. ~ατα βαρύτητας. Πβ. ανάχωμα, υδατοφράκτης. Βλ. κορμοφράγματα, υπερχειλιστής. 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε φράζει ή κλείνει το πέρασμα προς κάποιο σημείο ή εμποδίζει την επικοινωνία: αδιαπέραστο/φυσικό ~. ~ ασφαλείας. Σιδηροδρομική διάβαση χωρίς κινητά ~ατα. Πλωτά ~ατα (: για τον περιορισμό πετρελαιοκηλίδων).|| (ΦΥΣ.) ~ δυναμικού/περίθλασης.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πυρός. Βλ. διά-, έμ-, θυρό-, οδό-, περί-φραγμα. 3. (μτφ.) όριο: Ο πληθυσμός της χώρας ξεπέρασε το ~ των ... εκατομμυρίων. Το πετρέλαιο έσπασε το ~ των ... δολαρίων (το βαρέλι). ● ΣΥΜΠΛ.: το φράγμα του ήχου: ΦΥΣ. απότομη αύξηση της αεροδυναμικής αντίστασης, όταν η ταχύτητα ενός αεροσκάφους φτάνει την ταχύτητα του ήχου: Το αεροπλάνο έσπασε ~ ~. [< αγγλ. sound barrier, 1939, sonic barrier, 1945] , ψυχολογικό φράγμα βλ. ψυχολογικός [< αρχ. φράγμα ‘φράχτης, προστασία’, γαλλ. barrière, barrage] | |
| 55424 | φραγμός | φραγ-μός ουσ. (αρσ.): εμπόδιο: Η συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών βάζει/θέτει ~ούς στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Είναι άνθρωπος χωρίς ηθικούς ~ούς (= αναστολές). Οι γλωσσικοί ~οί εμποδίζουν την άμεση επικοινωνία. Πβ. πρόσκομμα, τείχος, τροχοπέδη. ● ΣΥΜΠΛ.: αιματοεγκεφαλικός φραγμός βλ. αιματοεγκεφαλικός [< αρχ. φραγμός ‘περίφραγμα, οχύρωση’, γαλλ. barrière] | |
| 55425 | φράζω | φρά-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έφρα-ξε, φρά-ξει, -χτηκε, -χτεί, -γμένος, φράζ-οντας} & (λόγ.) φράσσω ΑΝΤ. ξεφράζω 1. τοποθετώ φράχτη ή παρόμοια κατασκευή γύρω από μια έκταση ή έναν χώρο: ~ξαν το κτήμα με πλέγμα/το σπίτι με κάγκελα. Ο κήπος/περίβολος είναι ~γμένος. ΣΥΝ. περιφράσσω 2. αποκλείω το πέρασμα σε κάποιο σημείο, θέτω εμπόδιο· παρεμποδίζω: Η κατολίσθηση ~ξε τη ροή του ποταμού. Πβ. εμ~, μπλοκάρω.|| (ΙΑΤΡ.) Η χοληστερίνη ~ει τις αρτηρίες. Πβ. απο~. 3. (για οπή, άνοιγμα) κλείνω, βουλώνω: Μέικ απ που δεν ~ει τους πόρους του δέρματος. Του ~ξαν το στόμα (= τον φίμωσαν).|| ~ξαν οι σωλήνες/τα φρεάτια. Πβ. μπουκώνω, φρακάρω. ● ΦΡ.: κλείνω/φράζω/κόβω το(ν) δρόμο βλ. δρόμος [< μεσν. φράζω] | |
| 55426 | φρακάρισμα | φρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή κυρ. το αποτέλεσμα του φρακάρω: ~ του αγωγού. Πβ. βούλωμα, φράξιμο.|| ~ στην Εθνική. Πβ. μποτιλιάρισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 28974 | Φρακαρω | μά-γκω-μα ουσ. (ουδ.): ακινητοποίηση, δυσκαμψία ή αμηχανία: ~ των τροχών κατά το φρενάρισμα (= εμπλοκή, μπλοκάρισμα). Πβ. κόλλημα, σφήνωμα, φρακάρισμα.|| Τραυματισμός από το ~ των δαχτύλων σε γρανάζι μηχανήματος (= πιάσιμο).|| ~ στην άρθρωση του γόνατος. Βλ. αγκύλωση.|| (μτφ.) Στην πρώτη μας συνάντηση υπήρχε ένα ~ (= μούδιασμα). Βλ. κούμπωμα, σφίξιμο. | |
| 55427 | φρακάρω | φρα-κά-ρω ρ. (αμτβ.) {φράκαρ-ε κ. φρακάρ-ισε, -ισμένος, συνήθ. στο γ' πρόσ.} (προφ.) 1. παύω να λειτουργώ λόγω εμποδίου· ακινητοποιούμαι: Η πόρτα έχει ~ει και δεν ανοίγει. Το φερμουάρ ~ε. Πβ. κολλώ, μαγκώνει, σκαλώνω.|| Ο διαρρήκτης ~ε (= σφήνωσε) στην καμινάδα. ~ισμένοι (= μποτιλιαρισμένοι) στην κίνηση. 2. γεμίζω ασφυκτικά: Ο δρόμος έχει ~ει (= πήξει) από τα αυτοκίνητα. Τα φρεάτια ~αν (= βούλωσαν). Πβ. φισκάρω, φράζω.|| (σπάν. μτβ.) Τα σκουπίδια ~αν τον αγωγό της αποχέτευσης.|| (μτφ.) Το μυαλό μου έχει ~ει (= μπλοκάρει). [< βεν. fracar] | |
| 55428 | φράκο | φρά-κο ουσ. (ουδ.): επίσημο ανδρικό σακάκι, συνήθ. μαύρο, η πίσω πλευρά του οποίου είναι μακριά και ψαλιδωτή. Βλ. σμόκιν. [< γαλλ. frac] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ