Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55960-55980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55476φρενιάζωφρε-νιά-ζω ρ. (αμτβ.) {φρένια-σε, -σει, -σμένος} (προφ.): θυμώνω πάρα πολύ, γίνομαι έξαλλος: Αν του πεις κάτι κακό για τους φίλους του, ~ει (= εξαγριώνεται, εξοργίζεται). Πβ. αφην-, μαν-ιάζω. [< μεσν. φρενιάζω]
55477φρενικός, ή, ό φρε-νι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: φρενικό νεύρο: ΑΝΑΤ. που ξεκινά από το αυχενικό τμήμα του νωτιαίου μυελού και κατεβαίνει προς τον θώρακα· νευρώνει το διάφραγμα και ελέγχει την αναπνοή. [< γαλλ. phrénique, αγγλ. phrenic]
55478φρενίτιδαφρε-νί-τι-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) έντονη, ανεξέλεγκτη δραστηριότητα ή ασυγκράτητη εκδήλωση ενός συναισθήματος· παραλήρημα: Επικρατεί καταναλωτική ~.|| Τον έχει πιάσει ~. Το συγκρότημα προκάλεσε ~ ενθουσιασμού στους θαυμαστές του. Πβ. ντελίριο, παροξυσμός. 2. ΙΑΤΡ. προσωρινή διανοητική διαταραχή. Βλ. -ίτιδα. [< αρχ. φρενῖτις, γαλλ. phrénite, αγγλ. phrenitis]
55479φρενιτιώδης, ης, ες φρε-νι-τι-ώ-δης επίθ. {φρενιτιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φρενήρης: με ~η ταχύτητα. Βλ. -ώδης.
55480φρένοφρέ-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός επιβράδυνσης ή/και ακινητοποίησης κινούμενου ή περιστρεφόμενου αντικειμένου, κυρ. ειδικότ. οχήματος: δυνατά/μαλακά/μπροστά/πίσω/υδραυλικά ~α. Τα ~α του αυτοκινήτου/της μηχανής/του ποδηλάτου. Η βαλβίδα/μανέτα/τρόμπα του ~ου. Τα πεντάλ/τακάκια των ~ων. Δίσκοι (βλ. δισκόφρενο)/σιαγόνες ~ων. Έλεγχος των/συνεργείο/υγρά/φώτα ~ων. Αφήνω το ~. Δεν έπιασαν τα ~α. Πβ. (τροχο)πέδη. Βλ. αερόφρενα, ποδό-, σερβό-, χειρό-φρενο.|| (συνεκδ.) Ακούστηκαν απότομα ~α (= φρεναρίσματα). ● ΦΡ.: βάζω/μπαίνει φρένο σε κάτι (μτφ.-προφ.): ανακόπτω, εμποδίζω την εκδήλωση ενός φαινομένου ή την εξέλιξη μιας κατάστασης: Μπήκε ~ στα δάνεια. Έβαλε ~ (= τέλος) στις παράλογες απαιτήσεις τους. Βλ. εμπόδιο, πρόσκομμα, φραγμός., πατώ φρένο ΑΝΤ. πατώ γκάζι 1. πιέζω με το πόδι μου το φρένο για να μειώσω ταχύτητα. ΣΥΝ. φρενάρω (1) 2. (μτφ.) επιβραδύνω: Πάτησαν ~ στις διαπραγματεύσεις. [< ιταλ. freno]
55481φρενοβλάβειαφρε-νο-βλά-βει-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχική νόσος, διανοητική διαταραχή. Πβ. παράνοια, παραφροσύνη. [< μτγν. φρενοβλάβεια]
55482φρενοβλαβής, ής, ές φρε-νο-βλα-βής επίθ./ουσ. {φρενοβλαβ-ούς | -είς (ουδ. -ή), -ών}: ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από φρενοβλάβεια: άσυλο ~ών (= ψυχιατρείο). Πβ. παράφρων, τρελός. ΣΥΝ. φρενοπαθής [< αρχ. φρενοβλαβής]
55484φρενοβλαβής

, ής, ές φρε-νο-πα-θής επίθ./ουσ.: ΨΥΧΙΑΤΡ. φρενοβλαβής. Βλ. -παθής.

55483φρενοκομείο[φρενοκομεῖο] φρε-νο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.): ψυχιατρείο. || (συχνότ. μτφ.) Μ' αυτά που ακούω, θα καταλήξω στο ~ (= θα τρελαθώ). Πβ. Δαφνί. Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. τρελοκομείο (1) [< γερμ. Irrenanstalt, Irrenhaus, Tollhaus]
55485φρέντοφρέ-ντο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.}: κρύο ρόφημα καφέ εσπρέσο, με παγάκια και ζάχαρη, πασπαλισμένο με κανέλα ή σοκολάτα, το οποίο πίνεται σε ψηλό ποτήρι: ~ γλυκό/μέτριο/σκέτο.|| (ως επίθ.) ~ εσπρέσο/καπουτσίνο (: με χτυπημένο γάλα). ● Υποκ.: φρεντάκι (το) [< ιταλ. freddo ‘κρύος’, δημιουργήθηκε στην Ελλάδα το 1991]
55486φρεντοτσίνοφρε-ντο-τσί-νο ουσ. (αρσ. + ουδ.) {άκλ.} & φρεντουτσίνο: παγωμένο ρόφημα που παρασκευάζεται από τον ομώνυμο καφέ σε σκόνη, χτυπημένο στο μίξερ με γάλα και παγάκια, και πίνεται σε ψηλό ποτήρι με σιρόπι στα τοιχώματά του. Βλ. καπου-, μοκα-, φραπου-τσίνο. [< ελβετική εμπορ. ονομασ. freddoccino, 2001]
55487φρέονφρέ-ον ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. γεν. φρέοντος} & (σπάν.) φρεόν: ΧΗΜ. τύπος χλωροφθοράνθρακα που χρησιμοποιείται κυρ. ως ψυκτικό υγρό: οικολογικό/υγρό ~. Διαρροή ~. Βλ. αεροζόλ. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Freon, 1932 < fre(eze)+ -on, γαλλ. fréon, 1947]
55488φρεσκάδαφρε-σκά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. φρεσκότητα: ~ των υλικών/φρούτων. 2. (μτφ.) ανανέωση, πρωτοτυπία: η ~ της σκέψης του. Αέρας ~ας. 3. (μτφ.) ευδιαθεσία, ζωντάνια: με κέφι και ~. Βλ. μπρίο. 4. (μτφ.) απαλότητα, τρυφερότητα, αίσθηση δροσιάς: νεανική ~. Η ~ της επιδερμίδας/του προσώπου. Βλ. σφρίγος.|| Ανάσα/άρωμα/νότα ~ας. Πβ. δροσερότητα. Βλ. -άδα.
55489φρεσκάρισμαφρε-σκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του φρεσκάρω: ~ των ρούχων/χαλιών. Το σπίτι χρειάζεται ένα ~. Κάναμε ένα ~ στους τοίχους (: βάψιμο). Βλ. καθάρισμα, πλύσιμο.|| ~ (= ανανέωση) της ομάδας με καινούργιους παίκτες.|| ~ της μνήμης (πβ. ανάκληση). Τα Αγγλικά σου θέλουν ~ (πβ. ξεσκόνισμα). Βλ. -ισμα. ● Υποκ.: φρεσκαρισματάκι (το)
55490φρεσκάρωφρε-σκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φρέσκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ιστεί, -οντας, -ισμένος}: κάνω κάτι (να φαίνεται) φρέσκο· ανανεώνω: Κρέμα που ~ει (= αναζωογονεί) το δέρμα.|| (για προπονητή:) Έκανε αλλαγές για να ~ει την ομάδα.|| (μτφ.) Για να ~ τη μνήμη σου, σου θυμίζω ότι ... Πρέπει να ~ (= ξαναθυμηθώ, ξεσκονίσω) λίγο τα Ιταλικά μου.|| (μεσοπαθ., κυρ. για γυναίκες) Έκανα ένα ντους για να ~ιστώ. Πήγε στο μπάνιο να ~ιστεί (: να ~ει το μακιγιάζ της).φρεσκάρει: ΝΑΥΤ. (για άνεμο) δυναμώνει· αρχίζει να φυσά: ~ ο αέρας/καιρός. [< παλαιότ. ιταλ. frescare]
55491φρεσκο-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. (προφ.) πρόσφατου: ~βαμμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~παντρεμένος (πβ. νιό-παντρος). 2. (εμφατ.) νωπού, της ώρας: ~μαγειρεμένος/~τηγανισμένος.
55492φρέσκο1φρέ-σκο ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. νωπογραφία. [< παλαιότ. ιταλ. fresco]
55493φρέσκο2φρέ-σκο ουσ. (ουδ.) (αργκό): φυλακή: Τον έστειλαν στο ~. ΣΥΝ. μπουζού, στενή, ψειρού [< ιταλ. fresco]
55494φρεσκοαλεσμένος, η, ο φρε-σκο-α-λε-σμέ-νος επίθ.: που έχει αλεστεί πρόσφατα: ~ος: καφές. ~α: μπαχαρικά.
55495φρεσκοβαμμένος, η, ο φρε-σκο-βαμ-μέ-νος επίθ.: που έχει βαφτεί πρόσφατα: ~ο: σπίτι. ~οι: τοίχοι. ~α: νύχια.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.