| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55596 | φρύγανο | φρύ-γα-νο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. κάθε ποώδες ή θαμνώδες φυτό με μικρά, συνήθ. χνουδωτά φύλλα και αγκαθωτά κλαδιά, που αντέχει στην ξηρασία και φυτρώνει σε άγονες βραχώδεις περιοχές με χαμηλό υψόμετρο· (συνεκδ.-στον πληθ.) φρυγανική βλάστηση. Βλ. θυμάρι, λεβάντα, φασκομηλιά. 2. ξερόκλαδο, που χρησιμοποιείται κυρ. ως προσάναμμα. [< αρχ. φρύγανον] | |
| 55597 | φρυγανότοπος | φρυ-γα-νό-το-πος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): έκταση που καλύπτεται κυρ. από φρύγανα. Βλ. -τοπος. | |
| 55599 | φρυγικός | , ή, ό φρυ-γι-κός επίθ. & (λόγ.) φρύγιος, α, ο: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τη Φρυγία ή/και τους Φρύγες: ~ά: φύλα. Βλ. λυδικός.|| ~ός: σκούφος (: κωνικού σχήματος, σύμβολο της ελευθερίας και της δημοκρατίας κατά τη Γαλλική Επανάσταση). [< μεσν. Φρυγικός, γαλλ. phrygien] | |
| 55600 | φρυγμένος | , η, ο φρυγ-μέ-νος επίθ. (λόγ.): (ξερο)ψημένος, ξερός: ~ος: καφές (= καβουρδισμένος). ~ο: χώμα. [< αρχ. πεφρυγμένος, μτχ. παθ. παρακ. του ρ. φρύγω ‘καψαλίζω’] | |
| 55601 | φρύδι | φρύ-δι ουσ. (ουδ.) {φρυδ-ιού | -ιών, συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΑΝΑΤ. καθεμιά από τις οστέινες προεξοχές πάνω από την κόγχη των ματιών· κυρ. ειδικότ. το τοξωτό τρίχωμα που φύεται σε αυτές: ατίθασα/καλοσχηματισμένα (βλ. γαϊτανοφρύδης)/λεπτά/ξυρισμένα/παχιά/πυκνά/σμιχτά (βλ. σμιχτοφρύδης) ~ια. Ανόρθωση/αποτρίχωση/μολύβι ~ιών. Έπεσε και έσκισε το ~ του. Βγάζω τα ~ια μου (με τσιμπιδάκι). Ανασήκωσε τα ~ια του με δυσπιστία/ειρωνεία. Ζάρωσε τα ~ια του (= συνοφρυώθηκε). ΣΥΝ. οφρύς (1) 2. (μτφ.) χείλος, κορυφογραμμή: το ~ του γκρεμού/της καλντέρας.|| Χωριό χτισμένο στο ~ του βουνού/βράχου/λόφου. Πβ. ράχη. ● Υποκ.: φρυδάκι (το) [< μεσν. φρύδι < μτγν. ὀφρύδιον < αρχ. ὀφρῦς] | |
| 55602 | φρυκτωρία | φρυ-κτω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. σύστημα επικοινωνίας με φωτεινά σήματα που στέλνονταν με αναμμένους πυρσούς· συνεκδ. παρατηρητήριο, πύργος που εξυπηρετούσε αυτόν τον σκοπό. Βλ. οπτικός τηλέγραφος.|| Μινωικές ~ες. [< αρχ. φρυκτωρία] | |
| 55603 | φρύνος | [φρῦνος] φρύ-νος ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. νυκτόβιο αμφίβιο (γένος Bufo), συγγενικό με τον βάτραχο, το οποίο έχει κοντό, συνήθ. καφέ σώμα χωρίς ουρά, μακριά πίσω πόδια και ευδιάκριτο λαιμό και πηγαίνει σε λίμνες για να πολλαπλασιαστεί: κοινός/πράσινος/χρυσός ~. Βλ. άνουρα. [< αρχ. φρῦνος] | |
| 55604 | φρύξη | φρύ-ξη ουσ. (θηλ.) 1. (επίσ.) ψήσιμο, καβούρδισμα: ~ του καφέ. 2. ΜΕΤΑΛΛ. χημική επεξεργασία θειούχου κυρ. μεταλλεύματος κατά την οποία γίνεται καύση του με ταυτόχρονη διαβίβαση αέρα, προκειμένου να μετατραπεί στο αντίστοιχο οξείδιό του: αναγωγική ~. Πβ. πύρωση. [< μτγν. φρύξις 'καψάλισμα, έγκαυμα'] | |
| 55606 | φταίξιμο | φταί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.): ευθύνη που απορρέει από το σφάλμα κάποιου: Το ~ ανήκει και στους δύο/είναι δικό του. Το μοναδικό του ~ ήταν ότι τους πίστεψε. Το ~ έπεσε όλο σε εμένα. Του έριξε το ~ για την αποτυχία. Πβ. υπαιτιότητα. | |
| 55607 | φταίχτης | φταί-χτης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φταίχτρα} (προφ.): υπαίτιος, υπεύθυνος για διάπραξη σφάλματος ή δημιουργία δυσάρεστης κατάστασης: ο κύριος/μοναδικός ~. Προσπαθούν να τον βγάλουν ~η. Πβ. ένοχος. | |
| 3585 | φτάνω | [ἀναχωρῶ] α-να-χω-ρώ ρ. (αμτβ.) {αναχωρ-είς ... | αναχώρ-ησα, -ώντας} (επίσ.): απομακρύνομαι από έναν τόπο, κατευθυνόμενος προς κάποιον άλλο: ~ησε αεροπορικώς για το εξωτερικό. Ο συρμός ~εί στις εννέα π.μ. Πβ. ξεκινώ, φεύγω. ΑΝΤ. φτάνω (1) [< αρχ. ἀναχωρῶ] | |
| 55609 | φτάνω | φτά-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφτα-σα, φτά-σει, φτάν-οντας, φτα-σμένος} & (λόγ.) φθάνω 1. προσεγγίζω το τέλος μιας πορείας ή διαδρομής, οδηγούμαι σε συγκεκριμένο σημείο: ~ στο αεροδρόμιο/στη στάση. Τι ώρα ~ει η πτήση σου (ΑΝΤ. αναχωρεί); Σε λίγο ~ουμε στο νησί (πβ. αριβάρω, κοντεύω). ~σα αργά/κατάκοπος/νωρίς (στο) σπίτι. Το πλοίο ~σε στο λιμάνι. Το γράμμα ~σε σήμερα το πρωί. Μόλις ~σεις στη διασταύρωση, στρίψε δεξιά. Πβ. αφικνούμαι, έρχομαι. Βλ. καταφθάνω. 2. (μτφ.) καταλήγω: ~ σε συμπεράσματα/συμφωνία με κάποιον. Το καλοκαίρι ~ει στο τέλος του. Θα ~σω στα άκρα, προκειμένου να τον πείσω. ~σε στον βαθμό του διευθυντή/ψηλά (= έγινε πολύ γνωστός, σπουδαίος). Η υπόθεση ~σε στο δικαστήριο. Η σχέση τους έχει ~σει σε τέλμα.|| ~ στον στόχο μου (= τον πραγματοποιώ). 3. (μτφ.) οδηγούμαι σε πολύ άσχημη κατάσταση, καταντώ: ~σε να ζυγίζει εκατό κιλά/να χρωστά πολλά λεφτά.|| ~σα στα όριά μου. Η κατάσταση έχει ~σει στο αμήν/απροχώρητο/μη περαιτέρω. 4. προφταίνω, προλαβαίνω: Μην τρέχεις, δεν μπορώ να σε ~σω! Πβ. πλησιάζω. 5. είμαι ή γίνομαι ίσος ή ισάξιος με κάποιον: Τον ~σε στο ύψος.|| Δεν την ~ει κανείς στη μαγειρική. Πβ. παραβγαίνω, συναγωνίζομαι. 6. μπορώ να πιάσω κάτι που βρίσκεται σε ορισμένο ύψος ή απόσταση από μένα, συνήθ. τεντώνοντας το σώμα μου: Μπορείς να μου ~σεις το βιβλίο; Πρέπει ν' ανέβω στη σκάλα, για να ~σω το πιο ψηλό ράφι. 7. προσεγγίζω ποσοτικό, χρονικό, τοπικό ή άλλο σημείο, όριο: Η θερμοκρασία θα ~σει (= αγγίξει) τους σαράντα βαθμούς Κελσίου.|| ~σα τα τριάντα (ενν. χρόνια). Έχω ~σει σε συντάξιμη ηλικία.|| Οι πωλήσεις/τιμές ~σαν στα ύψη. Βλέπεις θάλασσα ως εκεί που ~ει το μάτι.|| Το τελευταίο του έργο ~ει την τελειότητα. Ο παίκτης έχει ~σει σε καλό επίπεδο φυσικής κατάστασης. ● φτάνει 1. αρκεί, επαρκεί: Το γλυκό δεν ~ (πβ. φτουράει) για όλους. Δεν θέλω άλλο φαγητό, ~ τόσο. Δεν μου ~ουν τα χρήματα.|| Δεν μου ~ουν οι δικαιολογίες σου (= δεν είναι αρκετές). 2. ανέρχεται: Το ποσοστό ~ στο ...%. Τα χρέη του ~ουν τα ... ευρώ. 3. εκτείνεται: Το χωριό ~ ως τους πρόποδες του βουνού. Τα μαλλιά της ~ουν μέχρι τους ώμους. Η φωτιά ~σε μέχρι τη θάλασσα. Το χιόνι ~σε το ένα μέτρο.|| (μτφ.) Οι φωνές ~ουν (= ακούγονται) μέχρι εδώ. Η φήμη του ~σε (= απλώθηκε) παντού. 4. πλησιάζει, κοντεύει: ~σε η άνοιξη/μεγάλη μέρα/ώρα του απολογισμού. ● ΦΡ.: δεν φτάνει/σαν να μην έφτανε (προφ.): για να δηλωθεί ότι κάτι κακό, αρνητικό έρχεται να επιβαρύνει μια ήδη δυσάρεστη κατάσταση: (Και) ~ ~ που με τράκαρε, με έβρισε κιόλας. Δεν μου έφταναν όλα μου τα προβλήματα, μου έκλεψαν και την τσάντα., έφτασα! (προφ.): έρχομαι αμέσως., έφτασε! (προφ.): (συνήθ. ως απάντηση σε παραγγελία) αμέσως: -Έναν γλυκύ βραστό. -~! , μέχρι εκεί φτάνει το μυαλό σου/του (προφ.): τόσο λίγο μπορεί(ς) να καταλάβει(ς)., φτάνει να (προφ.): υπό τον όρο, υπό την προϋπόθεση, αρκεί να: Θα τα καταφέρεις, φτάνει μόνο να προσπαθήσεις. Μπορείς, ~ ~ θέλεις., φτάνει πια (προφ.-εμφατ.): ως έκφραση αγανάκτησης, για να δηλωθεί ότι κάτι πρέπει να σταματήσει: ~ ~· δεν αντέχω άλλο! ~ ~ η κοροϊδία/το παραμύθι! ~ ~ με τα μισόλογα/ψέματα. Πβ. αρκετά, δεν πάει άλλο!, ως εδώ (και μη παρέκει), ως εδώ ήταν., (βρίσκομαι/είμαι/φτάνω) στα πρόθυρα βλ. πρόθυρα, δεν τον φτάνεις/δεν του μοιάζεις ούτε στο νυχάκι/(μικρό του) δαχτυλάκι/δάχτυλο βλ. δάχτυλο, εδώ/εκεί που φτάσαμε βλ. εδώ, έφτασε ο κόμπος στο χτένι βλ. κόμπος, έφτασε το μαχαίρι στο/ως το κόκαλο βλ. μαχαίρι, έφτασε/πήγε στη βρύση/στην πηγή, αλλά δεν ήπιε νερό βλ. βρύση, ήρθε/έφτασε το τέλος (κάποιου/του κόσμου) βλ. τέλος, όσα δε φτάνει/πιάνει η αλεπού, τα κάνει κρεμαστάρια βλ. αλεπού, ποιος τον πιάνει/φτάνει βλ. πιάνω, τρέχω και δεν φτάνω βλ. τρέχω, φτάνει και περισσεύει βλ. περισσεύω, φτάνω σε οριακό σημείο βλ. σημείο, φτάνω στο σημείο να ... βλ. σημείο ● βλ. φτασμένος [< αρχ. φθάνω] | |
| 55610 | φταρνίζομαι | βλ. φτερνίζομαι | |
| 55611 | φτάρνισμα | βλ. φτέρνισμα | |
| 55612 | φτάσιμο | φτά-σι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) & (σπάν.-λόγ.) φθάσιμο: άφιξη, κατάληξη σε συγκεκριμένο τόπο: ~ στην κορυφή/στον προορισμό μας (πβ. τερματισμός). Πβ. έλευση, ερχομός. ΑΝΤ. αναχώρηση (1) | |
| 55613 | φτασμένος | , η, ο φτα-σμέ-νος επίθ. (προφ.) 1. επιτυχημένος: ~ος: συγγραφέας. ~οι: επαγγελματίες/επιστήμονες. Είναι ~ο όνομα (: πολύ γνωστός). Πβ. διακεκριμένος.|| ~η: καριέρα. 2. (σπάν.) που έχει έρθει από κάπου: ~ απ' το εξωτερικό. ΣΥΝ. αφιχθείς ● βλ. φτάνω | |
| 55614 | φτελιά | φτε-λιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πτελέα: ΒΟΤ. μακρόβιο φυλλοβόλο δέντρο της τάξης των αγγειόσπερμων δικοτυλήδονων (γένος Ulmus), με πυκνό βαθυπράσινο φύλλωμα και οδοντωτά φύλλα, το οποίο φυτρώνει κυρ. σε υγρά εδάφη και καλλιεργείται για την ξυλεία του, αλλά και ως καλλωπιστικό: ~ η πεδινή/ορεινή. ΣΥΝ. καραγάτσι [< μεσν. φτελιά] | |
| 55615 | φτενός | , ή, ό φτε-νός επίθ. (λογοτ.): λεπτός, λιγνός. [< μεσν. φτενός] | |
| 55616 | φτέρη | φτέ-ρη ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ποώδες πολυετές φυτό (γένος Pteris) που ανήκει στα πτεριδόφυτα, δεν σχηματίζει άνθη ούτε καρπούς, έχει χαρακτηριστικά οδοντωτά φύλλα σε σχήμα φτερού και χρησιμοποιείται συχνά ως καλλωπιστικό. ● ΦΡ.: λαγός τη φτέρη έσειε/κούναγε, κακό του κεφαλιού/της κεφαλής του βλ. λαγός [< μτγν. πτέρις] | |
| 55617 | φτέρνα | φτέρ-να ουσ. (θηλ.): το πίσω άκρο του πέλματος του ποδιού και το αντίστοιχο οστό του ταρσού· συνεκδ. το πίσω μέρος υποδήματος ή κάλτσας: σκασμένες ~ες. Φουσκάλες στις ~ες.|| Η ~ του παπουτσιού. Το καλσόν τρύπησε στη ~. Βλ. ξώφτερνος. ΣΥΝ. πτέρνα [< μεσν. φτέρνα] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ