Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55940-55960]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55449φραπεδιάφρα-πε-διά ουσ. (θηλ.) (αργκό): φραπέ. Βλ. καφεδιά.
55450φραπιέραφρα-πιέ-ρα ουσ. (θηλ.) & φραπεδιέρα: ΤΕΧΝΟΛ. οικιακή ή επαγγελματική ηλεκτρική συσκευή για την παρασκευή φραπέ: ~ χειρός. Πβ. μίξερ για φραπέ. Βλ. -ιέρα.
55451φραπόγαλοφρα-πό-γα-λο ουσ. (ουδ.) & φραπόγαλα (προφ.): φραπέ που περιέχει και γάλα.
55452φραπουτσίνοφρα-που-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: κρύο ρόφημα που παρασκευάζεται με καφέ εσπρέσο αναμεμειγμένο με γάλα, τριμμένα παγάκια και σιρόπι. Βλ. καπου-, μοκα-, φρεντο-τσίνο. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. frappuccino, 1992, ιταλ. ~, 1988 < frap(pè) + (cap)puccino]
55453φρασεολογίαφρα-σε-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) ΓΛΩΣΣ. 1. ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται λέξεις ή φράσεις στον προφορικό ή γραπτό λόγο ανάλογα με την επικοινωνιακή περίσταση· ο ιδιαίτερος τρόπος έκφρασης που χαρακτηρίζει ένα άτομο ή μία ομάδα: απαράδεκτη/επαναστατική/πολιτική/ριζοσπαστική/υβριστική/χυδαία ~. Στην κριτική του χρησιμοποίησε επιθετική/σκληρή ~.|| Μαρξιστική ~.|| Μουσική ~. 2. το σύνολο των συμπλόκων και εκφράσεων που χρησιμοποιούνται σε μια γλώσσα: ελληνική ~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. phraséologie, αγγλ. phraseology]
55454φρασεολογικός, ή, ό φρα-σε-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη φρασεολογία: ~ό: λεξικό. [< γαλλ. phraséologique, αγγλ. phraseological]
55455φρασεολογισμόςφρα-σε-ο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΛΩΣΣ. η φράση που αποτελείται από δύο ή περισσότερες λέξεις, αλλά εμφανίζει μία καινούργια σημασία διαφορετική από αυτή των επιμέρους λέξεων, σύμπλοκο: π.χ. παδική χαρά.
55456φράσηφρά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. τμήμα πρότασης που αποτελείται από μία ή συνήθ. περισσότερες λέξεις: επιθετική/επιρρηματική/προθετική ~. Η δομή/το νόημα μιας ~ης. 2. (ειδικότ.) ομάδα λέξεων που εκφράζουν μία έννοια ή παρουσιάζουν έναν βαθμό ενότητας, ιδ. αυτή που είναι χαρακτηριστική μιας γλώσσας ή ενός ιδιώματος: επιγραμματική/ιστορική ~. Λόγιες/παροιμιώδεις (= παροιμίες)/τυποποιημένες (πβ. ιδιωματισμός) φράσεις. Η πατρότητα/προέλευση μιας ~ης. Φράσεις ασφαλείας (π.χ. Μακριά από παιδιά). Η γνωστή/περιβόητη/σοφή ~ αποδίδεται στον ... Για να χρησιμοποιήσω μια ~ του συρμού, ... Βλ. αντί-, έκ-, μετά-, παρά-, περί-, σύμ-φραση. 3. (κατ' επέκτ.) αυτά που λέει κάποιος, λόγια, τρόπος έκφρασης: Να μην ξανακούσω αυτή τη ~! Άσε με να τελειώσω τη ~ μου! Μια ~ θα σου πω· ... (πβ. κουβέντα). Ξεστόμισε ακατανόμαστες/βαριές/χυδαίες φράσεις. Πβ. λέξη, πρόταση.|| Μιλά με κοφτές/σύντομες φράσεις. Βλ. ύφος, φρασεολογία. 4. ΜΟΥΣ. σύνολο φθόγγων που απαρτίζουν την πιο σύντομη μελωδία μιας σύνθεσης: μελωδική ~. ● Υποκ.: φρασούλα (η): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ονοματική φράση βλ. ονοματικός, ρηματική φράση βλ. ρηματικός, στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< 3: αρχ. φράσις 1,2,4: γαλλ.-αγγλ. phrase]
55457φράσσωβλ. φράζω
55458φραστικός, ή, ό φρα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται μέσω του λόγου· λεκτικός: ~ή: βία/διατύπωση. ~ό: λάθος/ολίσθημα (βλ. σαρδάμ, σολοικισμός)/πυροτέχνημα. ~οί: διαξιφισμοί. ~ές: ακρότητες/απειλές/υπερβολές. ~ πόλεμος κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. Αντάλλαξαν ~ά πυρά. Βλ. εκ~, μετα~, περι~, συμ~. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη φράση: ~ό: όνομα (πβ. πολυλεκτικό σύνθετο)/ρήμα (= περιφραστικό).|| (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική:) ~ός: δείκτης (: διάγραμμα, συνήθ. με μορφή δέντρου, που αναπαριστά τη δομή πρότασης). ● επίρρ.: φραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φραστική δομή: ΓΛΩΣΣ. οι φράσεις και τα συστατικά τους που απαρτίζουν μια πρόταση: κανόνες ~ής ~ής. Βλ. ονοματική, ρηματική φράση. [< αγγλ. phrase structure] , φραστική επίθεση: εκδήλωση έντονης εχθρικής διάθεσης σε βάρος κάποιου, με λόγια: θύμα ~ής ~ης. Εξαπέλυσε ~ ~ εναντίον του/προς τον βουλευτή. Δέχτηκε ~ ~., φραστικό επεισόδιο: λεκτική αντιπαράθεση, καβγάς: ~ ~ μεταξύ οπαδών των δύο ομάδων. Εμπλέκομαι σε/έχω ~ ~ με κάποιον. Σημειώθηκε (έντονο) ~ ~. Πβ. μανούβρα. [< 1: αρχ. φραστικός 2: γαλλ. phrastique, 1933, αγγλ. phrasal]
55459φράτζαβλ. φράντζα
55460φρατζόλαβλ. φραντζόλα
55461φράχτηςφρά-χτης ουσ. (αρσ.) & φράκτης: κατασκευή που περιβάλλει έναν χώρο, αποτρέποντας την πρόσβαση σε αυτόν: ξύλινος ~. ~ με κάγκελα. ~ ασφαλείας. Ο ~ του κήπου (βλ. μπορντούρα). Βλ. αερο-, ανεμο-, υδατο-, φυτο-, φωτο-φράκτης, περίβολος, φράγμα. [< μτγν. φράκτης]
55462φρέαρφρέ-αρ ουσ. (ουδ.) {φρέ-ατος | -ατα} (αρχαιοπρ.) 1. πηγάδι. || Το ~ (= φρεάτιο) του ανελκυστήρα. 2. κατακόρυφη στενή κοιλότητα (όρυγμα) που διανοίγεται στο έδαφος για την εκμετάλλευση κοιτάσματος: μεταλλευτικά ~ατα. Το ~ του ορυχείου. Το στόμιο του ~ατος.|| (κατ' επέκτ., στο μετρό:) Τερματικό ~. ~ατα εξαερισμού. 3. θαλάσσια τάφρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός [< αρχ. φρέαρ]
55463φρεάτιοφρε-ά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {φρεατί-ου} 1. (επίσ.) τεχνητό όρυγμα που εξυπηρετεί την πρόσβαση σε υπόγεια συστήματα αγωγών: βουλωμένα ~α. ~α απορροής/αποχέτευσης (βλ. βόθρος)/ελέγχου (διαρροών)/εξαερισμού/επίσκεψης (δικτύων)/ομβρίων υδάτων/ύδρευσης. Κάλυμμα/καπάκι του ~ου. Καθαρισμός/συντήρηση ~ων. Έφραξαν τα ~α. 2. ΑΡΧΙΤ. κλειστός χώρος, ο οποίος διαπερνά κατακόρυφα όλους τους ορόφους ενός κτιρίου, μέσα στον οποίο κινείται ο ανελκυστήρας. Πβ. φρέαρ. [< 1: μτγν. φρεάτιον 'πηγαδάκι' 2: αγγλ. well]
55464φρεγάταφρε-γά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους. Βλ. καταδρομικό, κορβέτα, πυραυλάκατος. 2. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) τρικάταρτο πολεμικό ιστιοφόρο. Βλ. δρόμωνας. 3. (μτφ.-προφ.) γεροδεμένη, μεγαλόσωμη γυναίκα. Πβ. νταρντάνα. [< ιταλ. fregata]
55465φρέζαφρέ-ζα ουσ. (θηλ.) {φρεζών} ΤΕΧΝΟΛ. 1. σκαπτικό και αποψιλωτικό μηχάνημα, με σειρά περιστρεφόμενων λεπίδων: συρόμενη ~. ~ κήπου. Κούρεμα του γκαζόν με τη ~. Τρακτέρ με ~. Πβ. δισκοσβάρνα, μοτοκαλλιεργητής. Βλ. αλέτρι. 2. περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο: κάθετη ~. Βλ. εργαλειομηχανή, πλάνη2, σβούρα, σμυριδοτροχός, τόρνος. ● Υποκ.: φρεζάκι (το) [< ιταλ. fresa, γαλλ. fraise]
55466φρεζαδόροςφρε-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό φρέζας. Βλ. -αδόρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. οδοντοτεχνικό μηχάνημα. [< 2: γαλλ. fraise]
55467φρεζάρισμαφρε-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φρεζαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρεζάρω: ~ μετάλλων. Εργαλείο/μηχάνημα (βλ. μοτοκαλλιεργητής) ~ατος. Πβ. τόρνευση.|| ~ του εδάφους. Βλ. -ισμα.
55468φρεζάρωφρε-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {φρέζαρ-ε κ. φρεζάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} 1. επεξεργάζομαι ξύλο ή μέταλλο με φρέζα: ~ τις άκρες των ελασμάτων. Βίδα με ~ισμένη κεφαλή. Πβ. τορνεύω. 2. σκάβω ή αποψιλώνω μια έκταση με φρέζα: Ο γεωργός/το τρακτέρ ~ει το χωράφι πριν από τη σπορά. [< γαλλ. fraiser, ιταλ. fresare]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.