| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55548 | Φρόντεξ | Φρό-ντεξ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: Υπηρεσία για την ασφάλεια των εξωτερικών συνόρων των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μετονομάζεται σε Ευρωπαϊκή Συνοριοφυλακή και Ακτοφυλακή. [< γαλλ. Frontières extérieures, 2004] | |
| 55549 | φροντίδα | φρο-ντί-δα ουσ. (θηλ.): εντατική ενασχόληση ενός προσώπου με κάποιον ή κάτι, η οποία προκύπτει από το ενδιαφέρον ή/και την αγάπη του γι' αυτό(ν): ανακουφιστική/αποτελεσματική/γονική/ειδική/εξειδικευμένη/ημερήσια/ιατρική (βλ. τηλε~)/καθημερινή/κοινωνική (βλ. πρόνοια)/κρατική/μητρική/νοσηλευτική/νοσοκομειακή/οδοντιατρική/οικιακή/ολοκληρωμένη/παρηγορητική/προληπτική/προσωπική/συνεχής/συστηματική/υγειονομική ~.|| Πρωτοβάθμια/δευτεροβάθμια/τριτοβάθμια περίθαλψη/~ (υγείας). Βλ. ΜΑΦ.|| ~ του αυτοκινήτου/κήπου/μωρού (βλ. κανάκεμα)/σκύλου/σπιτιού. ~ του δέρματος/των δοντιών/των μαλλιών/του προσώπου/του σώματος/του τραύματος. ~ σε άτομα με ειδικές ανάγκες. ~ για/προς το περιβάλλον. Κέντρο/πρόγραμμα ~ας ηλικιωμένων/για τη μητέρα και το παιδί. Μυστικά/συμβουλές για τη ~ των φυτών. Κάποιος/κάτι χρειάζεται ιδιαίτερη ~. Παρέχω ~ (= φροντίζω). Η έκθεση οργανώθηκε με τη ~ (: επιμέλεια) του Μουσείου ... Το σπίτι είναι διακοσμημένο με ~. Πβ. μέλημα, μέριμνα, περιποίηση, σπουδή. ΑΝΤ. αμέλεια, αμεριμνησία.|| ~ ατυχήματος (: από ασφαλιστική εταιρεία). Καλλιεργητικές ~ες (: άρδευση, βοτάνισμα, κλάδεμα, λίπανση, σκάλισμα). Βλ. -κομία. ΑΝΤ. αφροντισιά ● φροντίδες (οι): έγνοιες, σκοτούρες: οικογενειακές ~. Οι ~ της ζωής. Έχει πολλές ~. [< μεσν. φροντίδα, αρχ. φροντίς. Βλ. αγγλ. primary, 1967, secondary, 1976, tertiary, 1972, care] | |
| 55550 | φροντίζω | φρο-ντί-ζω ρ. (μτβ.) {φρόντι-σα, φροντί-σει, -στηκε, -στεί, -σμένος, φροντίζ-οντας} 1. δείχνω έμπρακτο ενδιαφέρον για κάποιον ή κάτι: ~ει την οικογένειά του. ~ει για την ασφάλειά/το μέλλον/τη μόρφωσή του. ~ουμε για την άμεση εξυπηρέτησή σας. Θα το ~σω (= κανονίσω, κοιτάξω, τακτοποιήσω· θα επιληφθώ του θέματος) αμέσως. Σ' ευχαριστώ που ~σες να με ενημερώσεις. Πβ. μεριμνώ, νοιάζομαι, προνοώ.|| Τα αδέσποτα σκυλιά ~ονται από τους φιλόζωους (: απολαμβάνουν τη φροντίδα των φιλόζωων) της γειτονιάς. 2. ενεργώ ώστε να βελτιωθεί η κατάσταση προσώπου ή πράγματος, αναλαμβάνω την περιποίησή του: ~ έναν άρρωστο (= περιθάλπω)/ηλικιωμένο. ~ τον κήπο/τα λουλούδια/το σπίτι. Δεν ~ει καθόλου τον εαυτό του/την εμφάνισή του/την υγεία του. Δεν έχει κανέναν να τον ~σει. Πβ. επιμελούμαι, προσέχω.|| Προϊόν που ~ει το δέρμα/τα μαλλιά/το σώμα. ΣΥΝ. περιποιούμαι (1) 3. προσπαθώ, επιδιώκω: ~ να κρατώ τον λόγο μου/να τρώω φρούτα κάθε μέρα. ~σε να μην αργήσεις!|| ~σαμε (= καταβάλαμε προσπάθεια), ώστε οι τιμές να είναι χαμηλές. [< 1: αρχ. φροντίζω] | |
| 55551 | φροντισμένος | , η, ο φρο-ντι-σμέ-νος επίθ.: περιποιημένος, προσεγμένος, επιμελημένος: ~ος: κήπος. ~η: έκδοση/εμφάνιση. ΑΝΤ. αφρόντιστος.|| Είναι/έρχεται πάντα ~ (ΑΝΤ. απεριποίητος, ατημέλητος). [< αρχ. πεφροντισμένος, γαλλ. soigné] | |
| 55552 | φροντιστηριακός | , ή, ό φρο-ντι-στη-ρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φροντιστήριο (ως ιδιωτικό εκπαιδευτήριο): ~ός: οργανισμός. ~ή: διδασκαλία/εκπαίδευση (πβ. παραπαιδεία)/(υπο)στήριξη (μαθητών). ~ές: ασκήσεις. ~ά: βιβλία/μαθήματα/τμήματα. Καθηγητής με ~ή πείρα. | |
| 55553 | φροντιστήριο | φρο-ντι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φροντιστηρί-ου} 1. ιδιωτικό εκπαιδευτήριο για προετοιμασία ή/και ενίσχυση μαθητών ή φοιτητών ή για εκμάθηση ξένων γλωσσών: ατομικό/ομαδικό ~. ~ ανώτατης/μέσης εκπαίδευσης. ~ για κατατακτήριες (στη σχολή ...). ~ Αγγλικών/πληροφορικής. Τα δίδακτρα/οι επιτυχόντες ενός ~ου. Καθηγητής ~ου (πβ. φροντιστής). Άδεια διδασκαλίας σε ~. Πηγαίνω ~. Βλ. ιδιαίτερα (μαθήματα), Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη.|| Διαδικτυακό/ηλεκτρονικό/ψηφιακό ~. Βλ. -τήριο. 2. (συνεκδ.) σειρά μαθημάτων με σκοπό την επιμόρφωση ή/και κατάρτιση σε ορισμένο αντικείμενο: κλινικό ~ σύγχρονης παθολογίας. Πβ. σεμινάριο. 3. (ειδικότ.) πανεπιστημιακό μάθημα με στόχο την εφαρμογή και κατανόηση της διδαγμένης ύλης. Βλ. εργαστήριο. 4. (μτφ.-προφ.) δασκάλεμα: Τον πέρασε από ~, για να ξέρει τι θα πει. ● Υποκ.: φροντιστηριάκι (το) ● ΦΡ.: κάνω φροντιστήριο: παρακολουθώ ή παραδίδω φροντιστηριακά μαθήματα: ~ ~ στην έκθεση.|| Του έκανε ~ στα μαθηματικά. [< μτγν. φροντιστήριον ‘τόπος μελέτης, σχολείο’ 3: αγγλ. tutorial, 1923] | |
| 55554 | φροντιστηριούχος | [φροντιστηριοῦχος] φρο-ντι-στη-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιοκτήτης φροντιστηρίου. Πβ. φροντιστής. Βλ. -ούχος1. | |
| 55555 | φροντιστής | φρο-ντι-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. φροντίστρια, κυρ. στη σημ. 2} 1. ιδιοκτήτης ή κυρ. καθηγητής φροντιστηρίου. Πβ. φροντιστηριούχος. 2. επαγγελματίας που παρέχει φροντίδα: επιμελητής πρόνοιας-κοινωνικός ~ (: προσφέρει υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης σε άτομα με ειδικές ανάγκες ή σε όσα ανήκουν στις ευπαθείς ομάδες). ~ές ασθενών με νόσο Αλτσχάιμερ/ηλικιωμένων/παιδιών (βλ. βρεφοκόμος).|| ~ές σκύλων. 3. τεχνικός που είναι υπεύθυνος για την προμήθεια, φύλαξη και συντήρηση του εξοπλισμού και γενικότ. των υλικών που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση κάποιας εργασίας: (στο θέατρο και τον κινηματογράφο:) ~ σκηνής/στα πλατό.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ Μηχανικού/Πεζικού/Τεθωρακισμένων.|| (ΑΘΛ.) Ο ~ της ομάδας. ● ΣΥΜΠΛ.: ιπτάμενος φροντιστής/συνοδός βλ. ιπτάμενος [< 2: μτγν. φροντιστής, φροντίστρια 'επιμελητής, διαχειριστής' 3: γαλλ. accessoiriste, 1902] | |
| 55556 | φρονώ | [φρονῶ] φρο-νώ ρ. (μτβ.) {φρον-είς ..., -ώντας· μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): πιστεύω, νομίζω, θεωρώ: ~ ότι δεν έλαβε τη σωστή απόφαση. Βλ. ορθο~, παρα~. ΣΥΝ. θαρρώ [< αρχ. φρονῶ] | |
| 55557 | φρου φρου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φρουφρού (προφ.) 1. φραμπαλάς: φούστα με ~. 2. (μτφ.) υπερβολική πολυτέλεια, ανούσια επίδειξη πλούτου: Είναι απλός άνθρωπος, δεν τον ενδιαφέρουν τα ~. ● ΦΡ.: φρου φρου κι αρώματα (προφ.-ειρων.): περιττά πράγματα που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό· λούσα: λιτό ντύσιμο χωρίς (πολλά) ~ ~.|| (για πρόσ., συνήθ. γυναίκα, που κάνει ακριβό ντύσιμο:) Είναι όλο ~ ~. [< γαλλ. froufrou (λ. ηχομιμητ.)] | |
| 55589 | φρου φρου | βλ. φρου | |
| 55558 | φροϋδικός | , ή, ό φρο-ϋ-δι-κός επίθ. & φροϊδικός: ΨΥΧΑΝ. που σχετίζεται με τον Φρόυντ ή/και τον φροϋδισμό: ~ή: ανάλυση/ερμηνεία/σχολή/ψυχολογία. ~ά: συμπλέγματα (: οιδιπόδειο σύμπλεγμα, σύμπλεγμα της Ηλέκτρας). ● Ουσ.: φροϋδικός (ο): φροϋδιστής. [< γερμ. freudianisch, γαλλ. freudien, 1910] | |
| 55559 | φροϋδισμός | φρο-ϋ-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & φροϊδισμός: ΨΥΧΑΝ. η θεωρία του Φρόυντ, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από δυνάμεις του ασυνειδήτου και ιδ. από το σεξουαλικό ένστικτο. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Freudismus, γαλλ. freudisme, 1913] | |
| 55560 | φροϋδιστής | φρο-ϋ-δι-στής ουσ. (αρσ.) & φροϊδιστής: οπαδός του φροϋδισμού. ΣΥΝ. φροϋδικός [< γερμ. Freudianer, γαλλ. freudien, 1910] | |
| 55561 | φρούδος | , α, ο [φροῦδος] φρού-δος επίθ. {λογιότ. θηλ. φρούδη} (απαιτ. λεξιλόγ.): μάταιος: ~ες: ελπίδες/προσδοκίες/υποσχέσεις. Πβ. ανώφελος, κούφιος, ψεύτικος. [< αρχ. φροῦδος] | |
| 55562 | φρουί ζελέ | φρου-ί ζε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. ζελέ. [< γαλλ. (fruit) gelé] | |
| 55563 | φρουκτόζη | φρου-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φυσικός µονοσκχαρίτης (σύμβ. C6H12O6) που περιέχεται σε φρούτα, λαχανικά και στο μέλι: διφωσφορική ~. Μαρμελάδα/σιρόπι ~ης. Δυσανεξία στη ~. Βλ. ασπαρτάμη, γλυκόζη, μαννόζη. [< γαλλ.-αγγλ. fructose] | |
| 55564 | φρουρά | φρου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ομάδα στρατιωτών που έχει ως σκοπό τη φύλαξη, την προστασία ενός χώρου: η ~ του στρατοπέδου.|| (παλαιότ.) Έφιππη ~. Η ~ του κάστρου/του οχυρού/της πόλης. 2. (περιληπτ.) σώμα φρουρών που είναι υπεύθυνο για τη φύλαξη προσώπων, περιοχών ή κτιρίων: αστυνομική/βασιλική/εθνική (βλ. εθνο~)/προεδρική/προσωπική/τιμητική ~. ~ ασφαλείας του πρωθυπουργού. Βλ. σωματοφυλακή.|| Συνοριακή ~ (= συνοριοφυλακή).|| Εξωτερική ~ φυλακής.|| (κατ' επέκτ.) Απεργιακές ~ές (: ομάδες προσώπων υπεύθυνες για την περιφρούρηση μιας κινητοποίησης). 3. υπηρεσία φρουρού: Αναλαμβάνω ~. Βλ. βάρδια. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά/παλαιά φρουρά: το σύνολο των ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν σε έναν χώρο στο παρελθόν: η ~ ~ της ομάδας., αλλαγή φρουράς βλ. αλλαγή [< αρχ. φρουρά] | |
| 55565 | φρουραρχείο | [φρουραρχεῖο] φρου-ραρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική Αρχή αρμόδια για τον έλεγχο των στρατευμάτων μιας περιφέρειας· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το γραφείο του φρούραρχου και οι σχετικές υπηρεσίες. | |
| 55566 | φρούραρχος | φρού-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) ΣΤΡΑΤ. 1. διοικητής φρουράς· γενικότ. επικεφαλής της ειδικής υπηρεσίας που αναλαμβάνει την ασφάλεια ενός χώρου: (παλαιότ.) ~ της πόλης.|| ~ της Βουλής. Βλ. -αρχος. 2. (παρωχ.) διοικητής φρουρίου. [< αρχ. φρούραρχος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ