| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55535 | φροϊδισμός | βλ. φροϋδισμός | |
| 55536 | φροϊδιστής | βλ. φροϋδιστής | |
| 55537 | φρόκαλο | φρό-κα-λο ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.-προφ., συνήθ. για γυναίκα) άσχημη, χαζή ή/και χαμηλού επιπέδου. 2. (παρωχ.-λαϊκό) σκουπίδι. | |
| 55539 | φρόνημα | φρό-νη-μα ουσ. (ουδ.) {φρονήμ-ατος | -ατα} 1. το σύνολο των ιδεών τις οποίες ασπάζεται και υποστηρίζει ένα άτομο, η ιδεολογία του: αδάμαστο/αδούλωτο/δημοκρατικό/ελεύθερο/θρησκευτικό/πατριωτικό ~. Το ~ της ελευθερίας. Διώχθηκαν για τα πολιτικά τους ~ατα (= αντιλήψεις, πεποιθήσεις). (παλαιότ.) Πιστοποιητικό κοινωνικών ~άτων.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Μαρτυρικό/ορθόδοξο/πατερικό ~. 2. πίστη ομάδας ή προσώπου στην αξία και τις δυνατότητές της/του· ηθικό: άκαμπτο/γενναίο/ταπεινό ~. Διατηρούν ακμαίο/υψηλό το ~ά τους. Κρατούν ψηλά το εθνικό/λαϊκό ~. Η ηττοπάθεια κάμπτει/πλήττει το ~. Πβ. αυτοπεποίθηση. [< 1: γαλλ. opinion 2: αρχ. φρόνημα] | |
| 55540 | φρονηματίζω | φρο-νη-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {φρονημάτι-σε, φρονηματί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος} (λόγ.): συμμορφώνω, συνετίζω, σωφρονίζω: Η θυσία/το παράδειγμά του μας ~ει. Πβ. παραδειγματίζω. [< μεσν. φρονηματίζω < αρχ. φρονιματίζομαι ‘υπερηφανεύομαι’] | |
| 55541 | φρονηματισμός | φρο-νη-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.): συμμόρφωση, συνέτιση, σωφρονισμός. Πβ. παραδειγματισμός. Βλ. -ισμός. [< πβ. μτγν. φρονηματισμός ‘έπαρση’] | |
| 55542 | φρονηματιστικός | , ή, ό φρο-νη-μα-τι-στι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στον φρονηματισμό: ποινή με ~ό χαρακτήρα. Πβ. σωφρονιστικός. | |
| 55543 | φρόνηση | φρό-νη-ση ουσ. (θηλ.): σύνεση, σωφροσύνη: η αρετή της ~ης. Ενεργεί/μιλά με ~. Πβ. ορθολογισμός, περίσκεψη, φρονιμάδα. Βλ. φιλο~. ΣΥΝ. ορθοφροσύνη ΑΝΤ. αφροσύνη [< αρχ. φρόνησις] | |
| 55544 | φρονιμάδα | φρο-νι-μά-δα ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα του φρόνιμου· σύνεση, λογική. Πβ. ορθοφροσύνη, φρόνηση. Βλ. -άδα. ΑΝΤ. αμυαλιά [< μεσν. φρονιμάδα] | |
| 55545 | φρονιμεύω | φρο-νι-μεύ-ω ρ. (αμτβ.) {φρονίμ-εψα, -έψει} (προφ.): συνετίζομαι, λογικεύομαι: Μεγαλώνει, αλλά δεν ~ει (= δεν βάζει μυαλό). [< μεσν. φρονιμεύω] | |
| 55546 | φρονιμίτης | φρο-νι-μί-της ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. ο τρίτος γομφίος· το τελευταίο (προς τα πίσω) δόντι κάθε ημιμορίου της άνω και κάτω γνάθου, το οποίο, κανονικά, ανατέλλει μετά την ηλικία των δεκαοκτώ ετών: αφαίρεση/εξαγωγή έγκλειστου ~η. Βλ. κυνόδοντας, τραπεζίτης. ΣΥΝ. σωφρονιστήρας [< γαλλ. dent de sagesse] | |
| 55547 | φρόνιμος | , η, ο φρό-νι-μος επίθ. 1. (συνήθ. για παιδιά) ήσυχος, υπάκουος: Να είσαι ~ όσο θα λείπω. Κάθισε ~. Πβ. πειθαρχημένος. ΑΝΤ. άτακτος (2), ζωηρός (2) 2. λογικός: ~η: επιλογή/λύση.|| ~ος: άνθρωπος (= μυαλωμένος). Πβ. γνωστικός, σώφρων. 3. ηθικός, σεμνός. ● επίρρ.: φρόνιμα: στη σημ. 1. ● ΦΡ.: είναι φρόνιμο: είναι συνετό: Δεν ~ ~ να βγάζεις τόσο γρήγορα συμπεράσματα. Θα ήταν ~ να κάνετε κράτηση από τώρα., των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν βλ. παιδί [< αρχ. φρόνιμος] | |
| 55548 | Φρόντεξ | Φρό-ντεξ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: Υπηρεσία για την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετονομάζεται σε Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή. [< γαλλ. Frontières extérieures, 2004] | |
| 55549 | φροντίδα | φρο-ντί-δα ουσ. (θηλ.): εντατική ενασχόληση ενός προσώπου με κάποιον ή κάτι, η οποία προκύπτει από το ενδιαφέρον ή/και την αγάπη του γι' αυτό(ν): ανακουφιστική/αποτελεσματική/γονική/ειδική/εξειδικευμένη/ημερήσια/ιατρική (βλ. τηλε~)/καθημερινή/κοινωνική (βλ. πρόνοια)/κρατική/μητρική/νοσηλευτική/νοσοκομειακή/οδοντιατρική/οικιακή/ολοκληρωμένη/παρηγορητική/προληπτική/προσωπική/συνεχής/συστηματική/υγειονομική ~.|| Πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια περίθαλψη/~ (υγείας). Βλ. ΜΑΦ.|| ~ του αυτοκινήτου/κήπου/μωρού (βλ. κανάκεμα)/σκύλου/σπιτιού. ~ του δέρματος/των δοντιών/των μαλλιών/του προσώπου/του σώματος/του τραύματος. ~ σε άτομα με ειδικές ανάγκες. ~ για/προς το περιβάλλον. Κέντρο/πρόγραμμα ~ας ηλικιωμένων/για τη μητέρα και το παιδί. Μυστικά/συμβουλές για τη ~ των φυτών. Κάποιος/κάτι χρειάζεται ιδιαίτερη ~. Παρέχω ~ (= φροντίζω). Η έκθεση οργανώθηκε με τη ~ (: επιμέλεια) του Μουσείου ... Το σπίτι είναι διακοσμημένο με ~. Πβ. μέλημα, μέριμνα, περιποίηση, σπουδή. ΑΝΤ. αμέλεια, αμεριμνησία.|| ~ ατυχήματος (: από ασφαλιστική εταιρεία). Καλλιεργητικές ~ες (: άρδευση, βοτάνισμα, κλάδεμα, λίπανση, σκάλισμα). Βλ. -κομία. ΑΝΤ. αφροντισιά ● φροντίδες (οι): έγνοιες, σκοτούρες: οικογενειακές ~. Οι ~ της ζωής. Έχει πολλές ~. [< μεσν. φροντίδα, αρχ. φροντίς. Βλ. αγγλ. primary, 1967, secondary, 1976, tertiary, 1972, care] | |
| 55550 | φροντίζω | φρο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {φρόντι-σα, φροντί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, φροντίζ-οντας} 1. δείχνω έμπρακτο ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι: ~ει την οικογένειά του. ~ει για την ασφάλειά/το μέλλον/τη μόρφωσή του. ~ουμε για την άμεση εξυπηρέτησή σας. Θα το ~σω (= κανονίσω, κοιτάξω, τακτοποιήσω· θα επιληφθώ του θέματος) αμέσως. Σ' ευχαριστώ που ~σες να με ενημερώσεις. Πβ. μεριμνώ, νοιάζομαι, προνοώ.|| Τα αδέσποτα σκυλιά ~ονται από τους φιλόζωους (: απολαμβάνουν τη φροντίδα των φιλόζωων) της γειτονιάς. 2. ενεργώ ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση προσώπου ή πράγματος, αναλαμβάνω την περιποίησή του: ~ έναν άρρωστο (= περιθάλπω)/ηλικιωμένο. ~ τον κήπο/τα λουλούδια/το σπίτι. Δεν ~ει καθόλου τον εαυτό του/την εμφάνισή του/την υγεία του. Δεν έχει κανέναν να τον ~σει. Πβ. επιμελούμαι, προσέχω.|| Προϊόν που ~ει το δέρμα/τα μαλλιά/το σώμα. ΣΥΝ. περιποιούμαι (1) 3. προσπαθώ, επιδιώκω: ~ να κρατώ τον λόγο μου/να τρώω φρούτα κάθε μέρα. ~σε να μην αργήσεις!|| ~σαμε (= καταβάλαμε προσπάθεια), ώστε οι τιμές να είναι χαμηλές. [< 1: αρχ. φροντίζω] | |
| 55551 | φροντισμένος | , η, ο φρο-ντι-σμέ-νος επίθ.: περιποιημένος, προσεγμένος, επιμελημένος: ~ος: κήπος. ~η: έκδοση/εμφάνιση. ΑΝΤ. αφρόντιστος.|| Είναι/έρχεται πάντα ~ (ΑΝΤ. απεριποίητος, ατημέλητος). [< αρχ. πεφροντισμένος, γαλλ. soigné] | |
| 55552 | φροντιστηριακός | , ή, ό φρο-ντι-στη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φροντιστήριο (ως ιδιωτικό εκπαιδευτήριο): ~ός: οργανισμός. ~ή: διδασκαλία/εκπαίδευση (πβ. παραπαιδεία)/(υπο)στήριξη (μαθητών). ~ές: ασκήσεις. ~ά: βιβλία/μαθήματα/τμήματα. Καθηγητής με ~ή πείρα. | |
| 55553 | φροντιστήριο | φρο-ντι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φροντιστηρί-ου} 1. ιδιωτικό εκπαιδευτήριο για προετοιμασία ή/και ενίσχυση μαθητών ή φοιτητών ή για εκμάθηση ξένων γλωσσών: ατομικό/ομαδικό ~. ~ ανώτατης/μέσης εκπαίδευσης. ~ για κατατακτήριες (στη σχολή ...). ~ Αγγλικών/πληροφορικής. Τα δίδακτρα/οι επιτυχόντες ενός ~ου. Καθηγητής ~ου (πβ. φροντιστής). Άδεια διδασκαλίας σε ~. Πηγαίνω ~. Βλ. ιδιαίτερα (μαθήματα), Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Βλ. -τήριο. 2. (συνεκδ.) σειρά μαθημάτων με σκοπό την επιμόρφωση ή/και κατάρτιση σε ορισμένο αντικείμενο: κλινικό ~ σύγχρονης παθολογίας. Πβ. σεμινάριο. 3. (ειδικότ.) πανεπιστημιακό μάθημα με στόχο την εφαρμογή και κατανόηση της διδαγμένης ύλης. Βλ. εργαστήριο. 4. (μτφ.-προφ.) δασκάλεμα: Τον πέρασε από ~, για να ξέρει τι θα πει. ● Υποκ.: φροντιστηριάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω φροντιστήριο: παρακολουθώ ή παραδίδω φροντιστηριακά μαθήματα: ~ ~ στην έκθεση.|| Του έκανε ~ στα μαθηματικά. [< μτγν. φροντιστήριον ‘τόπος μελέτης, σχολείο’ 3: αγγλ. tutorial, 1923] | |
| 55554 | φροντιστηριούχος | [φροντιστηριοῦχος] φρο-ντι-στη-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης φροντιστηρίου. Πβ. φροντιστής. Βλ. -ούχος1. | |
| 55555 | φροντιστής | φρο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. φροντίστρια, κυρ. στη σημ. 2} 1. ιδιοκτήτης ή κυρ. καθηγητής φροντιστηρίου. Πβ. φροντιστηριούχος. 2. επαγγελματίας που παρέχει φροντίδα: επιμελητής πρόνοιας-κοινωνικός ~ (: προσφέρει υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή σε όσα ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες). ~ές ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ/ηλικιωμένων/παιδιών (βλ. βρεφοκόμος).|| ~ές σκύλων. 3. τεχνικός που είναι υπεύθυνος για την προμήθεια, φύλαξη και συντήρηση του εξοπλισμού και γενικότ. των υλικών που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση κάποιας εργασίας: (στο θέατρο και τον κινηματογράφο:) ~ σκηνής/στα πλατό.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ Μηχανικού/Πεζικού/Τεθωρακισμένων.|| (ΑΘΛ.) Ο ~ της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός βλ. ιπτάμενος [< 2: μτγν. φροντιστής, φροντίστρια 'επιμελητής, διαχειριστής' 3: γαλλ. accessoiriste, 1902] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ