| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55516 | φρικαλεότητα | φρι-κα-λε-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): φρίκη· (συνεκδ.-στον πληθ.) φρικτές πράξεις: η ~ ενός εγκλήματος. Βλ. -ότητα.|| Οι ~ες του πολέμου (= αγρι-, ωμ-ότητες, θηριωδίες, κτηνωδίες). | |
| 55517 | φρικάρισμα | φρι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (αργκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρικάρω. Βλ. -ισμα. | |
| 55518 | φρικάρω | φρι-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φρίκαρ-α κ. φρικάρ-ισα, -ισμένος} (αργκό) 1. ταράζω· ξαφνιάζομαι, ταράζομαι: Τον ~ει η ιδέα του γάμου.|| ~α (= έπαθα, έφαγα φρίκη), όταν έμαθα τα νέα. Κοντεύω/μου 'ρχεται να ~ (= τρελαθώ) μ' αυτά που ακούω. 2. τρομάζω: Οι κατσαρίδες με ~ουν.|| ~α με το θρίλερ που είδα. [< αγγλ. freak-out, 1965] | |
| 55519 | φρικασέ | φρι-κα-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. κρέας μαγειρεμένο στην κατσαρόλα με χορταρικά και συνήθ. αβγοκομμένο· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος μαγειρέματος: αρνάκι/κατσικάκι/κοτόπουλο/χοιρινό ~. ~ με μαρούλι. Βλ. εντράδα, ραγκού. [< γαλλ. fricassée] | |
| 51837 | φρίκη | , ή, ό τρο-με-ρός επίθ. ΣΥΝ. φοβερός 1. που προξενεί τρόμο ή φρίκη: ~ός: απολογισμός/εφιάλτης/εχθρός/πόλεμος/σεισμός/φόβος. ~ή: εικόνα/έκρηξη/μάχη/νύχτα/όψη. ~ό: ατύχημα/έγκλημα. ~ές: συνέπειες. ~ά: γεγονότα/πράγματα/τέρατα. Είναι ~ό να .../το γεγονός ότι .../το πόσο ανεύθυνοι είναι. Πβ. απαίσιος, αποτρόπαιος, δεινός, φρικιαστικός. ΣΥΝ. τρομακτικός (1) 2. (μτφ.-προφ.) πάρα πολύ έντονος ή μεγάλος: ~ός: αέρας (: πολύ δυνατός)/ανταγωνισμός/θόρυβος (βλ. ενοχλητικός)/κίνδυνος/πόνος. ~ή: αντοχή/απογοήτευση/βροχή/δίψα/δύναμη/δυσοσμία/εξάντληση/επιτυχία/ζέστη/κούραση/πείνα/πίεση/πρόκληση/συγκίνηση/σύγκρουση/υπομονή/χιονοθύελλα. ~ό: θάρρος/κρύο/λάθος/μειονέκτημα/πλήγμα. Το αυτοκίνητο έτρεχε με ~ή ταχύτητα. Τους έκανε ~ή εντύπωση. Μου είχε ~ή αδυναμία. Το κόστος δεν είναι ~ό. Πβ. τρομακτικός. 3. (μτφ.-προφ.) καταπληκτικός, εξαιρετικός: ~ή: γεύση/ευκαιρία/θέα/ικανότητα/μνήμη/παραλία/περιγραφή/ταινία. ~ό: βιβλίο/θέαμα. ~οί: στίχοι.|| (εξαίρετος, σπουδαίος:) ~ός: αντίπαλος/επιστήμονας/οδηγός. Είσαι ~! Πβ. αξιόλογος, απίστευτος, εκπληκτικός. Βλ. -ερός. ● επίρρ.: τρομερά: συνήθ. στη σημ. 2: Το θέμα είναι ~ ενδιαφέρον. ● ΣΥΜΠΛ.: το τρομερό παιδί βλ. παιδί ● ΦΡ.: φοβερός και τρομερός βλ. φοβερός [< 1: αρχ. τρομερός 2,3: γαλλ. terrible] | |
| 55520 | φρίκη | φρί-κη ουσ. (θηλ.) 1. τρόμος και αποτροπιασμός που προκαλείται από κάτι πολύ αποκρουστικό: ανείπωτη/απίστευτη ~. Η ~ των βασανιστηρίων/του πολέμου. Σοκ και ~ για τη δολοφονία. Εικόνες/ιστορία/σκηνές/ταινίες (βλ. γκραν γκινιόλ) ~ης (πβ. φρικιαστικός). Πβ. ανατριχίλα, φρικαλεότητα, φρικίαση. 2. (μτφ.-προφ.) φρικτός, απαίσιος: Οι διακοπές/το φαγητό ήταν (σκέτη) ~! ● ΦΡ.: τρώω φρίκη (αργκό) 1. ταράζομαι, αναστατώνομαι: Έφαγα ~, όταν είδα το αμάξι μου τρακαρισμένο. Πβ. φρικάρω. 2. (για συσκευή, μηχάνημα) παρουσιάζω πρόβλημα στη λειτουργία: Ο υπολογιστής μου τρώει κάτι φρίκες τώρα τελευταία και σβήνει από μόνος του. [< 1: αρχ. φρίκη] | |
| 55521 | φρικιάζω | φρι-κιά-ζω ρ. (αμτβ.) {φρίκια-σα, φρικιά-σει} (προφ.): φρίττω. Πβ. ανατριχιάζω. [< μεσν. φρικιώ] | |
| 55522 | φρικίαση | φρι-κί-α-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.) φρικίασμα (το): ανατριχίλα εξαιτίας φρίκης: Το θέαμα μου προκαλεί ~. Πβ. ρίγος. [< μτγν. φρικίασις] | |
| 55523 | φρικιαστικός | , ή, ό φρι-κια-στι-κός επίθ.: που προκαλεί αίσθημα φρίκης, φρικτός: ~ή: βία/δολοφονία/ιστορία. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ές: εικόνες/περιγραφές/σκηνές. ~ά: βασανιστήρια. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-ικός, αποτρόπαιος, ειδεχθής. ΣΥΝ. φρικαλέος, φρικώδης ● επίρρ.: φρικιαστικά | |
| 55524 | φρικιό | φρι-κιό ουσ. (ουδ.) (αργκό) 1. άτομο συνήθ. νεαρής ηλικίας με ασυνήθιστη, εκκεντρική εμφάνιση και συμπεριφορά· κατ' επέκτ. παράξενος, αλλόκοτος άνθρωπος. ΣΥΝ. φρίκουλο 2. άτομο μανιακό, παθιασμένο με κάτι: ~ του διαδικτύου/της τεχνολογίας. [< αγγλ. freak] | |
| 55525 | φρίκουλο | φρί-κου-λο ουσ. (ουδ.) (αργκό): φρικιό. | |
| 55526 | φρικτός | , ή, ό φρι-κτός επίθ. & (προφ.) φριχτός 1. που προκαλεί αίσθημα φρίκης: ~ός: θάνατος. ~ή: δοκιμασία/δολοφονία/σφαγή. ~ό: έγκλημα/θέαμα. ~ά: βασανιστήρια. Πβ. ανατριχιαστ-, αποκρουστ-, εφιαλτ-ικός, ειδεχθής, μακάβριος, τερατώδης. ΣΥΝ. φρικαλέος, φρικιαστικός, φρικώδης 2. απαίσιος: ~ή: εμπειρία/χρονιά. Πβ. άθλιος. 3. αφόρητος: Κάνει ~ή ζέστη. Έχω ~ό πονοκέφαλο/~ούς πόνους. Είχε ~ή κίνηση στον δρόμο. Πβ. αβάσταχτος, ανυπόφορος, τρομερός. ● επίρρ.: φρικτά [< 1: μτγν. φρικτός] | |
| 55527 | φρικώδης | , ης, ες φρι-κώ-δης επίθ. {φρικώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φρικτός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: φρικωδώς [-ῶς] [< αρχ. φρικώδης] | |
| 55528 | φρίσμπι | φρί-σμπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ελαφρός πλαστικός κυκλικός δίσκος με διάμετρο 20-25 εκ. τον οποίο πετά ένας παίκτης ώστε να κάνει περιστροφική κίνηση και ο άλλος προσπαθεί να τον πιάσει· (κυρ. κατ’ επέκτ.) το σχετικό ομαδικό άθλημα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Frisbee, 1957, ιταλ. ~, 1971, γαλλ. ~, περ. 1978] | |
| 55529 | φρίσσα | φρίσ-σα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι συγγενικό με τη σαρδέλα και τη ρέγγα (επιστ. ονομασ. Sardinella aurita), με γαλάζια ράχη και χρυσή-κίτρινη γραμμή στα πλευρά της. [< αρχ. θρίσσα] | |
| 55530 | φριτέζα | φρι-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή τηγανίσματος που αποτελείται από κάδο, ο οποίος γεμίζεται με λάδι, και αποσπώμενο δικτυωτό καλάθι όπου μπαίνει το φαγητό που πρόκειται να τηγανιστεί: επαγγελματική/οικιακή ~. Διπλή ~. ~ υγραερίου. Πβ. φριτούρα. [< γαλλ. friteuse, 1955] | |
| 55531 | φριτούρα | φρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. λάδι ή λίπος που χρησιμοποιείται σε μεγάλη ποσότητα για τηγάνισμα σε βαθύ σκεύος· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος τηγανίσματος: Τηγανίζουμε τις πατάτες σε μπόλικη ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. φριτέζα: γαρίδες μαγειρεμένες σε βαθιά ~. [< ιταλ. frittura] | |
| 55532 | φρίττω | φρίτ-τω ρ. (αμτβ.) {έφρι-ξα, φρί-ξει, φρίττ-οντας} (λόγ.): κυριεύομαι από φρίκη, νιώθω έντονη αποστροφή: ~ με αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο. ~οντας στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... ~ξε με όσα άκουσε/είδε. Πβ. ανατριχ-, φρικ-ιάζω, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο). ● ΦΡ.: φρίξον ήλιε! [από την ακολουθία της Μεγάλης Τετάρτης] (λόγ.): για να δηλωθεί μεγάλη αγανάκτηση. [< αρχ. φρίττω] | |
| 55533 | φριχτός | , ή, ό βλ. φρικτός | |
| 55534 | φροϊδικός | , ή, ό βλ. φροϋδικός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ