Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56020-56040]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55527φρικώδης, ης, ες φρι-κώ-δης επίθ. {φρικώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): φρικτός. Βλ. -ώδης. ● επίρρ.: φρικωδώς [-ῶς] [< αρχ. φρικώδης]
55528φρίσμπιφρί-σμπι ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ελαφρός πλαστικός κυκλικός δίσκος με διάμετρο 20-25 εκ. τον οποίο πετά ένας παίκτης ώστε να κάνει περιστροφική κίνηση και ο άλλος προσπαθεί να τον πιάσει· (κυρ. κατ’ επέκτ.) το σχετικό ομαδικό άθλημα. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. Frisbee, 1957, ιταλ. ~, 1971, γαλλ. ~, περ. 1978]
55529φρίσσαφρίσ-σα ουσ. (θηλ.): ΙΧΘΥΟΛ. ψάρι συγγενικό με τη σαρδέλα και τη ρέγγα (επιστ. ονομασ. Sardinella aurita), με γαλάζια ράχη και χρυσή-κίτρινη γραμμή στα πλευρά της. [< αρχ. θρίσσα]
55530φριτέζαφρι-τέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή τηγανίσματος που αποτελείται από κάδο, ο οποίος γεμίζεται με λάδι, και αποσπώμενο δικτυωτό καλάθι όπου μπαίνει το φαγητό που πρόκειται να τηγανιστεί: επαγγελματική/οικιακή ~. Διπλή ~. ~ υγραερίου. Πβ. φριτούρα. [< γαλλ. friteuse, 1955]
55531φριτούραφρι-τού-ρα ουσ. (θηλ.) 1. λάδι ή λίπος που χρησιμοποιείται σε μεγάλη ποσότητα για τηγάνισμα σε βαθύ σκεύος· συνεκδ. ο αντίστοιχος τρόπος τηγανίσματος: Τηγανίζουμε τις πατάτες σε μπόλικη ~. 2. ΤΕΧΝΟΛ. φριτέζα: γαρίδες μαγειρεμένες σε βαθιά ~. [< ιταλ. frittura]
55532φρίττωφρίτ-τω ρ. (αμτβ.) {έφρι-ξα, φρί-ξει, φρίττ-οντας} (λόγ.): κυριεύομαι από φρίκη, νιώθω έντονη αποστροφή: ~ με αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο. ~οντας στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... ~ξε με όσα άκουσε/είδε. Πβ. ανατριχ-, φρικ-ιάζω, μου σηκώθηκε η τρίχα (κάγκελο). ● ΦΡ.: φρίξον ήλιε! [από την ακολουθία της Μεγάλης Τετάρτης] (λόγ.): για να δηλωθεί μεγάλη αγανάκτηση. [< αρχ. φρίττω]
55533φριχτός, ή, ό βλ. φρικτός
55534φροϊδικός, ή, ό βλ. φροϋδικός
55535φροϊδισμόςβλ. φροϋδισμός
55536φροϊδιστήςβλ. φροϋδιστής
55537φρόκαλοφρό-κα-λο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ., συνήθ. για γυναίκα) άσχημη, χαζή ή/και χαμηλού επιπέδου. 2. (παρωχ.-λαϊκό) σκουπίδι.
55539φρόνημαφρό-νη-μα ουσ. (ουδ.) {φρονήμ-ατος | -ατα} 1. το σύνολο των ιδεών τις οποίες ασπάζεται και υποστηρίζει ένα άτομο, η ιδεολογία του: αδάμαστο/αδούλωτο/δημοκρατικό/ελεύθερο/θρησκευτικό/πατριωτικό ~. Το ~ της ελευθερίας. Διώχθηκαν για τα πολιτικά τους ~ατα (= αντιλήψεις, πεποιθήσεις). (παλαιότ.) Πιστοποιητικό κοινωνικών ~άτων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Μαρτυρικό/ορθόδοξο/πατερικό ~. 2. πίστη ομάδας ή προσώπου στην αξία και τις δυνατότητές της/του· ηθικό: άκαμπτο/γενναίο/ταπεινό ~. Διατηρούν ακμαίο/υψηλό το ~ά τους. Κρατούν ψηλά το εθνικό/λαϊκό ~. Η ηττοπάθεια κάμπτει/πλήττει το ~. Πβ. αυτοπεποίθηση. [< 1: γαλλ. opinion 2: αρχ. φρόνημα]
55540φρονηματίζωφρο-νη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {φρονημάτι-σε, φρονηματί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): συμμορφώνω, συνετίζω, σωφρονίζω: Η θυσία/το παράδειγμά του μας ~ει. Πβ. παραδειγματίζω. [< μεσν. φρονηματίζω < αρχ. φρονιματίζομαι ‘υπερηφανεύομαι’]
55541φρονηματισμόςφρο-νη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συμμόρφωση, συνέτιση, σωφρονισμός. Πβ. παραδειγματισμός. Βλ. -ισμός. [< πβ. μτγν. φρονηματισμός ‘έπαρση’]
55542φρονηματιστικός, ή, ό φρο-νη-μα-τι-στι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στον φρονηματισμό: ποινή με ~ό χαρακτήρα. Πβ. σωφρονιστικός.
55543φρόνησηφρό-νη-ση ουσ. (θηλ.): σύνεση, σωφροσύνη: η αρετή της ~ης. Ενεργεί/μιλά με ~. Πβ. ορθολογισμός, περίσκεψη, φρονιμάδα. Βλ. φιλο~. ΣΥΝ. ορθοφροσύνη ΑΝΤ. αφροσύνη [< αρχ. φρόνησις]
55544φρονιμάδαφρο-νι-μά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του φρόνιμου· σύνεση, λογική. Πβ. ορθοφροσύνη, φρόνηση. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. αμυαλιά [< μεσν. φρονιμάδα]
55545φρονιμεύωφρο-νι-μεύ-ω ρ. (αμτβ.) {φρονίμ-εψα, -έψει} (προφ.): συνετίζομαι, λογικεύομαι: Μεγαλώνει, αλλά δεν ~ει (= δεν βάζει μυαλό). [< μεσν. φρονιμεύω]
55546φρονιμίτηςφρο-νι-μί-της ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ο τρίτος γομφίος· το τελευταίο (προς τα πίσω) δόντι κάθε ημιμορίου της άνω και κάτω γνάθου, το οποίο, κανονικά, ανατέλλει μετά την ηλικία των δεκαοκτώ ετών: αφαίρεση/εξαγωγή έγκλειστου ~η. Βλ. κυνόδοντας, τραπεζίτης. ΣΥΝ. σωφρονιστήρας [< γαλλ. dent de sagesse]
55547φρόνιμος, η, ο φρό-νι-μος επίθ. 1. (συνήθ. για παιδιά) ήσυχος, υπάκουος: Να είσαι ~ όσο θα λείπω. Κάθισε ~. Πβ. πειθαρχημένος. ΑΝΤ. άτακτος (2), ζωηρός (2) 2. λογικός: ~η: επιλογή/λύση.|| ~ος: άνθρωπος (= μυαλωμένος). Πβ. γνωστικός, σώφρων. 3. ηθικός, σεμνός. ● επίρρ.: φρόνιμα: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: είναι φρόνιμο: είναι συνετό: Δεν ~ ~ να βγάζεις τόσο γρήγορα συμπεράσματα. Θα ήταν ~ να κάνετε κράτηση από τώρα., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< αρχ. φρόνιμος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.