Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [55980-56000]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55496φρεσκοβρασμένος, η, ο φρε-σκο-βρα-σμέ-νος επίθ.: βρασμένος πρόσφατα: ~ες: πατάτες. ~α: ζυμαρικά.
55497φρεσκοκατεψυγμένος, η, ο φρε-σκο-κα-τε-ψυγ-μέ-νος επίθ.: (για τρόφιμα) που καταψύχεται άμεσα, ενώ είναι φρέσκος: ~α: ψάρια.
55498φρεσκοκομμένος, η, ο φρε-σκο-κομ-μέ-νος επίθ.: που έχει κοπεί πρόσφατα: ~ος: καφές/μαϊντανός. ~η: σαλάτα. ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.
55499φρεσκοκουρεμένος, η, ο φρε-σκο-κου-ρε-μέ-νος επίθ.: πρόσφατα κουρεμένος: ~ο: γκαζόν.|| (για πρόσ.) ~ και φρεσκοξυρισμένος.
55500φρεσκολουσμένος, η, ο φρε-σκο-λου-σμέ-νος επίθ.: λουσμένος πρόσφατα: ~α: μαλλιά.
55501φρεσκομαγειρεμένος, η, ο φρε-σκο-μα-γει-ρε-μέ-νος επίθ.: μαγειρεμένος πρόσφατα: ~α: φαγητά.
55502φρεσκοξυρισμένος, η, ο φρε-σκο-ξυ-ρι-σμέ-νος επίθ.: πρόσφατα ξυρισμένος: ~ο: κεφάλι/πρόσωπο. ~ και καλοντυμένος.
55503φρεσκοπλυμένος, η, ο φρε-σκο-πλυ-μέ-νος επίθ.: πλυμένος πρόσφατα: ~ο: αμάξι. ~α: ρούχα/σεντόνια.
55504φρέσκος, ια, ο φρέ-σκος επίθ. 1. (για τρόφιμα) που προσφέρεται για κατανάλωση σχεδόν αμέσως ή μετά από πολύ μικρό χρονικό διάστημα από τη συλλογή, παραγωγή ή παρασκευή του, με αποτέλεσμα να μην έχει υποστεί αλλοίωση (των συστατικών του) ή συντήρηση: ~ια: ρίγανη. ΑΝΤ. αποξηραμένος. ||~α: προϊόντα (βλ. τυποποιημένα). || ~α: κρεμμυδάκια/φασολάκια. ΣΥΝ. χλωρός. ΑΝΤ. ξερός.|| ~ο: κρέας. ~α: ψάρια. ΑΝΤ. κατεψυγμένος.|| ~α: λαχανικά/λουλούδια/φρούτα.|| ~ος: χυμός. ~ο: γάλα/ελαιόλαδο (βλ. αγουρέλαιο)/νερό.|| ~ια: κρέμα/μαγιά/σάλτσα (ντομάτας). ~ο: βούτυρο/ψωμί. ~α: αβγά (ΑΝΤ. κλούβια)/ζυμαρικά. Τούρτα με ~α υλικά. ΣΥΝ. νωπός (1) ΑΝΤ. μπαγιάτικος (1) 2. (μτφ.-προφ.) καινούργιος, πρόσφατος: ~(ι)ες: ειδήσεις/πληροφορίες (πβ. σημερινός). ~α: νέα.|| Είναι πολύ ~(ι)ες (= νωπές) οι αναμνήσεις/μνήμες.|| ~ια: μπογιά (: που δεν έχει ακόμα στεγνώσει).|| ~ο χιόνι (: απάτητο). ~α ίχνη στο χώμα. 3. (μτφ.-προφ.) πρωτότυπος, ανανεωτικός: ~ια: σκέψη. ~ο: μυαλό (: δημιουργικό). ~(ι)ες: ιδέες. Η ταινία είναι μια ~ια ματιά σε ένα πολυσυζητημένο θέμα. Προσεγγίζει το θέμα από μια ~ια οπτική. 4. (μτφ.-προφ.) ξεκούραστος, ανανεωμένος: Ξύπνησε κεφάτος και ~. (εμφατ.) Γύρισε ~ ~ απ' τις διακοπές. 5. (μτφ.-προφ.) νέος σε κάποιον χώρο: ~ο: μέλος (της παρέας). ~ στη δουλειά. Πβ. νεόκοπος. 6. (μτφ.) νεανικός, ζωηρός: ~ια: εμφάνιση/όψη. ~ο: δέρμα/πρόσωπο.|| Ρούχα σε νέα σχέδια και ~α χρώματα. ΣΥΝ. δροσερός (2) ● ΣΥΜΠΛ.: φρέσκος αέρας 1. δροσερός, καθαρός αέρας: ο ~ ~ της εξοχής/θάλασσας. Άνοιξε το παράθυρο να μπει ~ ~. 2. (μτφ.) διάθεση ανανέωσης: Έχουμε ανάγκη από ~ο ~α στην εκπομπή. [< ιταλ. fresco]
55505φρεσκοσιδερωμένος, η, ο φρε-σκο-σι-δε-ρω-μέ-νος επίθ.: πρόσφατα σιδερωμένος: ~α: ρούχα/σεντόνια.|| (για πρόσ.) ~οι και καλοντυμένοι. Βλ. ατσαλάκωτος.
55506φρεσκοστυμμένος, η, ο φρε-σκο-στυμ-μέ-νος επίθ.: στυμμένος πρόσφατα: ~ος: χυμός λαχανικών/ντομάτας/πορτοκαλιού (συχνότ.) πορτοκάλι.
55507φρεσκότηταφρε-σκό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): (για τρόφιμα) η ιδιότητα του φρέσκου: η ~ των αβγών. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. νωπότητα, φρεσκάδα (1)
55508φρεσκοχωρισμένος, η, ο φρε-σκο-χω-ρι-σμέ-νος επίθ. (προφ.): πρόσφατα χωρισμένος από αισθηματική σχέση ή γάμο.
55509φρεσκοψημένος, η, ο φρε-σκο-ψη-μέ-νος επίθ.: που ψήθηκε πρόσφατα: ~ο: κέικ/ψωμί. ~α: γλυκά/κρουασάν.
55510φρι κικουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. ελεύθερο λάκτισμα. ΣΥΝ. ελεύθερο χτύπημα [< αγγλ. free kick]
55511φρίζαφρί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ξύλινη ή γύψινη λωρίδα (μπορντούρα) πάνω σε τοίχο, συνήθ. προς την οροφή, με ανάγλυφο ή ζωγραφικό διάκοσμο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ζωφόρος. [< γαλλ. frise]
55512φριζάρειφρι-ζά-ρει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (φρίζαρ-ε κ. φριζάρ-ισε, -ισμένος} 1. (προφ.) κάνει τα μαλλιά σγουρά: Η βροχή ~ το μαλλί. 2. (αργκό, για συσκευή) δεν ανταποκρίνεται, παγώνει: ~ε η οθόνη.φριζάρουν (προφ.): (για σπαστά ή κατσαρά μαλλιά που έχουν συνήθ. ισιωθεί) σγουραίνουν, γίνονται φουντωτά και ατίθασα. [< γαλλ. friser] [< 2: αγγλ. freeze]
55513φριζάρισμαφρι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φριζαρίσμ-ατος} (προφ.): κατσάρωμα, φούντωμα των μαλλιών: σαμπουάν/τζελ κατά του ~ατος. Βλ. -ισμα.
55514φριζέφρι-ζέ επίθ. {άκλ.}: κατσαρός: σαλάτα ~ (= μαρούλι ~). ΣΥΝ. σγουρός.|| ~ μαλλιά. [< γαλλ. frisé]
55515φρικαλέος, α, ο φρι-κα-λέ-ος επίθ. (λόγ.): φρικτός, φρικιαστικός. Βλ. -αλέος. [< μτγν. φρικαλέος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.