Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5580-5600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4654αντιοιστρογόνο[ἀντιοιστρογόνο] α-ντι-οι-στρο-γό-νο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. ουσία που εξουδετερώνει ή περιορίζει τη δράση των οιστρογόνων: ορμονοθεραπεία με ~α. [< αγγλ. antiestrogen, γαλλ. antiestrogène]
4655αντιολισθητικός, ή, ό [ἀντιολισθητικός] α-ντι-ο-λι-σθη-τι-κός επίθ. & αντιολισθηρός: που εμποδίζει την ολίσθηση ή δεν γλιστρά: ~ός: τάπητας. ~ή: επιφάνεια (ΑΝΤ. γλιστερή)/λαβή. ~ά: λάστιχα/παπούτσια/πατάκια (μπάνιου). ~ό: σύστημα (πέδησης/πρόσδεσης). ΑΝΤ. ολισθηρός (1) ● ΣΥΜΠΛ.: αντιολισθητικές αλυσίδες: ΤΕΧΝΟΛ. που τοποθετούνται στα ελαστικά οχήματος, για να αποτρέψουν ή να περιορίσουν την ολίσθησή του σε χιονισμένο ή παγωμένο δρόμο. Πβ. χιονοαλυσίδες. [< γαλλ. antidérapant, αγγλ. antiskid, 1904]
4656αντιοξειδωτικός, ή, ό [ἀντιοξειδωτικός] α-ντι-ο-ξει-δω-τι-κός επίθ. & αντιοξιδωτικός: ΧΗΜ. που αποτρέπει ή επιβραδύνει την αλλοίωση συστατικών των τροφίμων ή άλλων ουσιών λόγω οξείδωσης: ~ός: παράγοντας. ~ή: δράση/προστασία. ~ό: ένζυμο. ~ές: βιταμίνες (A,C,E)/ιδιότητες. ΑΝΤ. οξειδωτικός.|| ~ές: τροφές (: που περιέχουν ~ά). ● Ουσ.: αντιοξειδωτικά (τα) & αντιοξειδωτικές ουσίες: φυσικές ή συνθετικές ουσίες (βιταμίνες, ιχνοστοιχεία) που βρίσκονται στις τροφές και προστατεύουν τα κύτταρα του οργανισμού από τον εκφυλισμό λόγω της φυσιολογικής και αναπόφευκτης διαδικασίας της οξείδωσης: φρούτα και λαχανικά πλούσια σε ~. Τα ~ προστατεύουν τον οργανισμό ενάντια στις ελεύθερες ρίζες. Βλ. βιολογική θεραπεία, μάτσα, πρόσθετα (τροφίμων), συμπληρώματα διατροφής. [< αγγλ. anti-oxidant, 1934, γαλλ. antioxydant, 1960]
4657αντιόξινα[ἀντιόξινα] α-ντι-ό-ξι-να ουσ. (ουδ.) (τα) {σπάν. στον εν. αντιόξινο}: ΦΑΡΜΑΚ. φάρμακα που εξουδετερώνουν ή περιορίζουν τη γαστρική έκκριση και καταπραΰνουν τους πόνους στο στομάχι. [< αγγλ. ant(i)acids, γαλλ. antiacides]
4659αντιπαγετικός, ή, ό [ἀντιπαγετικός] α-ντι-πα-γε-τι-κός επίθ.: που προφυλάσσει από τον παγετό: ~ός: ανεμιστήρας (για καλλιέργειες). Μέτρα ~ής προστασίας.|| (ως ουσ.) ~ό σκυροδέματος. Βλ. αντι-θερμικός, -ψυκτικός. [< γαλλ. antigel, 1923]
4660αντιπαγκοσμιοποίηση[ἀντιπαγκοσμιοποίηση] α-ντι-πα-γκο-σμι-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): κοινωνικό κυρ. κίνημα που αντιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση. [< αγγλ. anti-globalization, 1995]
4661αντιπάθεια[ἀντιπάθεια] α-ντι-πά-θει-α ουσ. (θηλ.): συναίσθημα δυσαρέσκειας για κάποιον ή κάτι: αμοιβαία ~. Προσωπικές ~ες. Υπάρχει (μεγάλη) ~ (μεταξύ τους). Αισθάνομαι/έχω/τρέφω ~ για/προς ... Δημιουργώ/προκαλώ ~ες. Βλ. απάθεια, απέχθεια, αποστροφή, μίσος, -πάθεια. ΑΝΤ. συμπάθεια (1) [< μτγν. ἀντιπάθεια, γαλλ. antipathie, γερμ. Αntipathie, αγγλ. antipathy]
4662αντιπαθής, ής, ές [ἀντιπαθής] α-ντι-πα-θής επίθ. {αντιπαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): αντιπαθητικός: Μου είναι ~. Βλ. -παθής. [< μτγν. ἀντιπαθής ‘δυσμενής, ενάντιος’, γαλλ. antipathique]
4663αντιπαθητικός, ή, ό [ἀντιπαθητικός] α-ντι-πα-θη-τι-κός επίθ.: που δημιουργεί αντιπάθεια: ~ός: χαρακτήρας. Η υπεροψία του τον κάνει ~ό στους άλλους. Βλ. απεχθής, απωθητικός, -παθητικός. ΣΥΝ. αντιπαθής, αχώνευτος (1) ΑΝΤ. συμπαθής, συμπαθητικός (1) [< μτγν. ἀντιπαθητικός 'που δεν είναι αδρανής', γαλλ. antipathique]
4664αντιπαθώ[ἀντιπαθῶ] α-ντι-πα-θώ ρ. (μτβ.) {αντιπαθ-είς ...| αντιπάθ-ησα}: νιώθω αντιπάθεια για κάποιον ή κάτι: Από τη συμπεριφορά του είναι ολοφάνερο ότι με ~εί. ~ τη δημοσιότητα/τον καπνό. Πβ. απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι. ΑΝΤ. συμπαθώ (1) [< μτγν. ἀντιπαθῶ]
4665αντιπαιδαγωγικός, ή, ό [ἀντιπαιδαγωγικός] α-ντι-παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στα διδάγματα της παιδαγωγικής επιστήμης: ~ός: τρόπος διδασκαλίας. ~ή: συμπεριφορά. ~ά: βιβλία. ΑΝΤ. παιδαγωγικός
4666αντιπαλεύω[ἀντιπαλεύω] α-ντι-πα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {αντιπάλε-ψε, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αντιμάχομαι: ~ει/-εται την εκμετάλλευση/το κατεστημένο/τον ρατσισμό. Πβ. αντι-στρατεύομαι, -τάσσομαι, -τίθεμαι, πολεμώ. [< μτγν. ἀντιπαλαίω]
4667αντίπαλος, η, ο [ἀντίπαλος] α-ντί-πα-λος επίθ.: που αντιμάχεται, ανταγωνίζεται, πολεμά κάποιον ή κάτι: ~η: ιδεολογία/πλευρά (= αντίθετη, αντιτιθέμενη). ~οι: στρατοί. ~ες: δυνάμεις/συμμορίες. ~α: στρατόπεδα (ΣΥΝ. εχθρικά. ΑΝΤ. συμμαχικά).|| (ΑΘΛ.) ~ος: παίκτης (ΑΝΤ. συμπαίκτης). ~η: εστία/περιοχή. ~ες: ομάδες. ● Ουσ.: αντίπαλος (ο/η) {αντιπάλ-ου}: ανταγωνιστής: δύσκολος/επικίνδυνος/εύκολος/ισάξιος/ισχυρός ~. Η ανωτερότητα/η υπεροχή του ~ου. (λόγ.) Επικράτηση/νίκη επί του ~ου. Ιδεολογικοί/πολιτικοί ~οι (ΣΥΝ. εχθροί. ΑΝΤ. σύμμαχοι). Οι ~οι του καθεστώτος (ΑΝΤ. οπαδοί, υπέρμαχοι, υποστηρικτές). Επεισόδια/συγκρούσεις μεταξύ ~ων.|| (μτφ.) Είναι/παίζει χωρίς ~ο (: είναι ακαταμάχητος, ανίκητος).|| (λόγ.) Η ~ος (ενν. ομάδα) της Εθνικής μας. Πβ. αντίζηλος, πολέμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίπαλο(ν) δέος: ισοδύναμος ανταγωνιστής, εχθρός: Ευρώ, το ~ ~ του δολαρίου., αιώνιοι (αντίπαλοι) βλ. αιώνιος [< αρχ. ἀντίπαλος]
4668αντιπαλότητα[ἀντιπαλότητα] α-ντι-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αντιπαλοτήτ-ων}: ανταγωνισμός, σύγκρουση, αντιπαράθεση: αιώνια/θρησκευτική/ιδεολογική/πολιτική ~. Παραδοσιακή ~ μεταξύ των δύο ομάδων/ανάμεσα στις δύο ομάδες. Μίσος και ~ (πβ. εχθροπάθεια). Κλίμα/σχέση ~ας. ~ες, πάθη και εντάσεις. Επίλυση των ~ων. Πβ. αντιζηλία, διαμάχη, εχθρότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. rivalité]
4669αντιπαραβάλλω[ἀντιπαραβάλλω] α-ντι-πα-ρα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέβαλ-ε, αντιπαραβλ-ηθεί, αντιπαραβάλλ-οντας} 1. εξετάζω συγκρίνοντας: ~ έννοιες/όρους. Οι φωτοτυπίες θα ~ηθούν με τα πρωτότυπα. Πβ. αντιπαραθέτω, παρα-βάλλω, -λληλίζω. 2. αντιπροτείνω: ~ ως επιχείρημα/παράδειγμα. ~ει στη λογική το παράλογο. ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπαρατάσσω (2), αντιτάσσω (1), αντιτείνω [< αρχ. ἀντιπαραβάλλω]
4670αντιπαραβολή[ἀντιπαραβολή] α-ντι-πα-ρα-βο-λή ουσ. (θηλ.): σύγκριση, αντιπαράθεση: ~ του πρωτότυπου κειμένου με αυτό της μετάφρασης. Κάνω ~/προβαίνω σε ~ (= αντιπαραβάλλω). Πβ. παραλληλισμός. ΣΥΝ. παραβολή (3) [< αρχ. ἀντιπαραβολή ‘ανταπάντηση σε διαφωνία’]
4671αντιπαραβολικός, ή, ό [ἀντιπαραβολικός] α-ντι-πα-ρα-βο-λι-κός επίθ.: που γίνεται με αντιπαραβολή ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή: ανάλυση/εξέταση. Πβ. συγκριτικός. [< αγγλ. contrastive]
4672αντιπαραγωγικός, ή, ό [ἀντιπαραγωγικός] α-ντι-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που δεν αποδίδει, δεν παράγει (πολύ) έργο ή δεν έχει θετικά αποτελέσματα: ~ός: χρόνος εργασίας. ~ές: επενδύσεις (ΑΝΤ. κερδοφόρες). ΑΝΤ. αποδοτικός, παραγωγικός (2) [< αγγλ. counterproductive, 1959]
4673αντιπαράδειγμα[ἀντιπαράδειγμα] α-ντι-πα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.): παράδειγμα που χρησιμοποιείται για να ανατρέψει μια θεωρία, μια υπόθεση, έναν ισχυρισμό: Απαντώ με ~. Βλ. αντ-απάντηση, -επιχείρημα, αντιπρόταση. [< αγγλ. counterexample, 1957, γαλλ. contre exemple, 1957]
4674αντιπαράθεση[ἀντιπαράθεση] α-ντι-πα-ρά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαφωνία, σύγκρουση: άγονη/γόνιμη/δημόσια/έντονη/οξεία/πολιτική/προεκλογική/σκληρή/τηλεοπτική ~. Εστία ~ης. Έχει έρθει σε ανοιχτή/ευθεία/πλήρη ~ με ... Κλιμακώνεται/οξύνεται η ~ μεταξύ κυβέρνησης και (αξιωματικής) αντιπολίτευσης. Πβ. αντίθεση, εναντιότητα. 2. σύγκριση: ~ ιδεών/προτάσεων. Πβ. αντι-διαστολή, -παραβολή, παραλληλισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αντιπαράθεση: σύγκρουση στρατιωτικών δυνάμεων. [< γαλλ. affrontement militaire] ● ΦΡ.: κατ' αντιπαράθεση (λόγ.): σε αντίθεση, αντιπαραβολή: ~ ~ συζήτηση.|| (ΝΟΜ.) ~ ~ εξέταση μαρτύρων. [< 1: γαλλ. confrontation 2: μτγν. ἀντιπαράθεσις]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.