| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55429 | φράκταλ | φρά-κταλ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΜΑΘ. καμπύλη ή γεωμετρικό σχήμα, του οποίου τα επιμέρους τμήματα επαναλαμβάνονται αυτούσια ή κατά προσέγγιση σε διαφορετική κλίμακα και δεν μπορούν να αναπαρασταθούν από την κλασική γεωμετρία λόγω της πολυπλοκότητας της μορφής τους και της έλλειψης κανονικότητας που τα διακρίνει. Βλ. αυτοομοιότητα, μορφοκλασματικός, χάος.|| (ως επίθ.) ~ γεωμετρία/διάσταση/δομή. [< γαλλ.-αγγλ. fractal, 1975] | |
| 55430 | φρακτή | φρα-κτή ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. κάθε χώρισμα στο εσωτερικό του σκάφους. Πβ. στεγανά. ΣΥΝ. μπουλμές | |
| 55431 | φράκτης | βλ. φράχτης | |
| 55432 | φραμπαλάς | φρα-μπα-λάς ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} & (σπάν.) φαρμπαλάς 1. υφασμάτινη πτυχωτή διακοσμητική ταινία που ράβεται κυρ. στο τελείωμα των ρούχων: πουκάμισο/φούστα με ~άδες. Πβ. βολάν. ΣΥΝ. φρου φρου (1) 2. (μτφ.-προφ.) φασαρία, χαβαλές: Θα γίνει μεγάλος ~ (= σαματάς). Για ~ά (= για πλάκα). ΣΥΝ. τζερτζελές (1) ● φραμπαλάδες (οι) (μτφ.-προφ.) 1. επιτηδευμένα λόγια χωρίς ουσία: ~ και μεγαλοστομίες. 2. πολυτέλειες: Ξοδεύτηκαν εκατομμύρια σε ~. [< γαλλ. falbala] | |
| 55433 | φραμπουάζ | φρα-μπου-άζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΒΟΤ. σμέουρο. Βλ. φρούτα του δάσους. [< γαλλ. framboise] | |
| 55434 | φράντζα | φρά-ντζα ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φράτζα 1. τούφα μαλλιών κομμένη κατά τρόπο ώστε να καλύπτει μέρος του μετώπου· συνεκδ. η αντίστοιχη κόμμωση: ασύμμετρη/ατημέλητη/κοντή/μακριά ~. ~ στο πλάι. Πβ. αφέλειες. 2. ταινία με κρόσσια. [< γαλλ. frange, ιταλ. frangia] | |
| 55435 | φραντζόλα | φρα-ντζό-λα ουσ. (θηλ.) & φρατζόλα: μακρόστενο ψωμί· κατ' επέκτ. το αντίστοιχο σχήμα: χωριάτικη ~. Πβ. μπαγκέτα. Βλ. καρβέλι.|| Τυρί ~. ● Υποκ.: φραντζολάκι (το), φραντζολίτσα (η) [< τουρκ. francala] | |
| 55436 | φραντσάιζ | φρα-ντσά-ιζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φραντσάιζινγκ: ΝΟΜ. -ΕΜΠΟΡ. δικαιόχρηση. [< αγγλ. franchise, 1959] | |
| 55437 | φραντσέζικος | , η, ο φρα-ντσέ-ζι-κος επίθ. (παρωχ.-λαϊκό): γαλλικός. | |
| 55438 | Φραντσέζος, Φραντσέζα | Φρα-ντσέ-ζος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παρωχ.-λαϊκό): Γάλλος, Γαλλίδα. | |
| 55439 | φράξια | φρά-ξια ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. συγκροτημένη ομάδα μελών ενός κόμματος, η οποία διαφοροποιείται ιδεολογικά από την επίσημη κομματική γραμμή και λειτουργεί αυτόνομα και συνήθ. υπονομευτικά. Βλ. πτέρυγα, σέχτα. 2. (κατ' επέκτ.) σύνολο προσώπων με κοινά συμφέροντα, που ενεργούν συνήθ. συνωμοτικά. Πβ. κάστα, κλίκα, λόμπι, φατρία. [< ρωσ. fraktsija] | |
| 55440 | φράξιμο | φρά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κλείσιμο, βούλωμα: ~ (= αποκλεισμός) της εισόδου.|| ~ του αγωγού/φίλτρου. Πβ. μπούκωμα, φρακάρισμα.|| (ΙΑΤΡ.) ~ των αγγείων/αρτηριών (βλ. στένωση). ~ των πόρων. Πβ. απόφραξη. | |
| 55441 | φραξιονισμός | φρα-ξι-ο-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΠΟΛΙΤ. ο σχηματισμός φράξιας και η δράση της. Πβ. φατριασμός. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. fractionnisme, 1925] | |
| 55442 | φραξιονιστής | φρα-ξι-ο-νι-στής ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: πρόσωπο που αποτελεί μέλος φράξιας ή ακολουθεί τις μεθόδους της. Πβ. φατριαστής. [< γαλλ. fractionniste, 1925] | |
| 55443 | φραξιονιστικός | , ή, ό φρα-ξι-ο-νι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φραξιονισμό ή τους φραξιονιστές: ~ή: δράση/ομάδα/πάλη. Πβ. φατριαστικός. ● επίρρ.: φραξιονιστικά [< γαλλ. fractionniste, 1925] | |
| 55444 | φράξος | φρά-ξος ουσ. (αρσ.) & φράξο (το): ΒΟΤ. φωτόφιλο φυλλοβόλο δέντρο και θάμνος (γένος Fraxinus) με γκρίζο φλοιό, λευκά αρωματικά άνθη και μικρό σκληρό καρπό, το οποίο φυτεύεται συχνά ως καλλωπιστικό και χρησιμοποιείται στην παραγωγή ξυλείας. ΣΥΝ. μελιά | |
| 55445 | φράουλα | φρά-ου-λα ουσ. (θηλ.) 1. μικρός κόκκινος εδώδιμος καρπός της φραουλιάς, με πολλά μικρά σπόρια στην επιφάνειά του και ένα πράσινο φύλλο στην κορυφή· η φραουλιά: γρανίτα/μαρμελάδα/μους/παγωτό/τάρτα/χυμός ~. Σορμπέ/σος ~ας. Κρουασάν/σοκολατάκια με γέμιση ~. Φρέσκιες ~ες με κονιάκ/σαντιγί.|| Καλλιέργεια ~ας. Βλ. αγριο~. 2. ΒΟΤ. ποικιλία σταφυλιού που έχει μεγάλες, κιτρινοκόκκινες ρώγες με κουκούτσια. ● Υποκ.: φραουλίτσα (η) [< μεσν. φράγουλα < ιταλ. fragola < λατ. προφ. *fragula(m)] | |
| 55446 | φραουλιά | φρα-ου-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγγειόσπερμο δικοτυλήδονο ποώδες φυτό (γένος Fragaria, ιδ. το υβρίδιο F. ananassa) με λευκά άνθη, καρπός του οποίου είναι η φράουλα. | |
| 55447 | φράπα | φρά-πα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. δέντρο που ανήκει στα εσπεριδοειδή (επιστ. ονομασ. Citrus maxima, C. grandis), το οποίο παράγει βαρύ και ογκώδη σφαιρικό καρπό με κιτρινοπράσινο χρώμα και πικρόξινη γεύση· συνεκδ. ο εδώδιμος καρπός του. Βλ. γκρέιπ φρουτ. ΣΥΝ. πόμελο 2. (μτφ.-προφ.) για πρόσωπο λείο ή αφράτο: Έχει δέρμα/μαγουλάκι ~. 3. (νεαν. αργκό) φραπέ. [< 1: πβ. ιταλ. frappa ‘φράντζα’] | |
| 55448 | φραπέ | φρα-πέ ουσ. (αρσ.) {άκλ.} & (προφ.) φραπές {φραπέδες}: κρύος ελληνικός στιγμιαίος καφές που χτυπιέται σε φραπιέρα ή σέικερ σχηματίζοντας αφρό στην επιφάνειά του και πίνεται συνήθ. με καλαμάκι: γλυκός/μέτριος/σκέτος ~ με γάλα/παγάκια. Ποτήρι του ~. Μίξερ για ~ (= φραπιέρα). ● Υποκ.: φραπεδάκι (το) ● Μεγεθ.: φραπεδούμπα (η) (αργκό): Βλ. -ούμπα. [< γαλλ. frappé, ιταλ. frappè, 1905, ελλην. εφεύρεση] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ