Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [55980-56000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55489φρεσκάρισμαφρε-σκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του φρεσκάρω: ~ των ρούχων/χαλιών. Το σπίτι χρειάζεται ένα ~. Κάναμε ένα ~ στους τοίχους (: βάψιμο). Βλ. καθάρισμα, πλύσιμο.|| ~ (= ανανέωση) της ομάδας με καινούργιους παίκτες.|| ~ της μνήμης (πβ. ανάκληση). Τα Αγγλικά σου θέλουν ~ (πβ. ξεσκόνισμα). Βλ. -ισμα. ● Υποκ.: φρεσκαρισματάκι (το)
55490φρεσκάρωφρε-σκά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φρέσκαρ-α κ. -ισα, -ίστηκα, -ιστεί, -οντας, -ισμένος}: κάνω κάτι (να φαίνεται) φρέσκο· ανανεώνω: Κρέμα που ~ει (= αναζωογονεί) το δέρμα.|| (για προπονητή:) Έκανε αλλαγές για να ~ει την ομάδα.|| (μτφ.) Για να ~ τη μνήμη σου, σου θυμίζω ότι ... Πρέπει να ~ (= ξαναθυμηθώ, ξεσκονίσω) λίγο τα Ιταλικά μου.|| (μεσοπαθ., κυρ. για γυναίκες) Έκανα ένα ντους για να ~ιστώ. Πήγε στο μπάνιο να ~ιστεί (: να ~ει το μακιγιάζ της).φρεσκάρει: ΝΑΥΤ. (για άνεμο) δυναμώνει· αρχίζει να φυσά: ~ ο αέρας/καιρός. [< παλαιότ. ιταλ. frescare]
55491φρεσκο-α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. (προφ.) πρόσφατου: ~βαμμένος.|| (κατ' επέκτ.) ~παντρεμένος (πβ. νιό-παντρος). 2. (εμφατ.) νωπού, της ώρας: ~μαγειρεμένος/~τηγανισμένος.
55492φρέσκο1φρέ-σκο ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. νωπογραφία. [< παλαιότ. ιταλ. fresco]
55493φρέσκο2φρέ-σκο ουσ. (ουδ.) (αργκό): φυλακή: Τον έστειλαν στο ~. ΣΥΝ. μπουζού, στενή, ψειρού [< ιταλ. fresco]
55494φρεσκοαλεσμένος, η, ο φρε-σκο-α-λε-σμέ-νος επίθ.: που έχει αλεστεί πρόσφατα: ~ος: καφές. ~α: μπαχαρικά.
55495φρεσκοβαμμένος, η, ο φρε-σκο-βαμ-μέ-νος επίθ.: που έχει βαφτεί πρόσφατα: ~ο: σπίτι. ~οι: τοίχοι. ~α: νύχια.
55496φρεσκοβρασμένος, η, ο φρε-σκο-βρα-σμέ-νος επίθ.: βρασμένος πρόσφατα: ~ες: πατάτες. ~α: ζυμαρικά.
55497φρεσκοκατεψυγμένος, η, ο φρε-σκο-κα-τε-ψυγ-μέ-νος επίθ.: (για τρόφιμα) που καταψύχεται άμεσα, ενώ είναι φρέσκος: ~α: ψάρια.
55498φρεσκοκομμένος, η, ο φρε-σκο-κομ-μέ-νος επίθ.: που έχει κοπεί πρόσφατα: ~ος: καφές/μαϊντανός. ~η: σαλάτα. ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.
55499φρεσκοκουρεμένος, η, ο φρε-σκο-κου-ρε-μέ-νος επίθ.: πρόσφατα κουρεμένος: ~ο: γκαζόν.|| (για πρόσ.) ~ και φρεσκοξυρισμένος.
55500φρεσκολουσμένος, η, ο φρε-σκο-λου-σμέ-νος επίθ.: λουσμένος πρόσφατα: ~α: μαλλιά.
55501φρεσκομαγειρεμένος, η, ο φρε-σκο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: μαγειρεμένος πρόσφατα: ~α: φαγητά.
55502φρεσκοξυρισμένος, η, ο φρε-σκο-ξυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: πρόσφατα ξυρισμένος: ~ο: κεφάλι/πρόσωπο. ~ και καλοντυμένος.
55503φρεσκοπλυμένος, η, ο φρε-σκο-πλυ-μέ-νος επίθ.: πλυμένος πρόσφατα: ~ο: αμάξι. ~α: ρούχα/σεντόνια.
55504φρέσκος, ια, ο φρέ-σκος επίθ. 1. (για τρόφιμα) που προσφέρεται για κατανάλωση σχεδόν αμέσως ή μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη συλλογή, παραγωγή ή παρασκευή του, με αποτέλεσμα να μην έχει υποστεί αλλοίωση (των συστατικών του) ή συντήρηση: ~ια: ρίγανη. ΑΝΤ. αποξηραμένος. ||~α: προϊόντα (βλ. τυποποιημένα). || ~α: κρεμμυδάκια/φασολάκια. ΣΥΝ. χλωρός. ΑΝΤ. ξερός.|| ~ο: κρέας. ~α: ψάρια. ΑΝΤ. κατεψυγμένος.|| ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.|| ~ος: χυμός. ~ο: γάλα/ελαιόλαδο (βλ. αγουρέλαιο)/νερό.|| ~ια: κρέμα/μαγιά/σάλτσα (ντομάτας). ~ο: βούτυρο/ψωμί. ~α: αβγά (ΑΝΤ. κλούβια)/ζυμαρικά. Τούρτα με ~α υλικά. ΣΥΝ. νωπός (1) ΑΝΤ. μπαγιάτικος (1) 2. (μτφ.-προφ.) καινούργιος, πρόσφατος: ~(ι)ες: ειδήσεις/πληροφορίες (πβ. σημερινός). ~α: νέα.|| Είναι πολύ ~(ι)ες (= νωπές) οι αναμνήσεις/μνήμες.|| ~ια: μπογιά (: που δεν έχει ακόμα στεγνώσει).|| ~ο χιόνι (: απάτητο). ~α ίχνη στο χώμα. 3. (μτφ.-προφ.) πρωτότυπος, ανανεωτικός: ~ια: σκέψη. ~ο: μυαλό (: δημιουργικό). ~(ι)ες: ιδέες. Η ταινία είναι μια ~ια ματιά σε ένα πολυσυζητημένο θέμα. Προσεγγίζει το θέμα από μια ~ια οπτική. 4. (μτφ.-προφ.) ξεκούραστος, ανανεωμένος: Ξύπνησε κεφάτος και ~. (εμφατ.) Γύρισε ~ ~ απ' τις διακοπές. 5. (μτφ.-προφ.) νέος σε κάποιον χώρο: ~ο: μέλος (της παρέας). ~ στη δουλειά. Πβ. νεόκοπος. 6. (μτφ.) νεανικός, ζωηρός: ~ια: εμφάνιση/όψη. ~ο: δέρμα/πρόσωπο.|| Ρούχα σε νέα σχέδια και ~α χρώματα. ΣΥΝ. δροσερός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: φρέσκος αέρας 1. δροσερός, καθαρός αέρας: ο ~ ~ της εξοχής/θάλασσας. Άνοιξε το παράθυρο να μπει ~ ~. 2. (μτφ.) διάθεση ανανέωσης: Έχουμε ανάγκη από ~ο ~α στην εκπομπή. [< ιταλ. fresco]
55505φρεσκοσιδερωμένος, η, ο φρε-σκο-σι-δε-ρω-μέ-νος επίθ.: πρόσφατα σιδερωμένος: ~α: ρούχα/σεντόνια.|| (για πρόσ.) ~οι και καλοντυμένοι. Βλ. ατσαλάκωτος.
55506φρεσκοστυμμένος, η, ο φρε-σκο-στυμ-μέ-νος επίθ.: στυμμένος πρόσφατα: ~ος: χυμός λαχανικών/ντομάτας/πορτοκαλιού (συχνότ.) πορτοκάλι.
55507φρεσκότηταφρε-σκό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (για τρόφιμα) η ιδιότητα του φρέσκου: η ~ των αβγών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. νωπότητα, φρεσκάδα (1)
55508φρεσκοχωρισμένος, η, ο φρε-σκο-χω-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): πρόσφατα χωρισμένος από αισθηματική σχέση ή γάμο.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.