Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5580-5600]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4662αντιπαθής, ής, ές [ἀντιπαθής] α-ντι-πα-θής επίθ. {αντιπαθέστ-ερος, -ατος} (λόγ.): αντιπαθητικός: Μου είναι ~. Βλ. -παθής. [< μτγν. ἀντιπαθής ‘δυσμενής, ενάντιος’, γαλλ. antipathique]
4663αντιπαθητικός, ή, ό [ἀντιπαθητικός] α-ντι-πα-θη-τι-κός επίθ.: που δημιουργεί αντιπάθεια: ~ός: χαρακτήρας. Η υπεροψία του τον κάνει ~ό στους άλλους. Βλ. απεχθής, απωθητικός, -παθητικός. ΣΥΝ. αντιπαθής, αχώνευτος (1) ΑΝΤ. συμπαθής, συμπαθητικός (1) [< μτγν. ἀντιπαθητικός 'που δεν είναι αδρανής', γαλλ. antipathique]
4664αντιπαθώ[ἀντιπαθῶ] α-ντι-πα-θώ ρ. (μτβ.) {αντιπαθ-είς ...| αντιπάθ-ησα}: νιώθω αντιπάθεια για κάποιον ή κάτι: Από τη συμπεριφορά του είναι ολοφάνερο ότι με ~εί. ~ τη δημοσιότητα/τον καπνό. Πβ. απεχθάνομαι, μισώ, σιχαίνομαι. ΑΝΤ. συμπαθώ (1) [< μτγν. ἀντιπαθῶ]
4665αντιπαιδαγωγικός, ή, ό [ἀντιπαιδαγωγικός] α-ντι-παι-δα-γω-γι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στα διδάγματα της παιδαγωγικής επιστήμης: ~ός: τρόπος διδασκαλίας. ~ή: συμπεριφορά. ~ά: βιβλία. ΑΝΤ. παιδαγωγικός
4666αντιπαλεύω[ἀντιπαλεύω] α-ντι-πα-λεύ-ω ρ. (μτβ.) {αντιπάλε-ψε, συνηθέστ. στο γ' πρόσ.} (λόγ.): αντιμάχομαι: ~ει/-εται την εκμετάλλευση/το κατεστημένο/τον ρατσισμό. Πβ. αντι-στρατεύομαι, -τάσσομαι, -τίθεμαι, πολεμώ. [< μτγν. ἀντιπαλαίω]
4667αντίπαλος, η, ο [ἀντίπαλος] α-ντί-πα-λος επίθ.: που αντιμάχεται, ανταγωνίζεται, πολεμά κάποιον ή κάτι: ~η: ιδεολογία/πλευρά (= αντίθετη, αντιτιθέμενη). ~οι: στρατοί. ~ες: δυνάμεις/συμμορίες. ~α: στρατόπεδα (ΣΥΝ. εχθρικά. ΑΝΤ. συμμαχικά).|| (ΑΘΛ.) ~ος: παίκτης (ΑΝΤ. συμπαίκτης). ~η: εστία/περιοχή. ~ες: ομάδες. ● Ουσ.: αντίπαλος (ο/η) {αντιπάλ-ου}: ανταγωνιστής: δύσκολος/επικίνδυνος/εύκολος/ισάξιος/ισχυρός ~. Η ανωτερότητα/η υπεροχή του ~ου. (λόγ.) Επικράτηση/νίκη επί του ~ου. Ιδεολογικοί/πολιτικοί ~οι (ΣΥΝ. εχθροί. ΑΝΤ. σύμμαχοι). Οι ~οι του καθεστώτος (ΑΝΤ. οπαδοί, υπέρμαχοι, υποστηρικτές). Επεισόδια/συγκρούσεις μεταξύ ~ων.|| (μτφ.) Είναι/παίζει χωρίς ~ο (: είναι ακαταμάχητος, ανίκητος).|| (λόγ.) Η ~ος (ενν. ομάδα) της Εθνικής μας. Πβ. αντίζηλος, πολέμιος. ● ΣΥΜΠΛ.: αντίπαλο(ν) δέος: ισοδύναμος ανταγωνιστής, εχθρός: Ευρώ, το ~ ~ του δολαρίου., αιώνιοι (αντίπαλοι) βλ. αιώνιος [< αρχ. ἀντίπαλος]
4668αντιπαλότητα[ἀντιπαλότητα] α-ντι-πα-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) {αντιπαλοτήτ-ων}: ανταγωνισμός, σύγκρουση, αντιπαράθεση: αιώνια/θρησκευτική/ιδεολογική/πολιτική ~. Παραδοσιακή ~ μεταξύ των δύο ομάδων/ανάμεσα στις δύο ομάδες. Μίσος και ~ (πβ. εχθροπάθεια). Κλίμα/σχέση ~ας. ~ες, πάθη και εντάσεις. Επίλυση των ~ων. Πβ. αντιζηλία, διαμάχη, εχθρότητα. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. rivalité]
4669αντιπαραβάλλω[ἀντιπαραβάλλω] α-ντι-πα-ρα-βάλ-λω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέβαλ-ε, αντιπαραβλ-ηθεί, αντιπαραβάλλ-οντας} 1. εξετάζω συγκρίνοντας: ~ έννοιες/όρους. Οι φωτοτυπίες θα ~ηθούν με τα πρωτότυπα. Πβ. αντιπαραθέτω, παρα-βάλλω, -λληλίζω. 2. αντιπροτείνω: ~ ως επιχείρημα/παράδειγμα. ~ει στη λογική το παράλογο. ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπαρατάσσω (2), αντιτάσσω (1), αντιτείνω [< αρχ. ἀντιπαραβάλλω]
4670αντιπαραβολή[ἀντιπαραβολή] α-ντι-πα-ρα-βο-λή ουσ. (θηλ.): σύγκριση, αντιπαράθεση: ~ του πρωτότυπου κειμένου με αυτό της μετάφρασης. Κάνω ~/προβαίνω σε ~ (= αντιπαραβάλλω). Πβ. παραλληλισμός. ΣΥΝ. παραβολή (3) [< αρχ. ἀντιπαραβολή ‘ανταπάντηση σε διαφωνία’]
4671αντιπαραβολικός, ή, ό [ἀντιπαραβολικός] α-ντι-πα-ρα-βο-λι-κός επίθ.: που γίνεται με αντιπαραβολή ή αναφέρεται σε αυτή: ~ή: ανάλυση/εξέταση. Πβ. συγκριτικός. [< αγγλ. contrastive]
4672αντιπαραγωγικός, ή, ό [ἀντιπαραγωγικός] α-ντι-πα-ρα-γω-γι-κός επίθ.: που δεν αποδίδει, δεν παράγει (πολύ) έργο ή δεν έχει θετικά αποτελέσματα: ~ός: χρόνος εργασίας. ~ές: επενδύσεις (ΑΝΤ. κερδοφόρες). ΑΝΤ. αποδοτικός, παραγωγικός (2) [< αγγλ. counterproductive, 1959]
4673αντιπαράδειγμα[ἀντιπαράδειγμα] α-ντι-πα-ρά-δειγ-μα ουσ. (ουδ.): παράδειγμα που χρησιμοποιείται για να ανατρέψει μια θεωρία, μια υπόθεση, έναν ισχυρισμό: Απαντώ με ~. Βλ. αντ-απάντηση, -επιχείρημα, αντιπρόταση. [< αγγλ. counterexample, 1957, γαλλ. contre exemple, 1957]
4674αντιπαράθεση[ἀντιπαράθεση] α-ντι-πα-ρά-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. διαφωνία, σύγκρουση: άγονη/γόνιμη/δημόσια/έντονη/οξεία/πολιτική/προεκλογική/σκληρή/τηλεοπτική ~. Εστία ~ης. Έχει έρθει σε ανοιχτή/ευθεία/πλήρη ~ με ... Κλιμακώνεται/οξύνεται η ~ μεταξύ κυβέρνησης και (αξιωματικής) αντιπολίτευσης. Πβ. αντίθεση, εναντιότητα. 2. σύγκριση: ~ ιδεών/προτάσεων. Πβ. αντι-διαστολή, -παραβολή, παραλληλισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: στρατιωτική αντιπαράθεση: σύγκρουση στρατιωτικών δυνάμεων. [< γαλλ. affrontement militaire] ● ΦΡ.: κατ' αντιπαράθεση (λόγ.): σε αντίθεση, αντιπαραβολή: ~ ~ συζήτηση.|| (ΝΟΜ.) ~ ~ εξέταση μαρτύρων. [< 1: γαλλ. confrontation 2: μτγν. ἀντιπαράθεσις]
4675αντιπαραθετικός, ή, ό [ἀντιπαραθετικός] α-ντι-πα-ρα-θε-τι-κός επίθ. 1. που συγκρίνεται με κάτι άλλο: ~ή: ανάλυση (π.χ. εικόνων, κειμένων). 2. που διαφωνεί, έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο: ~ή: συζήτηση. ● επίρρ.: αντιπαραθετικά
4676αντιπαραθέτω[ἀντιπαραθέτω] α-ντι-πα-ρα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέθε-σα, αντιπαρα-τέθηκα, -τιθέμενος, αντιπαραθέτ-οντας} (λόγ.) 1. παρουσιάζω κάτι, συγκρίνοντάς το με κάτι άλλο, συνήθ. για να εντοπιστούν οι διαφορές τους: ~ γεγονότα/δηλώσεις/θεωρίες/προτάσεις. Ο αρθογράφος ~ει τις πολιτικές θέσεις των δύο κομμάτων. Πβ. αντιπαραβάλλω. Βλ. παρα-βάλλω, -λληλίζω. 2. παραθέτω μια άλλη γνώμη, αντιπροτείνω: ~ επιχειρήματα. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (2), αντιπαρατάσσω (2), αντιτάσσω (1), αντιτείνω ● Παθ.: αντιπαρατίθεμαι: εκφράζω διαφορετική γνώμη για κάτι, διαφωνώ: η φαντασία ~εται με/στη λογική. ~τέθηκε με σθένος στην κυβερνητική πολιτική. ~τιθέμενες: απόψεις. Πβ. αντι-τίθεμαι, -μάχομαι. [< αρχ. ἀντιπαρατίθημι]
4677αντιπαράλληλος, η, ο [ἀντιπαράλληλος] α-ντι-πα-ράλ-λη-λος επίθ.: που έχει παράλληλη διεύθυνση και αντίθετη φορά σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: (ΦΥΣ.-ΜΑΘ.) ~α: διανύσματα.|| (ΒΙΟΧ.) ~ες αλυσίδες του DNA. [< μτγν. ἀντιπαράλληλος 'διπλός τροχαίος', γαλλ. antiparallèle, αγγλ. antiparallel]
4678αντιπαρασιτικός, ή, ό [ἀντιπαρασιτικός] α-ντι-πα-ρα-σι-τι-κός επίθ. 1. που καταπολεμά τα παράσιτα: ~ή: αγωγή (για ζώα). ~ό: κολάρο (σκύλου). ~ά: λουτρά/σαμπουάν. ΑΝΤ. παρασιτικός (1) 2. ΤΗΛΕΠ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που εμποδίζει την παραγωγή και διάδοση παρασίτων: ~ό: φίλτρο (ήχου). ~οί: πυκνωτές (: για μείωση των παρεμβολών από ηλεκτρικές συσκευές). ● Ουσ.: αντιπαρασιτικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. ουσία, προϊόν ή συσκευή με αντίστοιχη δράση: ~ά, εντομοκτόνα και εντομοαπωθητικά. [< 1: γαλλ. antiparasitaire, αγγλ. antiparasitic 2: γαλλ. antiparasite, 1928]
4679αντιπαράσταση[ἀντιπαράσταση] α-ντι-πα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κατ' αντιπαράσταση & (σπάν.) σε αντιπαράσταση: ΝΟΜ. με ταυτόχρονη παρουσία και ακρόαση των διαδίκων, κατηγορουμένων, μαρτύρων: ~ ~ ανάκριση/κατάθεση. Βλ. κατ' αντιμωλία(ν). [< μτγν. ἀντιπαράστασις ‘ανταπάντηση’, γαλλ. confrontation]
4680αντιπαράταξη[ἀντιπαράταξη] α-ντι-πα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση σε αντιμέτωπη θέση: ~ πολεμικών δυνάμεων. Γραμμή ~ης (πβ. μέτωπο, πρώτη γραμμή). Βλ. συμπαράταξη.|| (μτφ.) ~ επιχειρημάτων. Πβ. αντιπαράθεση. [< μτγν. ἀντιπαράταξις]
4681αντιπαρατάσσω[ἀντιπαρατάσσω] α-ντι-πα-ρα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέτα-ξα, αντιπαρατά-χθηκε (σπάν.) -χτηκε, αντιπαρατάσσ-οντας} ΣΥΝ. αντιτάσσω 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι (συνήθ. στρατό) απέναντι σε κάποιον ή κάτι άλλο, ώστε να το(ν) αντιμετωπίσω: Ο λαός ~χθηκε στους εισβολείς (ΑΝΤ. συμπαρατάσσομαι, συντάσσομαι). 2. (μτφ.) προβάλλω, παρουσιάζω κάτι ως αντιπρόταση, αντιστάθμισμα: Στις γενικολογίες του αντιπάλου του ~ξε καίρια επιχειρήματα. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (2), αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτείνω [< μτγν. ἀντιπαρατάσσω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.