| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55469 | φρεζάτος | , η, ο [φρεζᾶτος] φρε-ζά-τος επίθ. & (σπάν.) φρεζαριστός, ή, ό (προφ.): επεξεργασμένος με φρέζα: ~η: βίδα (: με κωνική κεφαλή). Βλ. -άτος. | |
| 55470 | φρέζια | φρέ-ζι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. βολβώδες και ποώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Freesia), με μακρόστενα φύλλα και χωνοειδή αρωματικά άνθη σε ποικίλα χρώματα. [< γαλλ. freesia, γερμ. Freesie, γερμ. ανθρ. F. H. Th. Freese] | |
| 55471 | φρεναπάτη | φρε-να-πά-τη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ψευδαίσθηση, εσφαλμένη αντίληψη. Πβ. πλάνη1. | |
| 55472 | φρενάρισμα | φρε-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φρεναρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρενάρω: απότομο/ασφαλές/βίαιο/δυνατό ~. ~ του αυτοκινήτου/κινητήρα (πβ. επιβράδυνση· ΑΝΤ. επιτάχυνση). ~ πανικού (: ακαριαίο ~ για αποφυγή τρακαρίσματος, ενώ το όχημα κινείται με σχετικά μεγάλη ταχύτητα). Σύστημα υποβοήθησης ~ατος. Πβ. πέδηση.|| (μτφ.) ~ της ανάπτυξης. Πβ. παρακώλυση, παρεμπόδιση. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τροχοπέδηση ΑΝΤ. γκάζωμα | |
| 55473 | φρενάρω | φρε-νά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φρέναρ-α κ. φρενάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) ΣΥΝ. τροχοπεδώ 1. πατώ φρένο: Μη ~εις τόσο απότομα (το αυτοκίνητο)! ΑΝΤ. γκαζώνω (1) 2. (μτφ.) επιβραδύνω ή ανακόπτω την εξέλιξη μιας κατάστασης· συγκρατώ, εμποδίζω κάποιον να πράξει κάτι: Προβλήματα που ~ουν την πρόοδο του έργου. Πβ. παρακωλύω. ΑΝΤ. επιταχύνω.|| Θέλω να τον πιστέψω, αλλά με ~ει το γεγονός ότι ...|| ~ουν (= παγώνουν) τα δάνεια λόγω της οικονομικής κρίσης. [< ιταλ. frenare] | |
| 55474 | φρένες | φρέ-νες ουσ. (θηλ.) (οι) (λόγ.): μυαλό, λογική. ● ΦΡ.: έξω φρενών: έξαλλος, αλλόφρων: Είμαι/έχω γίνει ~ ~ μαζί σου/με τη συμπεριφορά τους. Τον έκαναν ~ ~. Πβ. εκτός εαυτού, πυρ και μανία., έχω σώας τας φρένας βλ. σώος, σύγχυση φρενών βλ. σύγχυση [< πληθ. του αρχ. ουσ. φρὴν, γεν. φρενὸς] | |
| 55475 | φρενήρης | , ης, ες φρε-νή-ρης επίθ. (λόγ.): που εξελίσσεται ή πραγματοποιείται με ταχύτατο και συνήθ. ανεξέλεγκτο τρόπο· ξέφρενος: ~ης: καταδίωξη.|| ~ης: ανάπτυξη/δράση (ταινίας)/πορεία (των τιμών). Με ~εις ρυθμούς (πβ. έξαλλος). Πβ. ιλιγγιώδης. Βλ. -ήρης. ΣΥΝ. φρενιτιώδης [< πβ. αρχ. φρενήρης 'σώφρων', ιταλ. frenetico] | |
| 55476 | φρενιάζω | φρε-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {φρένια-σε, -σει, -σμένος} (προφ.): θυμώνω πάρα πολύ, γίνομαι έξαλλος: Αν του πεις κάτι κακό για τους φίλους του, ~ει (= εξαγριώνεται, εξοργίζεται). Πβ. αφην-, μαν-ιάζω. [< μεσν. φρενιάζω] | |
| 55477 | φρενικός | , ή, ό φρε-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: φρενικό νεύρο: ΑΝΑΤ. που ξεκινά από το αυχενικό τμήμα του νωτιαίου μυελού και κατεβαίνει προς τον θώρακα· νευρώνει το διάφραγμα και ελέγχει την αναπνοή. [< γαλλ. phrénique, αγγλ. phrenic] | |
| 55478 | φρενίτιδα | φρε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) έντονη, ανεξέλεγκτη δραστηριότητα ή ασυγκράτητη εκδήλωση ενός συναισθήματος· παραλήρημα: Επικρατεί καταναλωτική ~.|| Τον έχει πιάσει ~. Το συγκρότημα προκάλεσε ~ ενθουσιασμού στους θαυμαστές του. Πβ. ντελίριο, παροξυσμός. 2. ΙΑΤΡ. προσωρινή διανοητική διαταραχή. Βλ. -ίτιδα. [< αρχ. φρενῖτις, γαλλ. phrénite, αγγλ. phrenitis] | |
| 55479 | φρενιτιώδης | , ης, ες φρε-νι-τι-ώ-δης επίθ. {φρενιτιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φρενήρης: με ~η ταχύτητα. Βλ. -ώδης. | |
| 55480 | φρένο | φρέ-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός επιβράδυνσης ή/και ακινητοποίησης κινούμενου ή περιστρεφόμενου αντικειμένου, κυρ. ειδικότ. οχήματος: δυνατά/μαλακά/μπροστά/πίσω/υδραυλικά ~α. Τα ~α του αυτοκινήτου/της μηχανής/του ποδηλάτου. Η βαλβίδα/μανέτα/τρόμπα του ~ου. Τα πεντάλ/τακάκια των ~ων. Δίσκοι (βλ. δισκόφρενο)/σιαγόνες ~ων. Έλεγχος των/συνεργείο/υγρά/φώτα ~ων. Αφήνω το ~. Δεν έπιασαν τα ~α. Πβ. (τροχο)πέδη. Βλ. αερόφρενα, ποδό-, σερβό-, χειρό-φρενο.|| (συνεκδ.) Ακούστηκαν απότομα ~α (= φρεναρίσματα). ● ΦΡ.: βάζω/μπαίνει φρένο σε κάτι (μτφ.-προφ.): ανακόπτω, εμποδίζω την εκδήλωση ενός φαινομένου ή την εξέλιξη μιας κατάστασης: Μπήκε ~ στα δάνεια. Έβαλε ~ (= τέλος) στις παράλογες απαιτήσεις τους. Βλ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός., πατώ φρένο ΑΝΤ. πατώ γκάζι 1. πιέζω με το πόδι μου το φρένο για να μειώσω ταχύτητα. ΣΥΝ. φρενάρω (1) 2. (μτφ.) επιβραδύνω: Πάτησαν ~ στις διαπραγματεύσεις. [< ιταλ. freno] | |
| 55481 | φρενοβλάβεια | φρε-νο-βλά-βει-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική νόσος, διανοητική διαταραχή. Πβ. παράνοια, παραφροσύνη. [< μτγν. φρενοβλάβεια] | |
| 55482 | φρενοβλαβής | , ής, ές φρε-νο-βλα-βής επίθ./ουσ. {φρενοβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή), -ών}: ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από φρενοβλάβεια: άσυλο ~ών (= ψυχιατρείο). Πβ. παράφρων, τρελός. ΣΥΝ. φρενοπαθής [< αρχ. φρενοβλαβής] | |
| 55484 | φρενοβλαβής | , ής, ές φρε-νο-πα-θής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. φρενοβλαβής. Βλ. -παθής. | |
| 55483 | φρενοκομείο | [φρενοκομεῖο] φρε-νο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ψυχιατρείο. || (συχνότ. μτφ.) Μ' αυτά που ακούω, θα καταλήξω στο ~ (= θα τρελαθώ). Πβ. Δαφνί. Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. τρελοκομείο (1) [< γερμ. Irrenanstalt, Irrenhaus, Tollhaus] | |
| 55485 | φρέντο | φρέ-ντο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: κρύο ρόφημα καφέ εσπρέσο, με παγάκια και ζάχαρη, πασπαλισμένο με κανέλα ή σοκολάτα, το οποίο πίνεται σε ψηλό ποτήρι: ~ γλυκό/μέτριο/σκέτο.|| (ως επίθ.) ~ εσπρέσο/καπουτσίνο (: με χτυπημένο γάλα). ● Υποκ.: φρεντάκι (το) [< ιταλ. freddo ‘κρύος’, δημιουργήθηκε στην Ελλάδα το 1991] | |
| 55486 | φρεντοτσίνο | φρε-ντο-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & φρεντουτσίνο: παγωμένο ρόφημα που παρασκευάζεται από τον ομώνυμο καφέ σε σκόνη, χτυπημένο στο μίξερ με γάλα και παγάκια, και πίνεται σε ψηλό ποτήρι με σιρόπι στα τοιχώματά του. Βλ. καπου-, μοκα-, φραπου-τσίνο. [< ελβετική εμπορ. ονομασ. freddoccino, 2001] | |
| 55487 | φρέον | φρέ-ον ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. γεν. φρέοντος} & (σπάν.) φρεόν: ΧΗΜ. τύπος χλωροφθοράνθρακα που χρησιμοποιείται κυρ. ως ψυκτικό υγρό: οικολογικό/υγρό ~. Διαρροή ~. Βλ. αεροζόλ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Freon, 1932 < fre(eze)+ -on, γαλλ. fréon, 1947] | |
| 55488 | φρεσκάδα | φρε-σκά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. φρεσκότητα: ~ των υλικών/φρούτων. 2. (μτφ.) ανανέωση, πρωτοτυπία: η ~ της σκέψης του. Αέρας ~ας. 3. (μτφ.) ευδιαθεσία, ζωντάνια: με κέφι και ~. Βλ. μπρίο. 4. (μτφ.) απαλότητα, τρυφερότητα, αίσθηση δροσιάς: νεανική ~. Η ~ της επιδερμίδας/του προσώπου. Βλ. σφρίγος.|| Ανάσα/άρωμα/νότα ~ας. Πβ. δροσερότητα. Βλ. -άδα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ