| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55567 | φρούρηση | φρού-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του φρουρώ: ~ των συνόρων. Εξωτερική ~ των φυλακών. Μέτρα/προσωπικό/υπηρεσίες ~ης. Πβ. προστασία, φύλαξη.|| Ο κρατούμενος τελεί υπό αυστηρή αστυνομική ~. Πβ. επιτήρηση. [< μτγν. φρούρησις] | |
| 55568 | φρουριακός | , ή, ό φρου-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το φρούριο: ~ή: αρχιτεκτονική. ~ό: συγκρότημα. | |
| 55569 | φρούριο | φρού-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οχυρωμένο οικοδομικό συγκρότημα με αμυντικό χαρακτήρα, που χρησιμοποιόταν παλαιότ. ως στρατιωτικό και διοικητικό κέντρο: απόρθητο/επιβλητικό/ερειπωμένο/ισχυρό ~. Αρχαίο/βυζαντινό/ενετικό/μεσαιωνικό ~. ~ κτισμένο σε λόφο. Η ακρόπολη/η οχύρωση/η πύλη/τα τείχη του ~ίου. Το ~ έπεσε/πολιορκήθηκε. Πβ. κάστρο, οχυρό.|| (μτφ.) Σπίτι σωστό/πραγματικό ~ (: καλά προστατευμένο). Σε ~ μετατράπηκε η πρωτεύουσα λόγω της επίσκεψης του ξένου πρωθυπουργού (: λήφθηκαν δρακόντεια μέτρα προστασίας). [< αρχ. φρούριον] | |
| 55571 | φρουρώ | [φρουρῶ] φρου-ρώ ρ. (μτβ.) {φρουρ-είς ..., -ώντας | φρούρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος} 1. φυλάω έναν χώρο ή ένα πρόσωπο, μεριμνώ για την ασφάλειά του: Δυνάμεις ασφαλείας/στρατιώτες ~ούν την περιοχή/τα σύνορα. Η πρεσβεία ~είται από αστυνομικούς. Βλ. περι~. 2. λαμβάνω αυστηρά μέτρα για την αποτροπή απόδρασης, διαφυγής ενός προσώπου: Ο κακοποιός νοσηλεύεται ~ούμενος. Πβ. επιτηρώ. [< αρχ. φρουρῶ ‘κάνω βάρδια στη φρουρά, προστατεύω, υπερασπίζομαι’] | |
| 55572 | φρουταγορά | φρου-τα-γο-ρά ουσ. (θηλ.): κατάστημα ή υπαίθρια αγορά φρούτων, λαχανικών και διάφορων παραδοσιακών προϊόντων. Πβ. φρουτάδικο, φρουταρία. Βλ. -αγορά. [< αγγλ. fruit-market] | |
| 55573 | φρουτάδικο | φρου-τά-δι-κο ουσ. (ουδ.): 1. φρουταγορά. 2. κατάστημα στο οποίο παίζονται φρουτάκια. | |
| 55574 | φρουτάκια | φρου-τά-κια ουσ. (ουδ.) (τα): τυχερό παιχνίδι, στόχος του οποίου είναι η επίτευξη νικηφόρου συνδυασμού συμβόλων στην οθόνη ειδικού μηχανήματος: ηλεκτρονικά ~ (= βιντεολόττο). Μαγαζί με ~. Παίζει ~ στο ίντερνετ/καζίνο. Βλ. παιγνιομηχανήματα, φρουτάδικο. ΣΥΝ. κουλοχέρης [< αγγλ. fruit machine, 1933] | |
| 55575 | φρουταρία | φρου-τα-ρί-α ουσ. (θηλ.): (στην Κύπρο) φρουταγορά. [< ιταλ. frutteria, γαλλ. fruiterie] | |
| 55576 | φρουτένιος | , ια, ιο φρου-τέ-νιος επίθ.: που περιέχει φρούτα ή που έχει χαρακτηριστικά φρούτου: ~ια: μυρωδιά. ~ιο: άρωμα. Τσίχλες με ~ια γεύση. Πβ. φρουτώδης. Βλ. -ένιος. | |
| 55577 | φρουτιέρα | φρου-τιέ-ρα ουσ. (θηλ.): σκεύος για φρούτα: γυάλινη ~. Βλ. μπολ, -ιέρα. [< ιταλ. fruttiera] | |
| 55578 | φρούτο | [φροῦτο] φρού-το ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ο εδώδιμος ζαχαρώδης καρπός κυρ. οπωροφόρου δέντρου: άγουρα/αποξηραμένα (: δαμάσκηνα, σταφίδες, σύκα, χουρμάδες)/βιολογικά/γευστικά/γινωμένα/γλυκά/εποχιακά (= ~α εποχής)/ζουμερά/θρεπτικά/κονσερβοποιημένα (= ~α σε κονσέρβα)/νωπά/ξινά/όξινα (βλ. εσπεριδοειδή)/σάπια/στυφά/φρέσκα/χαλασμένα ~α. Το κοτσάνι/η φλούδα ενός ~ου. ~α με κουκούτσι(α). ~α του δάσους (βλ. αγριοφράουλα, βατόμουρο)/καλοκαιριού (βλ. βερίκοκο, καρπούζι, κεράσι, πεπόνι, ροδάκινο, σταφύλι, φράουλα)/χειμώνα (βλ. ακτινίδιο, μανταρίνι, μήλο, πορτοκάλι). Εξωτικά/τροπικά ~α (βλ. λίτσι, παπάγια). ~α γλασέ (= φρουί γλασέ)/(κομμένα) σε φέτες/ως επιδόρπιο. Ζελέ/κέικ/πολτός/σιρόπι/τάρτα/χυμός (= φρουτοχυμός) ~ων. Τσάι με άρωμα/γεύση ~ων. Μαρμελάδα από ~α (βλ. πούλπα). Γιαούρτι με ~α. Καλάθι/καφάσι/πανέρι/πιατέλα με ~α. Διατροφή πλούσια σε ~α και λαχανικά. Τα ~α περιέχουν βιταμίνες, φυτικές ίνες και ιχνοστοιχεία (βλ. αντιοξειδωτικά, κυτταρίνη). Καθαρίζω ~α. Πβ. οπώρα. Βλ. φρουκτόζη.|| Πίλινγκ με οξέα ~ων. 2. (μτφ.-ειρων.) για κάποιον ή κάτι με πολλές ιδιορρυθμίες: Τι ~ είναι πάλι αυτό που κουβάλησε στο σπίτι; Καλό ~ (= κουμάσι) είσαι κι εσύ! Βλ. λουλούδι, μπουμπούκι.|| Άλλο ~ κι αυτό (= άλλο πάλι και τούτο)! Τα οικονομικά σκάνδαλα δεν είναι καινούργιο/νέο ~. ● Υποκ.: φρουτάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: φρούτα της θάλασσας: εδώδιμα οστρακοειδή: ριζότο με ~ ~. Βλ. αχιβάδα, γυαλιστερές, θαλασσινά, κυδώνι, μύδι, πίνα, στρείδι, φούσκα, χτένι2. [< γαλλ. fruits de mer] , φρούτο του πάθους: τροπικό φρούτο που προέρχεται από ορισμένα είδη πασιφλόρας, με χρώμα που ποικίλλει από σκούρο μοβ μέχρι ανοιχτό κίτρινο και σάρκα σαν ζελέ, γεμάτη μαύρα εδώδιμα σπόρια. [< γαλλ. fruit de la passion] , ώριμο φρούτο (μτφ.): αποτέλεσμα που προκύπτει αβίαστα, χωρίς ατομική προσπάθεια, ως φυσικό επακόλουθο μιας σειράς γεγονότων: Έπεσε σαν ~ ~. Η λογική του ~ου ~ου., μύγα των φρούτων/του ξιδιού βλ. μύγα [< 1: ιταλ. frutto] | |
| 55579 | φρουτόδεντρα | φρου-τό-δε-ντρα ουσ. (ουδ.) (τα): οπωροφόρα. | |
| 55580 | φρουτοθεραπεία | φρου-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): θεραπευτική δίαιτα που βασίζεται στην κατανάλωση φρούτων· χρήση φρούτων και των εκχυλισμάτων τους στην αισθητική κυρ. του προσώπου. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. fruit cure] | |
| 55581 | φρουτόκρεμα | φρου-τό-κρε-μα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μείγμα πολτοποιημένων φρούτων που αποτελεί συνήθ. βρεφική τροφή: ~ σε σκόνη. | |
| 55582 | φρουτολεκάνη | φρου-το-λε-κά-νη ουσ. (θηλ.): (σε ψυγείο) ειδική θήκη για την τοποθέτηση κυρ. φρούτων: συρόμενη ~. Διαφανής ~ (με γυάλινο κάλυμμα). | |
| 55583 | φρουτοποτό | φρου-το-πο-τό ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. δροσιστικό ποτό από χυμό φρούτων, συνήθ. συμπυκνωμένο, αναμειγμένο με νερό ή γάλα και με προσθήκη ζάχαρης· ειδικότ. το αντίστοιχο εμπορικό προϊόν: καλοκαιρινό ~ (για παιδιά). ~ με πεπόνι. Βλ. νέκταρ, φρουτοχυμός. [< αγγλ. fruit drink] | |
| 55584 | φρουτοσαλάτα | φρου-το-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. μείγμα κομμένων φρούτων που τρώγεται κυρ. ως επιδόρπιο: δροσερή/καλοκαιρινή/χειμερινή ~. ~ με γιαούρτι/μέλι/παγωτό/σαντιγί/σιρόπι. Βλ. κομπόστα, -σαλάτα. [< γαλλ. salade de fruits, αγγλ. fruit salad] | |
| 55585 | φρουτοφαγία | φρου-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): διατροφή πλούσια σε φρούτα ή βασιζόμενη σχεδόν αποκλειστικά σε αυτά. Βλ. μονοφαγία, -φαγία. [< αγγλ. fruitarianism, 1902] | |
| 55586 | φρουτοφάγος | , ος, ο φρου-το-φά-γος επίθ./ουσ.: που τρέφεται κατεξοχήν ή σχεδόν αποκλειστικά με φρούτα. Βλ. -φάγος.|| (ΖΩΟΛ.) ~α: χειρόπτερα. [< αγγλ. fruitarian] | |
| 55587 | φρουτοχυμός | φρου-το-χυ-μός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φρεσκοστυμμένος κυρ. χυμός φρούτων: φυσικός ~. Βλ. νέκταρ, φρουτοποτό. [< αγγλ. fruit juice] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ