| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55456 | φράση | φρά-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. τμήμα πρότασης που αποτελείται από μία ή συνήθ. περισσότερες λέξεις: επιθετική/επιρρηματική/προθετική ~. Η δομή/το νόημα μιας ~ης. 2. (ειδικότ.) ομάδα λέξεων που εκφράζουν μία έννοια ή παρουσιάζουν έναν βαθμό ενότητας, ιδ. αυτή που είναι χαρακτηριστική μιας γλώσσας ή ενός ιδιώματος: επιγραμματική/ιστορική ~. Λόγιες/παροιμιώδεις (= παροιμίες)/τυποποιημένες (πβ. ιδιωματισμός) φράσεις. Η πατρότητα/προέλευση μιας ~ης. Φράσεις ασφαλείας (π.χ. Μακριά από παιδιά). Η γνωστή/περιβόητη/σοφή ~ αποδίδεται στον ... Για να χρησιμοποιήσω μια ~ του συρμού, ... Βλ. αντί-, έκ-, μετά-, παρά-, περί-, σύμ-φραση. 3. (κατ' επέκτ.) αυτά που λέει κάποιος, λόγια, τρόπος έκφρασης: Να μην ξανακούσω αυτή τη ~! Άσε με να τελειώσω τη ~ μου! Μια ~ θα σου πω· ... (πβ. κουβέντα). Ξεστόμισε ακατανόμαστες/βαριές/χυδαίες φράσεις. Πβ. λέξη, πρόταση.|| Μιλά με κοφτές/σύντομες φράσεις. Βλ. ύφος, φρασεολογία. 4. ΜΟΥΣ. σύνολο φθόγγων που απαρτίζουν την πιο σύντομη μελωδία μιας σύνθεσης: μελωδική ~. ● Υποκ.: φρασούλα (η): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: ονοματική φράση βλ. ονοματικός, ρηματική φράση βλ. ρηματικός, στερεότυπη/παγιωμένη φράση/έκφραση & ιδιωματική έκφραση βλ. στερεότυπος [< 3: αρχ. φράσις 1,2,4: γαλλ.-αγγλ. phrase] | |
| 55457 | φράσσω | βλ. φράζω | |
| 55458 | φραστικός | , ή, ό φρα-στι-κός επίθ. 1. που γίνεται μέσω του λόγου· λεκτικός: ~ή: βία/διατύπωση. ~ό: λάθος/ολίσθημα (βλ. σαρδάμ, σολοικισμός)/πυροτέχνημα. ~οί: διαξιφισμοί. ~ές: ακρότητες/απειλές/υπερβολές. ~ πόλεμος κυβέρνησης-αντιπολίτευσης. Αντάλλαξαν ~ά πυρά. Βλ. εκ~, μετα~, περι~, συμ~. 2. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τη φράση: ~ό: όνομα (πβ. πολυλεκτικό σύνθετο)/ρήμα (= περιφραστικό).|| (στη γενετική-μετασχηματιστική γραμματική:) ~ός: δείκτης (: διάγραμμα, συνήθ. με μορφή δέντρου, που αναπαριστά τη δομή πρότασης). ● επίρρ.: φραστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φραστική δομή: ΓΛΩΣΣ. οι φράσεις και τα συστατικά τους που απαρτίζουν μια πρόταση: κανόνες ~ής ~ής. Βλ. ονοματική, ρηματική φράση. [< αγγλ. phrase structure] , φραστική επίθεση: εκδήλωση έντονης εχθρικής διάθεσης σε βάρος κάποιου, με λόγια: θύμα ~ής ~ης. Εξαπέλυσε ~ ~ εναντίον του/προς τον βουλευτή. Δέχτηκε ~ ~., φραστικό επεισόδιο: λεκτική αντιπαράθεση, καβγάς: ~ ~ μεταξύ οπαδών των δύο ομάδων. Εμπλέκομαι σε/έχω ~ ~ με κάποιον. Σημειώθηκε (έντονο) ~ ~. Πβ. μανούβρα. [< 1: αρχ. φραστικός 2: γαλλ. phrastique, 1933, αγγλ. phrasal] | |
| 55459 | φράτζα | βλ. φράντζα | |
| 55460 | φρατζόλα | βλ. φραντζόλα | |
| 55461 | φράχτης | φρά-χτης ουσ. (αρσ.) & φράκτης: κατασκευή που περιβάλλει έναν χώρο, αποτρέποντας την πρόσβαση σε αυτόν: ξύλινος ~. ~ με κάγκελα. ~ ασφαλείας. Ο ~ του κήπου (βλ. μπορντούρα). Βλ. αερο-, ανεμο-, υδατο-, φυτο-, φωτο-φράκτης, περίβολος, φράγμα. [< μτγν. φράκτης] | |
| 55462 | φρέαρ | φρέ-αρ ουσ. (ουδ.) {φρέ-ατος | -ατα} (αρχαιοπρ.) 1. πηγάδι. || Το ~ (= φρεάτιο) του ανελκυστήρα. 2. κατακόρυφη στενή κοιλότητα (όρυγμα) που διανοίγεται στο έδαφος για την εκμετάλλευση κοιτάσματος: μεταλλευτικά ~ατα. Το ~ του ορυχείου. Το στόμιο του ~ατος.|| (κατ' επέκτ., στο μετρό:) Τερματικό ~. ~ατα εξαερισμού. 3. θαλάσσια τάφρος. ● ΣΥΜΠΛ.: αρτεσιανό φρέαρ/πηγάδι βλ. αρτεσιανός [< αρχ. φρέαρ] | |
| 55463 | φρεάτιο | φρε-ά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {φρεατί-ου} 1. (επίσ.) τεχνητό όρυγμα που εξυπηρετεί την πρόσβαση σε υπόγεια συστήματα αγωγών: βουλωμένα ~α. ~α απορροής/αποχέτευσης (βλ. βόθρος)/ελέγχου (διαρροών)/εξαερισμού/επίσκεψης (δικτύων)/ομβρίων υδάτων/ύδρευσης. Κάλυμμα/καπάκι του ~ου. Καθαρισμός/συντήρηση ~ων. Έφραξαν τα ~α. 2. ΑΡΧΙΤ. κλειστός χώρος, ο οποίος διαπερνά κατακόρυφα όλους τους ορόφους ενός κτιρίου, μέσα στον οποίο κινείται ο ανελκυστήρας. Πβ. φρέαρ. [< 1: μτγν. φρεάτιον 'πηγαδάκι' 2: αγγλ. well] | |
| 55464 | φρεγάτα | φρε-γά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. πολεμικό πλοίο μεσαίου μεγέθους. Βλ. καταδρομικό, κορβέτα, πυραυλάκατος. 2. ΝΑΥΤ. (παλαιότ.) τρικάταρτο πολεμικό ιστιοφόρο. Βλ. δρόμωνας. 3. (μτφ.-προφ.) γεροδεμένη, μεγαλόσωμη γυναίκα. Πβ. νταρντάνα. [< ιταλ. fregata] | |
| 55465 | φρέζα | φρέ-ζα ουσ. (θηλ.) {φρεζών} ΤΕΧΝΟΛ. 1. σκαπτικό και αποψιλωτικό μηχάνημα, με σειρά περιστρεφόμενων λεπίδων: συρόμενη ~. ~ κήπου. Κούρεμα του γκαζόν με τη ~. Τρακτέρ με ~. Πβ. δισκοσβάρνα, μοτοκαλλιεργητής. Βλ. αλέτρι. 2. περιστρεφόμενο κοπτικό εργαλείο: κάθετη ~. Βλ. εργαλειομηχανή, πλάνη2, σβούρα, σμυριδοτροχός, τόρνος. ● Υποκ.: φρεζάκι (το) [< ιταλ. fresa, γαλλ. fraise] | |
| 55466 | φρεζαδόρος | φρε-ζα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) 1. τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό φρέζας. Βλ. -αδόρος. 2. ΤΕΧΝΟΛ. οδοντοτεχνικό μηχάνημα. [< 2: γαλλ. fraise] | |
| 55467 | φρεζάρισμα | φρε-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φρεζαρίσμ-ατος} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρεζάρω: ~ μετάλλων. Εργαλείο/μηχάνημα (βλ. μοτοκαλλιεργητής) ~ατος. Πβ. τόρνευση.|| ~ του εδάφους. Βλ. -ισμα. | |
| 55468 | φρεζάρω | φρε-ζά-ρω ρ. (μτβ.) {φρέζαρ-ε κ. φρεζάρ-ισε, -ίστηκε, -ιστεί, -ισμένος} 1. επεξεργάζομαι ξύλο ή μέταλλο με φρέζα: ~ τις άκρες των ελασμάτων. Βίδα με ~ισμένη κεφαλή. Πβ. τορνεύω. 2. σκάβω ή αποψιλώνω μια έκταση με φρέζα: Ο γεωργός/το τρακτέρ ~ει το χωράφι πριν από τη σπορά. [< γαλλ. fraiser, ιταλ. fresare] | |
| 55469 | φρεζάτος | , η, ο [φρεζᾶτος] φρε-ζά-τος επίθ. & (σπάν.) φρεζαριστός, ή, ό (προφ.): επεξεργασμένος με φρέζα: ~η: βίδα (: με κωνική κεφαλή). Βλ. -άτος. | |
| 55470 | φρέζια | φρέ-ζι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. βολβώδες και ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Freesia), με μακρόστενα φύλλα και χωνοειδή αρωματικά άνθη σε ποικίλα χρώματα. [< γαλλ. freesia, γερμ. Freesie, γερμ. ανθρ. F. H. Th. Freese] | |
| 55471 | φρεναπάτη | φρε-να-πά-τη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψευδαίσθηση, εσφαλμένη αντίληψη. Πβ. πλάνη1. | |
| 55472 | φρενάρισμα | φρε-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φρεναρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρενάρω: απότομο/ασφαλές/βίαιο/δυνατό ~. ~ του αυτοκινήτου/κινητήρα (πβ. επιβράδυνση· ΑΝΤ. επιτάχυνση). ~ πανικού (: ακαριαίο ~ για αποφυγή τρακαρίσματος, ενώ το όχημα κινείται με σχετικά μεγάλη ταχύτητα). Σύστημα υποβοήθησης ~ατος. Πβ. πέδηση.|| (μτφ.) ~ της ανάπτυξης. Πβ. παρακώλυση, παρεμπόδιση. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τροχοπέδηση ΑΝΤ. γκάζωμα | |
| 55473 | φρενάρω | φρε-νά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φρέναρ-α κ. φρενάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) ΣΥΝ. τροχοπεδώ 1. πατώ φρένο: Μη ~εις τόσο απότομα (το αυτοκίνητο)! ΑΝΤ. γκαζώνω (1) 2. (μτφ.) επιβραδύνω ή ανακόπτω την εξέλιξη μιας κατάστασης· συγκρατώ, εμποδίζω κάποιον να πράξει κάτι: Προβλήματα που ~ουν την πρόοδο του έργου. Πβ. παρακωλύω. ΑΝΤ. επιταχύνω.|| Θέλω να τον πιστέψω, αλλά με ~ει το γεγονός ότι ...|| ~ουν (= παγώνουν) τα δάνεια λόγω της οικονομικής κρίσης. [< ιταλ. frenare] | |
| 55474 | φρένες | φρέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): μυαλό, λογική. ● ΦΡ.: έξω φρενών: έξαλλος, αλλόφρων: Είμαι/έχω γίνει ~ ~ μαζί σου/με τη συμπεριφορά τους. Τον έκαναν ~ ~. Πβ. εκτός εαυτού, πυρ και μανία., έχω σώας τας φρένας βλ. σώος, σύγχυση φρενών βλ. σύγχυση [< πληθ. του αρχ. ουσ. φρὴν, γεν. φρενὸς] | |
| 55475 | φρενήρης | , ης, ες φρε-νή-ρης επίθ. (λόγ.): που εξελίσσεται ή πραγματοποιείται με ταχύτατο και συνήθ. ανεξέλεγκτο τρόπο· ξέφρενος: ~ης: καταδίωξη.|| ~ης: ανάπτυξη/δράση (ταινίας)/πορεία (των τιμών). Με ~εις ρυθμούς (πβ. έξαλλος). Πβ. ιλιγγιώδης. Βλ. -ήρης. ΣΥΝ. φρενιτιώδης [< πβ. αρχ. φρενήρης 'σώφρων', ιταλ. frenetico] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ