| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55556 | φρονώ | [φρονῶ] φρο-νώ ρ. (μτβ.) {φρον-είς ..., -ώντας· μόνο στο ενεστ. θ.} (λόγ.): πιστεύω, νομίζω, θεωρώ: ~ ότι δεν έλαβε τη σωστή απόφαση. Βλ. ορθο~, παρα~. ΣΥΝ. θαρρώ [< αρχ. φρονῶ] | |
| 55557 | φρου φρου | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φρουφρού (προφ.) 1. φραμπαλάς: φούστα με ~. 2. (μτφ.) υπερβολική πολυτέλεια, ανούσια επίδειξη πλούτου: Είναι απλός άνθρωπος, δεν τον ενδιαφέρουν τα ~. ● ΦΡ.: φρου φρου κι αρώματα (προφ.-ειρων.): περιττά πράγματα που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό· λούσα: λιτό ντύσιμο χωρίς (πολλά) ~ ~.|| (για πρόσ., συνήθ. γυναίκα, που κάνει ακριβό ντύσιμο:) Είναι όλο ~ ~. [< γαλλ. froufrou (λ. ηχομιμητ.)] | |
| 55589 | φρου φρου | βλ. φρου | |
| 55558 | φροϋδικός | , ή, ό φρο-ϋ-δι-κός επίθ. & φροϊδικός: ΨΥΧΑΝ. που σχετίζεται με τον Φρόυντ ή/και τον φροϋδισμό: ~ή: ανάλυση/ερμηνεία/σχολή/ψυχολογία. ~ά: συμπλέγματα (: οιδιπόδειο σύμπλεγμα, σύμπλεγμα της Ηλέκτρας). ● Ουσ.: φροϋδικός (ο): φροϋδιστής. [< γερμ. freudianisch, γαλλ. freudien, 1910] | |
| 55559 | φροϋδισμός | φρο-ϋ-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & φροϊδισμός: ΨΥΧΑΝ. η θεωρία του Φρόυντ, σύμφωνα με την οποία η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται από δυνάμεις του ασυνειδήτου και ιδ. από το σεξουαλικό ένστικτο. Βλ. -ισμός. [< γερμ. Freudismus, γαλλ. freudisme, 1913] | |
| 55560 | φροϋδιστής | φρο-ϋ-δι-στής ουσ. (αρσ.) & φροϊδιστής: οπαδός του φροϋδισμού. ΣΥΝ. φροϋδικός [< γερμ. Freudianer, γαλλ. freudien, 1910] | |
| 55561 | φρούδος | , α, ο [φροῦδος] φρού-δος επίθ. {λογιότ. θηλ. φρούδη} (απαιτ. λεξιλόγ.): μάταιος: ~ες: ελπίδες/προσδοκίες/υποσχέσεις. Πβ. ανώφελος, κούφιος, ψεύτικος. [< αρχ. φροῦδος] | |
| 55562 | φρουί ζελέ | φρου-ί ζε-λέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. ζελέ. [< γαλλ. (fruit) gelé] | |
| 55563 | φρουκτόζη | φρου-κτό-ζη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. φυσικός µονοσκχαρίτης (σύμβ. C6H12O6) που περιέχεται σε φρούτα, λαχανικά και στο μέλι: διφωσφορική ~. Μαρμελάδα/σιρόπι ~ης. Δυσανεξία στη ~. Βλ. ασπαρτάμη, γλυκόζη, μαννόζη. [< γαλλ.-αγγλ. fructose] | |
| 55564 | φρουρά | φρου-ρά ουσ. (θηλ.) 1. ΣΤΡΑΤ. ομάδα στρατιωτών που έχει ως σκοπό τη φύλαξη, την προστασία ενός χώρου: η ~ του στρατοπέδου.|| (παλαιότ.) Έφιππη ~. Η ~ του κάστρου/του οχυρού/της πόλης. 2. (περιληπτ.) σώμα φρουρών που είναι υπεύθυνο για τη φύλαξη προσώπων, περιοχών ή κτιρίων: αστυνομική/βασιλική/εθνική (βλ. εθνο~)/προεδρική/προσωπική/τιμητική ~. ~ ασφαλείας του πρωθυπουργού. Βλ. σωματοφυλακή.|| Συνοριακή ~ (= συνοριοφυλακή).|| Εξωτερική ~ φυλακής.|| (κατ' επέκτ.) Απεργιακές ~ές (: ομάδες προσώπων υπεύθυνες για την περιφρούρηση μιας κινητοποίησης). 3. υπηρεσία φρουρού: Αναλαμβάνω ~. Βλ. βάρδια. ● ΣΥΜΠΛ.: παλιά/παλαιά φρουρά: το σύνολο των ανθρώπων που δραστηριοποιήθηκαν σε έναν χώρο στο παρελθόν: η ~ ~ της ομάδας., αλλαγή φρουράς βλ. αλλαγή [< αρχ. φρουρά] | |
| 55565 | φρουραρχείο | [φρουραρχεῖο] φρου-ραρ-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΣΤΡΑΤ. στρατιωτική Αρχή αρμόδια για τον έλεγχο των στρατευμάτων μιας περιφέρειας· συνεκδ. το κτίριο στο οποίο στεγάζεται το γραφείο του φρούραρχου και οι σχετικές υπηρεσίες. | |
| 55566 | φρούραρχος | φρού-ραρ-χος ουσ. (αρσ.) ΣΤΡΑΤ. 1. διοικητής φρουράς· γενικότ. επικεφαλής της ειδικής υπηρεσίας που αναλαμβάνει την ασφάλεια ενός χώρου: (παλαιότ.) ~ της πόλης.|| ~ της Βουλής. Βλ. -αρχος. 2. (παρωχ.) διοικητής φρουρίου. [< αρχ. φρούραρχος] | |
| 55567 | φρούρηση | φρού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του φρουρώ: ~ των συνόρων. Εξωτερική ~ των φυλακών. Μέτρα/προσωπικό/υπηρεσίες ~ης. Πβ. προστασία, φύλαξη.|| Ο κρατούμενος τελεί υπό αυστηρή αστυνομική ~. Πβ. επιτήρηση. [< μτγν. φρούρησις] | |
| 55568 | φρουριακός | , ή, ό φρου-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το φρούριο: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ό: συγκρότημα. | |
| 55569 | φρούριο | φρού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οχυρωμένο οικοδομικό συγκρότημα με αμυντικό χαρακτήρα, που χρησιμοποιόταν παλαιότ. ως στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο: απόρθητο/επιβλητικό/ερειπωμένο/ισχυρό ~. Αρχαίο/βυζαντινό/ενετικό/μεσαιωνικό ~. ~ κτισμένο σε λόφο. Η ακρόπολη/η οχύρωση/η πύλη/τα τείχη του ~ίου. Το ~ έπεσε/πολιορκήθηκε. Πβ. κάστρο, οχυρό.|| (μτφ.) Σπίτι σωστό/πραγματικό ~ (: καλά προστατευμένο). Σε ~ μετατράπηκε η πρωτεύουσα λόγω της επίσκεψης του ξένου πρωθυπουργού (: λήφθηκαν δρακόντεια μέτρα προστασίας). [< αρχ. φρούριον] | |
| 55571 | φρουρώ | [φρουρῶ] φρου-ρώ ρ. (μτβ.) {φρουρ-είς ..., -ώντας | φρούρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} 1. φυλάω έναν χώρο ή ένα πρόσωπο, μεριμνώ για την ασφάλειά του: Δυνάμεις ασφαλείας/στρατιώτες ~ούν την περιοχή/τα σύνορα. Η πρεσβεία ~είται από αστυνομικούς. Βλ. περι~. 2. λαμβάνω αυστηρά μέτρα για την αποτροπή απόδρασης, διαφυγής ενός προσώπου: Ο κακοποιός νοσηλεύεται ~ούμενος. Πβ. επιτηρώ. [< αρχ. φρουρῶ ‘κάνω βάρδια στη φρουρά, προστατεύω, υπερασπίζομαι’] | |
| 55572 | φρουταγορά | φρου-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): κατάστημα ή υπαίθρια αγορά φρούτων, λαχανικών και διάφορων παραδοσιακών προϊόντων. Πβ. φρουτάδικο, φρουταρία. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. fruit-market] | |
| 55573 | φρουτάδικο | φρου-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.): 1. φρουταγορά. 2. κατάστημα στο οποίο παίζονται φρουτάκια. | |
| 55574 | φρουτάκια | φρου-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): τυχερό παιχνίδι, στόχος του οποίου είναι η επίτευξη νικηφόρου συνδυασμού συμβόλων στην οθόνη ειδικού μηχανήματος: ηλεκτρονικά ~ (= βιντεολόττο). Μαγαζί με ~. Παίζει ~ στο ίντερνετ/καζίνο. Βλ. παιγνιομηχανήματα, φρουτάδικο. ΣΥΝ. κουλοχέρης [< αγγλ. fruit machine, 1933] | |
| 55575 | φρουταρία | φρου-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.): (στην Κύπρο) φρουταγορά. [< ιταλ. frutteria, γαλλ. fruiterie] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ