| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55576 | φρουτένιος | , ια, ιο φρου-τέ-νιος επίθ.: που περιέχει φρούτα ή που έχει χαρακτηριστικά φρούτου: ~ια: μυρωδιά. ~ιο: άρωμα. Τσίχλες με ~ια γεύση. Πβ. φρουτώδης. Βλ. -ένιος. | |
| 55577 | φρουτιέρα | φρου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος για φρούτα: γυάλινη ~. Βλ. μπολ, -ιέρα. [< ιταλ. fruttiera] | |
| 55578 | φρούτο | [φροῦτο] φρού-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ο εδώδιμος ζαχαρώδης καρπός κυρ. οπωροφόρου δέντρου: άγουρα/αποξηραμένα (: δαμάσκηνα, σταφίδες, σύκα, χουρμάδες)/βιολογικά/γευστικά/γινωμένα/γλυκά/εποχιακά (= ~α εποχής)/ζουμερά/θρεπτικά/κονσερβοποιημένα (= ~α σε κονσέρβα)/νωπά/ξινά/όξινα (βλ. εσπεριδοειδή)/σάπια/στυφά/φρέσκα/χαλασμένα ~α. Το κοτσάνι/η φλούδα ενός ~ου. ~α με κουκούτσι(α). ~α του δάσους (βλ. αγριοφράουλα, βατόμουρο)/καλοκαιριού (βλ. βερίκοκο, καρπούζι, κεράσι, πεπόνι, ροδάκινο, σταφύλι, φράουλα)/χειμώνα (βλ. ακτινίδιο, μανταρίνι, μήλο, πορτοκάλι). Εξωτικά/τροπικά ~α (βλ. λίτσι, παπάγια). ~α γλασέ (= φρουί γλασέ)/(κομμένα) σε φέτες/ως επιδόρπιο. Ζελέ/κέικ/πολτός/σιρόπι/τάρτα/χυμός (= φρουτοχυμός) ~ων. Τσάι με άρωμα/γεύση ~ων. Μαρμελάδα από ~α (βλ. πούλπα). Γιαούρτι με ~α. Καλάθι/καφάσι/πανέρι/πιατέλα με ~α. Διατροφή πλούσια σε ~α και λαχανικά. Τα ~α περιέχουν βιταμίνες, φυτικές ίνες και ιχνοστοιχεία (βλ. αντιοξειδωτικά, κυτταρίνη). Καθαρίζω ~α. Πβ. οπώρα. Βλ. φρουκτόζη.|| Πίλινγκ με οξέα ~ων. 2. (μτφ.-ειρων.) για κάποιον ή κάτι με πολλές ιδιορρυθμίες: Τι ~ είναι πάλι αυτό που κουβάλησε στο σπίτι; Καλό ~ (= κουμάσι) είσαι κι εσύ! Βλ. λουλούδι, μπουμπούκι.|| Άλλο ~ κι αυτό (= άλλο πάλι και τούτο)! Τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι καινούργιο/νέο ~. ● Υποκ.: φρουτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φρούτα της θάλασσας: εδώδιμα οστρακοειδή: ριζότο με ~ ~. Βλ. αχιβάδα, γυαλιστερές, θαλασσινά, κυδώνι, μύδι, πίνα, στρείδι, φούσκα, χτένι2. [< γαλλ. fruits de mer] , φρούτο του πάθους: τροπικό φρούτο που προέρχεται από ορισμένα είδη πασιφλόρας, με χρώμα που ποικίλλει από σκούρο μοβ μέχρι ανοιχτό κίτρινο και σάρκα σαν ζελέ, γεμάτη μαύρα εδώδιμα σπόρια. [< γαλλ. fruit de la passion] , ώριμο φρούτο (μτφ.): αποτέλεσμα που προκύπτει αβίαστα, χωρίς ατομική προσπάθεια, ως φυσικό επακόλουθο μιας σειράς γεγονότων: Έπεσε σαν ~ ~. Η λογική του ~ου ~ου., μύγα των φρούτων/του ξιδιού βλ. μύγα [< 1: ιταλ. frutto] | |
| 55579 | φρουτόδεντρα | φρου-τό-δε-ντρα ουσ. (ουδ.) (τα): οπωροφόρα. | |
| 55580 | φρουτοθεραπεία | φρου-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική δίαιτα που βασίζεται στην κατανάλωση φρούτων· χρήση φρούτων και των εκχυλισμάτων τους στην αισθητική κυρ. του προσώπου. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. fruit cure] | |
| 55581 | φρουτόκρεμα | φρου-τό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα πολτοποιημένων φρούτων που αποτελεί συνήθ. βρεφική τροφή: ~ σε σκόνη. | |
| 55582 | φρουτολεκάνη | φρου-το-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.): (σε ψυγείο) ειδική θήκη για την τοποθέτηση κυρ. φρούτων: συρόμενη ~. Διαφανής ~ (με γυάλινο κάλυμμα). | |
| 55583 | φρουτοποτό | φρου-το-πο-τό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό από χυμό φρούτων, συνήθ. συμπυκνωμένο, αναμειγμένο με νερό ή γάλα και με προσθήκη ζάχαρης· ειδικότ. το αντίστοιχο εμπορικό προϊόν: καλοκαιρινό ~ (για παιδιά). ~ με πεπόνι. Βλ. νέκταρ, φρουτοχυμός. [< αγγλ. fruit drink] | |
| 55584 | φρουτοσαλάτα | φρου-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα κομμένων φρούτων που τρώγεται κυρ. ως επιδόρπιο: δροσερή/καλοκαιρινή/χειμερινή ~. ~ με γιαούρτι/μέλι/παγωτό/σαντιγί/σιρόπι. Βλ. κομπόστα, -σαλάτα. [< γαλλ. salade de fruits, αγγλ. fruit salad] | |
| 55585 | φρουτοφαγία | φρου-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): διατροφή πλούσια σε φρούτα ή βασιζόμενη σχεδόν αποκλειστικά σε αυτά. Βλ. μονοφαγία, -φαγία. [< αγγλ. fruitarianism, 1902] | |
| 55586 | φρουτοφάγος | , ος, ο φρου-το-φά-γος επίθ./ουσ.: που τρέφεται κατεξοχήν ή σχεδόν αποκλειστικά με φρούτα. Βλ. -φάγος.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: χειρόπτερα. [< αγγλ. fruitarian] | |
| 55587 | φρουτοχυμός | φρου-το-χυ-μός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φρεσκοστυμμένος κυρ. χυμός φρούτων: φυσικός ~. Βλ. νέκταρ, φρουτοποτό. [< αγγλ. fruit juice] | |
| 55588 | φρουτώδης | , ης, ες φρου-τώ-δης επίθ. {φρουτώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): που θυμίζει φρούτο: ~η: αρώματα/ποτά. Κρασί με ~η γεύση. Πβ. φρουτένιος. Βλ. -ώδης. ● Ουσ.: φρουτώδες (το): γεύση φρέσκου φρούτου, η οποία εκτιμάται ως θετικό χαρακτηριστικό του ελαιολάδου κατά την οργανοληπτική εξέτασή του: ~, πικάντικο ή πικρό. Ισχυρή/μεσαία ένταση ~ους. | |
| 55590 | φρυάζω | φρυ-ά-ζω ρ. (αμτβ.) {φρύα-ξε (σπάν.) εφρύα-ξε, φρυά-ξει} (σπάν.-λόγ.): θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι, γίνομαι έξαλλος: ~ξε όταν άκουσε/έμαθε ότι ... Πβ. αφην-, μαν-, φρεν-ιάζω. [< μτγν. φρυάσσω] | |
| 55598 | φρυγανα | , ης, ες φρυ-γα-νώ-δης επίθ. {φρυγανώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που μοιάζει με φρύγανο ή είναι γεμάτος φρύγανα: ~ης: θάμνος. ~ης: βλάστηση. Πβ. φρυγανικός. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φρυγανώδης] | |
| 55591 | φρυγανιά | φρυ-γα-νιά ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λεπτή, συνήθ. ορθογώνια φέτα ψωμιού που έχει υποστεί ειδικό ψήσιμο για να είναι τραγανή: ~ιές ολικής άλεσης/σικάλεως/σταρένιες. ~ιές (αλειμμένες) με βούτυρο και μαρμελάδα/μέλι. Ένα πακέτο ~ιές. Πανάρουμε το κρέας με τριμμένη ~ (= γαλέτα). Βλ. κράκερ, κριτσίνι, κρουτόν, παξιμάδι. ● Υποκ.: φρυγανίτσα (η) | |
| 55592 | φρυγανιέρα | φρυ-γα-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή όπου τοποθετούνται λεπτές φέτες ψωμιού για να φρυγανιστούν· μηχάνημα αρτοποιίας για την κοπή του ψωμιού σε ισόπαχες φέτες για φρυγανιά και τοστ. Βλ. τοστιέρα, -ιέρα. [< γαλλ. grille-pain] | |
| 55593 | φρυγανίζω | φρυ-γα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {φρυγάνι-σα, φρυγανί-σει, -στεί, -σμένος}: ξεροψήνω συνήθ. φέτες φωμιού, για να γίνουν τραγανές. [< μτγν. φρυγανίζω 'μαζεύω ξερόκλαδα για τη φωτιά'] | |
| 55594 | φρυγανικός | , ή, ό φρυ-γα-νι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που αποτελείται από φρύγανα: ~ή: βλάστηση. ~ά: οικοσυστήματα. Πβ. φρυγανώδης. | |
| 55595 | φρυγάνισμα | φρυ-γά-νι-σμα ουσ. (ουδ.) {φρυγανίσμ-ατος}: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φρυγανίζω: (σε φρυγανιέρα:) βαθμίδες ~ατος. Πβ. ξεροψήσιμο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ