Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56000-56020]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55509φρεσκοψημένος, η, ο φρε-σκο-ψη-μέ-νος επίθ.: που ψήθηκε πρόσφατα: ~ο: κέικ/ψωμί. ~α: γλυκά/κρουασάν.
55510φρι κικουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): ΑΘΛ. ελεύθερο λάκτισμα. ΣΥΝ. ελεύθερο χτύπημα [< αγγλ. free kick]
55511φρίζαφρί-ζα ουσ. (θηλ.) 1. ξύλινη ή γύψινη λωρίδα (μπορντούρα) πάνω σε τοίχο, συνήθ. προς την οροφή, με ανάγλυφο ή ζωγραφικό διάκοσμο. 2. ΑΡΧΑΙΟΛ. ζωφόρος. [< γαλλ. frise]
55512φριζάρειφρι-ζά-ρει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) (φρίζαρ-ε κ. φριζάρ-ισε, -ισμένος} 1. (προφ.) κάνει τα μαλλιά σγουρά: Η βροχή ~ το μαλλί. 2. (αργκό, για συσκευή) δεν ανταποκρίνεται, παγώνει: ~ε η οθόνη.φριζάρουν (προφ.): (για σπαστά ή κατσαρά μαλλιά που έχουν συνήθ. ισιωθεί) σγουραίνουν, γίνονται φουντωτά και ατίθασα. [< γαλλ. friser] [< 2: αγγλ. freeze]
55513φριζάρισμαφρι-ζά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {φριζαρίσμ-ατος} (προφ.): κατσάρωμα, φούντωμα των μαλλιών: σαμπουάν/τζελ κατά του ~ατος. Βλ. -ισμα.
55514φριζέφρι-ζέ επίθ. {άκλ.}: κατσαρός: σαλάτα ~ (= μαρούλι ~). ΣΥΝ. σγουρός.|| ~ μαλλιά. [< γαλλ. frisé]
55515φρικαλέος, α, ο φρι-κα-λέ-ος επίθ. (λόγ.): φρικτός, φρικιαστικός. Βλ. -αλέος. [< μτγν. φρικαλέος]
55516φρικαλεότηταφρι-κα-λε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φρίκη· (συνεκδ.-στον πληθ.) φρικτές πράξεις: η ~ ενός εγκλήματος. Βλ. -ότητα.|| Οι ~ες του πολέμου (= αγρι-, ωμ-ότητες, θηριωδίες, κτηνωδίες).
55517φρικάρισμαφρι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρικάρω. Βλ. -ισμα.
55518φρικάρωφρι-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φρίκαρ-α κ. φρικάρ-ισα, -ισμένος} (αργκό) 1. ταράζω· ξαφνιάζομαι, ταράζομαι: Τον ~ει η ιδέα του γάμου.|| ~α (= έπαθα, έφαγα φρίκη), όταν έμαθα τα νέα. Κοντεύω/μου 'ρχεται να ~ (= τρελαθώ) μ' αυτά που ακούω. 2. τρομάζω: Οι κατσαρίδες με ~ουν.|| ~α με το θρίλερ που είδα. [< αγγλ. freak-out, 1965]
55519φρικασέφρι-κα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας μαγειρεμένο στην κατσαρόλα με χορταρικά και συνήθ. αβγοκομμένο· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: αρνάκι/κατσικάκι/κοτόπουλο/χοιρινό ~. ~ με μαρούλι. Βλ. εντράδα, ραγκού. [< γαλλ. fricassée]
51837φρίκη

, ή, ό τρο-με-ρός επίθ. ΣΥΝ. φοβερός 1. που προξενεί τρόμο ή φρίκη: ~ός: απολογισμός/εφιάλτης/εχθρός/πόλεμος/σεισμός/φόβος. ~ή: εικόνα/έκρηξη/μάχη/νύχτα/όψη. ~ό: ατύχημα/έγκλημα. ~ές: συνέπειες. ~ά: γεγονότα/πράγματα/τέρατα. Είναι ~ό να .../το γεγονός ότι .../το πόσο ανεύθυνοι είναι. Πβ. απαίσιος, αποτρόπαιος, δεινός, φρικιαστικός. ΣΥΝ. τρομακτικός (1) 2. (μτφ.-προφ.) πάρα πολύ έντονος ή μεγάλος: ~ός: αέρας (: πολύ δυνατός)/ανταγωνισμός/θόρυβος (βλ. ενοχλητικός)/κίνδυνος/πόνος. ~ή: αντοχή/απογοήτευση/βροχή/δίψα/δύναμη/δυσοσμία/εξάντληση/επιτυχία/ζέστη/κούραση/πείνα/πίεση/πρόκληση/συγκίνηση/σύγκρουση/υπομονή/χιονοθύελλα. ~ό: θάρρος/κρύο/λάθος/μειονέκτημα/πλήγμα. Το αυτοκίνητο έτρεχε με ~ή ταχύτητα. Τους έκανε ~ή εντύπωση. Μου είχε ~ή αδυναμία. Το κόστος δεν είναι ~ό. Πβ. τρομακτικός. 3. (μτφ.-προφ.) καταπληκτικός, εξαιρετικός: ~ή: γεύση/ευκαιρία/θέα/ικανότητα/μνήμη/παραλία/περιγραφή/ταινία. ~ό: βιβλίο/θέαμα. ~οί: στίχοι.|| (εξαίρετος, σπουδαίος:) ~ός: αντίπαλος/επιστήμονας/οδηγός. Είσαι ~! Πβ. αξιόλογος, απίστευτος, εκπληκτικός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: τρομερά: συνήθ. στη σημ. 2: Το θέμα είναι ~ ενδιαφέρον. ● ΣΥΜΠΛ.: το τρομερό παιδί βλ. παιδί ● ΦΡ.: φοβερός και τρομερός βλ. φοβερός [< 1: αρχ. τρομερός 2,3: γαλλ. terrible]

55520φρίκηφρί-κη ουσ. (θηλ.) 1. τρόμος και αποτροπιασμός που προκαλείται από κάτι πολύ αποκρουστικό: ανείπωτη/απίστευτη ~. Η ~ των βασανιστηρίων/του πολέμου. Σοκ και ~ για τη δολοφονία. Εικόνες/ιστορία/σκηνές/ταινίες (βλ. γκραν γκινιόλ) ~ης (πβ. φρικιαστικός). Πβ. ανατριχίλα, φρικαλεότητα, φρικίαση. 2. (μτφ.-προφ.) φρικτός, απαίσιος: Οι διακοπές/το φαγητό ήταν (σκέτη) ~! ● ΦΡ.: τρώω φρίκη (αργκό) 1. ταράζομαι, αναστατώνομαι: Έφαγα ~, όταν είδα το αμάξι μου τρακαρισμένο. Πβ. φρικάρω. 2. (για συσκευή, μηχάνημα) παρουσιάζω πρόβλημα στη λειτουργία: Ο υπολογιστής μου τρώει κάτι φρίκες τώρα τελευταία και σβήνει από μόνος του. [< 1: αρχ. φρίκη]
55521φρικιάζωφρι-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {φρίκια-σα, φρικιά-σει} (προφ.): φρίττω. Πβ. ανατριχιάζω. [< μεσν. φρικιώ]
55522φρικίασηφρι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.) φρικίασμα (το): ανατριχίλα εξαιτίας φρίκης: Το θέαμα μου προκαλεί ~. Πβ. ρίγος. [< μτγν. φρικίασις]
55523φρικιαστικός, ή, ό φρι-κια-στι-κός επίθ.: που προκαλεί αίσθημα φρίκης, φρικτός: ~ή: βία/δολοφονία/ιστορία. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: εικόνες/περιγραφές/σκηνές. ~ά: βασανιστήρια. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-ικός, αποτρόπαιος, ειδεχθής. ΣΥΝ. φρικαλέος, φρικώδης ● επίρρ.: φρικιαστικά
55524φρικιόφρι-κιό ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. άτομο συνήθ. νεαρής ηλικίας με ασυνήθιστη, εκκεντρική εμφάνιση και συμπεριφορά· κατ' επέκτ. παράξενος, αλλόκοτος άνθρωπος. ΣΥΝ. φρίκουλο 2. άτομο μανιακό, παθιασμένο με κάτι: ~ του διαδικτύου/της τεχνολογίας. [< αγγλ. freak]
55525φρίκουλοφρί-κου-λο ουσ. (ουδ.) (αργκό): φρικιό.
58823φρικτά
55526φρικτός, ή, ό φρι-κτός επίθ. & (προφ.) φριχτός 1. που προκαλεί αίσθημα φρίκης: ~ός: θάνατος. ~ή: δοκιμασία/δολοφονία/σφαγή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ά: βασανιστήρια. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-, εφιαλτ-ικός, ειδεχθής, μακάβριος, τερατώδης. ΣΥΝ. φρικαλέος, φρικιαστικός, φρικώδης 2. απαίσιος: ~ή: εμπειρία/χρονιά. Πβ. άθλιος. 3. αφόρητος: Κάνει ~ή ζέστη. Έχω ~ό πονοκέφαλο/~ούς πόνους. Είχε ~ή κίνηση στον δρόμο. Πβ. αβάσταχτος, ανυπόφορος, τρομερός. ● επίρρ.: φρικτά [< 1: μτγν. φρικτός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.