| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55436 | φραντσάιζ | φρα-ντσά-ιζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φραντσάιζινγκ: ΝΟΜ. -ΕΜΠΟΡ. δικαιόχρηση. [< αγγλ. franchise, 1959] | |
| 55437 | φραντσέζικος | , η, ο φρα-ντσέ-ζι-κος επίθ. (παρωχ.-λαϊκό): γαλλικός. | |
| 55438 | Φραντσέζος, Φραντσέζα | Φρα-ντσέ-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): Γάλλος, Γαλλίδα. | |
| 55439 | φράξια | φρά-ξια ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. συγκροτημένη ομάδα μελών ενός κόμματος, η οποία διαφοροποιείται ιδεολογικά από την επίσημη κομματική γραμμή και λειτουργεί αυτόνομα και συνήθ. υπονομευτικά. Βλ. πτέρυγα, σέχτα. 2. (κατ' επέκτ.) σύνολο προσώπων με κοινά συμφέροντα, που ενεργούν συνήθ. συνωμοτικά. Πβ. κάστα, κλίκα, λόμπι, φατρία. [< ρωσ. fraktsija] | |
| 55440 | φράξιμο | φρά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κλείσιμο, βούλωμα: ~ (= αποκλεισμός) της εισόδου.|| ~ του αγωγού/φίλτρου. Πβ. μπούκωμα, φρακάρισμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/αρτηριών (βλ. στένωση). ~ των πόρων. Πβ. απόφραξη. | |
| 55441 | φραξιονισμός | φρα-ξι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ο σχηματισμός φράξιας και η δράση της. Πβ. φατριασμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fractionnisme, 1925] | |
| 55442 | φραξιονιστής | φρα-ξι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πρόσωπο που αποτελεί μέλος φράξιας ή ακολουθεί τις μεθόδους της. Πβ. φατριαστής. [< γαλλ. fractionniste, 1925] | |
| 55443 | φραξιονιστικός | , ή, ό φρα-ξι-ο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φραξιονισμό ή τους φραξιονιστές: ~ή: δράση/ομάδα/πάλη. Πβ. φατριαστικός. ● επίρρ.: φραξιονιστικά [< γαλλ. fractionniste, 1925] | |
| 55444 | φράξος | φρά-ξος ουσ. (αρσ.) & φράξο (το): ΒΟΤ. φωτόφιλο φυλλοβόλο δέντρο και θάμνος (γένος Fraxinus) με γκρίζο φλοιό, λευκά αρωματικά άνθη και μικρό σκληρό καρπό, το οποίο φυτεύεται συχνά ως καλλωπιστικό και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ξυλείας. ΣΥΝ. μελιά | |
| 55445 | φράουλα | φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.) 1. μικρός κόκκινος εδώδιμος καρπός της φραουλιάς, με πολλά μικρά σπόρια στην επιφάνειά του και ένα πράσινο φύλλο στην κορυφή· η φραουλιά: γρανίτα/μαρμελάδα/μους/παγωτό/τάρτα/χυμός ~. Σορμπέ/σος ~ας. Κρουασάν/σοκολατάκια με γέμιση ~. Φρέσκιες ~ες με κονιάκ/σαντιγί.|| Καλλιέργεια ~ας. Βλ. αγριο~. 2. ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιού που έχει μεγάλες, κιτρινοκόκκινες ρώγες με κουκούτσια. ● Υποκ.: φραουλίτσα (η) [< μεσν. φράγουλα < ιταλ. fragola < λατ. προφ. *fragula(m)] | |
| 55446 | φραουλιά | φρα-ου-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο ποώδες φυτό (γένος Fragaria, ιδ. το υβρίδιο F. ananassa) με λευκά άνθη, καρπός του οποίου είναι η φράουλα. | |
| 55447 | φράπα | φρά-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. δέντρο που ανήκει στα εσπεριδοειδή (επιστ. ονομασ. Citrus maxima, C. grandis), το οποίο παράγει βαρύ και ογκώδη σφαιρικό καρπό με κιτρινοπράσινο χρώμα και πικρόξινη γεύση· συνεκδ. ο εδώδιμος καρπός του. Βλ. γκρέιπ φρουτ. ΣΥΝ. πόμελο 2. (μτφ.-προφ.) για πρόσωπο λείο ή αφράτο: Έχει δέρμα/μαγουλάκι ~. 3. (νεαν. αργκό) φραπέ. [< 1: πβ. ιταλ. frappa ‘φράντζα’] | |
| 55448 | φραπέ | φρα-πέ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) φραπές {φραπέδες}: κρύος ελληνικός στιγμιαίος καφές που χτυπιέται σε φραπιέρα ή σέικερ σχηματίζοντας αφρό στην επιφάνειά του και πίνεται συνήθ. με καλαμάκι: γλυκός/μέτριος/σκέτος ~ με γάλα/παγάκια. Ποτήρι του ~. Μίξερ για ~ (= φραπιέρα). ● Υποκ.: φραπεδάκι (το) ● Μεγεθ.: φραπεδούμπα (η) (αργκό): Βλ. -ούμπα. [< γαλλ. frappé, ιταλ. frappè, 1905, ελλην. εφεύρεση] | |
| 55449 | φραπεδιά | φρα-πε-διά ουσ. (θηλ.) (αργκό): φραπέ. Βλ. καφεδιά. | |
| 55450 | φραπιέρα | φρα-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & φραπεδιέρα: ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή ή επαγγελματική ηλεκτρική συσκευή για την παρασκευή φραπέ: ~ χειρός. Πβ. μίξερ για φραπέ. Βλ. -ιέρα. | |
| 55451 | φραπόγαλο | φρα-πό-γα-λο ουσ. (ουδ.) & φραπόγαλα (προφ.): φραπέ που περιέχει και γάλα. | |
| 55452 | φραπουτσίνο | φρα-που-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: κρύο ρόφημα που παρασκευάζεται με καφέ εσπρέσο αναμεμειγμένο με γάλα, τριμμένα παγάκια και σιρόπι. Βλ. καπου-, μοκα-, φρεντο-τσίνο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. frappuccino, 1992, ιταλ. ~, 1988 < frap(pè) + (cap)puccino] | |
| 55453 | φρασεολογία | φρα-σε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΓΛΩΣΣ. 1. ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις στον προφορικό ή γραπτό λόγο ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση· ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης που χαρακτηρίζει ένα άτομο ή μία ομάδα: απαράδεκτη/επαναστατική/πολιτική/ριζοσπαστική/υβριστική/χυδαία ~. Στην κριτική του χρησιμοποίησε επιθετική/σκληρή ~.|| Μαρξιστική ~.|| Μουσική ~. 2. το σύνολο των συμπλόκων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται σε μια γλώσσα: ελληνική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. phraséologie, αγγλ. phraseology] | |
| 55454 | φρασεολογικός | , ή, ό φρα-σε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη φρασεολογία: ~ό: λεξικό. [< γαλλ. phraséologique, αγγλ. phraseological] | |
| 55455 | φρασεολογισμός | φρα-σε-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. η φράση που αποτελείται από δύο ή περισσότερες λέξεις, αλλά εμφανίζει μία καινούργια σημασία διαφορετική από αυτή των επιμέρους λέξεων, σύμπλοκο: π.χ. παδική χαρά. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ