Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56100-56120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55618φτερνίζομαιφτερ-νί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {φτερνί-στηκα, -στεί} & φταρνίζομαι: εκπνέω αέρα από τη μύτη και το στόμα ξαφνικά και ηχηρά, κυρ. ως αντανακλαστική αντίδραση σε ερεθισμό του βλεννογόνου της μύτης: Είναι κρυωμένος και ~εται όλη την ώρα. Η σκόνη με κάνει να ~. Βλ. βήχω. [< αρχ. πτάρνυμαι, μτγν. πτέρνομαι]
55619φτέρνισμαφτέρ-νι-σμα ουσ. (ουδ.) & φτάρνισμα: η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φτερνίζομαι: δυνατό ~. Με πιάνει ~. ΣΥΝ. πταρμός [< μεσν. *πτάρνισμα, πτέρνισμα]
55620φτερόφτε-ρό ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) πτερό 1. ΖΩΟΛ. -ΟΡΝΙΘ. καθένας από τους σχηματισμούς που καλύπτουν και προστατεύουν το σώμα των πτηνών και με τη βοήθεια των οποίων μπορούν να πετούν, να επιπλέουν στο νερό και να διατηρούν σταθερή τη θερμοκρασία τους· αποτελείται από έναν κεντρικό άξονα, το κάτω μέρος του οποίου είναι γυμνό (κάλαμος), ενώ το επάνω (ράχη) φέρει αριστερά και δεξιά μύστακες που ενώνονται μεταξύ τους: πλουμιστά ~ά. Τα ~ά του παγονιού/της πάπιας/της χήνας. ~ά και πούπουλα (βλ. φτέρωμα). Βλ. πτερόρροια, πτεροφυΐα.|| Πένα από ~. Καπέλο με ~ά. 2. {συνηθέστ. στον πληθ.} φτερούγα: πληγωμένα ~ά. Τα ~ά των πουλιών. Το άνοιγμα των ~ών του αετού.|| Τα ~ά της μύγας/της πεταλούδας.|| Τα ~ά των αγγέλων/του δράκου.|| (μτφ.) Με τα ~ά του έρωτα/της φαντασίας/της ψυχής. 3. (κατ' επέκτ.) ό,τι μοιάζει με φτερό ή φτερούγα: βλάβη στο αριστερό ~ (= πτέρυγα) του αεροσκάφους. Τα ~ά του ανεμιστήρα (= πτερύγια, φτερωτή)/ανεμόμυλου.|| Σερβιέτες με ~ά (προστασίας). 4. τμήμα του αμαξώματος που καλύπτει το επάνω μέρος των τροχών οχήματος: το μπροστινό/πίσω ~ του αυτοκινήτου/της μηχανής. Βαθούλωμα/βούλιαγμα στο ~. ~ά ποδηλάτου. 5. ΑΘΛ. το μπαλάκι του μπάντμιντον. 6. ξεσκονιστήρι. ● ΣΥΜΠΛ.: κατηγορία φτερού 1. ΑΘΛ. (στην πυγμαχία) κατηγορία βάρους στην οποία κατατάσσονται πυγμάχοι που ζυγίζουν από 55 μέχρι 57 κιλά: πρωταθλητής στην ~ ~. 2. (μτφ.-προφ.) για κάποιον πολύ αδύνατο ή κάτι πολύ ελαφρύ., το φτερό της επίθεσης: ΑΘΛ. το άκρο της επιθετικής γραμμής ποδοσφαιρικής ομάδας: Στο αριστερό/δεξί φτερό ~ έπαιζε/ήταν ο ... ● ΦΡ.: ανοίγω/απλώνω (τα) φτερά (μου) (μτφ.) 1. ανεξαρτητοποιούμαι, κάνω μια νέα αρχή: Είναι καιρός να ανοίξεις τα ~ σου και να γνωρίσεις τον κόσμο. 2. επεκτείνω τις δραστηριότητές μου: Η εταιρεία ετοιμάζεται να απλώσει τα ~ της στο εξωτερικό., βάζω φτερά (στα πόδια) (μτφ.) 1. αρχίζω να τρέχω γρήγορα: Έβαλε ~ ~ κι εξαφανίστηκε (= έγινε πύραυλος). 2. εμψυχώνω: Το γκολ έβαλε ~ στα πόδια των γηπεδούχων., βγάζω φτερά (μτφ.-προφ.): φεύγω γρήγορα: Μόλις κατάλαβε τι τον περίμενε, έβγαλε ~ (= την έκανε, έγινε καπνός/Λούης)., δίνω φτερά (σε κάποιον) (μτφ.): ενθαρρύνω: Η επιβράβευση ~ει ~ στους μαθητές να συνεχίσουν την προσπάθεια., κάνει φτερά (μτφ.-προφ.): εξαφανίζεται, συνήθ. λόγω κλοπής: Κοσμήματα ανυπολόγιστης αξίας έκαναν ~.|| Τα λεφτά έχουν κάνει ~ (= εξανεμιστεί)., κόβω/ψαλιδίζω τα φτερά κάποιου (μτφ.): αποθαρρύνω, απογοητεύω: Η αποτυχία τού έκοψε ~. ΣΥΝ. κόβω τη φόρα/τον αέρα/το(ν) βήχα (σε κάποιον), με κομμένα/πεσμένα (τα) φτερά & με τα φτερά κομμένα (μτφ.): αποθαρρυμένος, χωρίς αυτοπεποίθηση: Μετά την ήττα της, η ομάδα συνεχίζει ~ ~., πετώ με τα δικά μου φτερά (μτφ.): στηρίζομαι στις δυνάμεις μου, τα καταφέρνω μόνος μου: Είναι σε ηλικία που μπορεί πια να ~άξει με τα δικά του ~., στο φτερό (προφ.): βιαστικά, πολύ γρήγορα, αμέσως: Συναντιόμαστε πάντα ~ ~. Έκαναν τη δουλειά/πήρα την απόφαση ~ ~ (= στο άψε σβήσε/πι και φι/πιτς-φιτίλι/τάκα-τάκα). ΣΥΝ. στα γρήγορα, στα πεταχτά, φτερό στον άνεμο βλ. άνεμος, φύλλο (και) φτερό βλ. φύλλο [< μεσν. φτερό(ν) < αρχ. πτερόν 3,4: γαλλ. aile]
55621φτεροκοπά[φτεροκοπᾷ] φτε-ρο-κο-πά ρ. (αμτβ.) {φτεροκοπ-ώντας | φτεροκόπ-ησε} & φτεροκοπάει 1. (για πτηνό ή έντομο) πετά, χτυπώντας δυνατά και γρήγορα τα φτερά του: Οι μέλισσες/οι πεταλούδες/τα σπουργίτια ~ούν. 2. (μτφ.-λογοτ.) σκιρτά: ~ούσε η καρδιά μου από τη συγκίνηση/την ταραχή/τη χαρά. Πβ. πεταρίζει, φτερουγίζει. Βλ. -κοπώ.
55622φτεροκόπημαφτε-ρο-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.) {φτεροκοπήμ-ατα}: η ενέργεια του φτεροκοπώ: ~ατα πουλιών.|| (μτφ.) Ένιωσα ένα ~ στην καρδιά μου. Πβ. πετάρ-, φτερούγ-ισμα, σκίρτημα.
55623φτεροπόδαρος, η, ο φτε-ρο-πό-δα-ρος επίθ. {κυρ. στο αρσ.} (λογοτ.): που τρέχει πολύ γρήγορα. Πβ. γοργο-, λαγο-πόδαρος. ΣΥΝ. φτερωτός (2)
55624φτερούγαφτε-ρού-γα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΟΡΝΙΘ. καθένα από τα δύο όργανα στη θέση των άνω άκρων κυρ. των πτηνών, που τους δίνουν τη δυνατότητα να πετούν: σπασμένη ~. Μακριές/μυτερές ~ες. Πβ. φτερό.|| (ΜΑΓΕΙΡ.) Τηγανητές ~ες κοτόπουλου (βλ. μπούτι, στήθος). ● Υποκ.: φτερουγίτσα (η) ● ΦΡ.: (παίρνω κάποιον) κάτω από τις φτερούγες μου (μτφ.): υπό την προστασία, την καθοδήγησή μου. [< μεσν. πτερούγα < αρχ. πτερύγιον < πτέριξ]
55625φτερουγίζειφτε-ρου-γί-ζει ρ. (αμτβ.) {φτερούγι-σε, φτερουγί-σει, φτερουγίζ-οντας} & (σπάν.) φτερουγά, (λόγ.) πτερυγίζει 1. (κυρ. για πτηνό) χτυπά τα φτερά καθώς πετά ή για να πετάξει: Τα πουλιά ~ουν στον αέρα. Οι πεταλούδες ~ουν γύρω απ' τα λουλούδια.|| (μτφ.-λογοτ.) Η σκέψη ~. Η ψυχή του ~σε (= πέθανε). 2. (μτφ.) σκιρτά: Η καρδιά μου ~ από ταραχή/χαρά. Η ελπίδα ~ μέσα μας. Πβ. πεταρίζει, φτεροκοπά. [< 1: αρχ. πτερυγίζω]
55626φτερούγισμαφτε-ρού-γι-σμα ουσ. (ουδ.) {φτερουγίσμ-ατος | -ατα} 1. πέταγμα με χτύπημα των φτερών: δυνατό ~. Τα ~ατα των πουλιών. 2. (μτφ.) σκίρτημα: ~ στην καρδιά (πβ. φτεροκόπημα). Νιώθει ~ατα στο στήθος (: γρήγοροι χτύποι της καρδιάς, αίσθηση των παλμών). Πβ. πετάρισμα. [< μτγν. πτερύγισμα]
55627φτέρωμαφτέ-ρω-μα ουσ. (ουδ.) & (λόγ.) πτέρωμα: ΟΡΝΙΘ. τα φτερά και τα πούπουλα που καλύπτουν το σώμα των πτηνών: λαμπερό/πλούσιο/πολύχρωμο/στιλπνό ~. Πβ. πτίλωμα. [< αρχ. πτέρωμα]
55628φτερώνωφτε-ρώ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φτέρω-σε, φτερώ-σει, -μένος} (σπάν.-μτφ.-λογοτ.): αναπτερώνω, εμψυχώνω: Λόγια που ~ουν την ψυχή. Πβ. δίνω φτερά (σε κάποιον).φτερώνει: (σπάν., για πτηνό ή έντομο) βγάζει φτερά. [< αρχ. πτερῶ ‘κάνω κάποιον ή κάτι φτερωτό’]
55629φτερωτός, ή, ό φτε-ρω-τός επίθ. & (λόγ.) πτερωτός 1. που έχει φτερά: (κυρ. σε παραμύθια και στη ΜΥΘ.) ~ός: άγγελος/δράκος. ~ό: άλογο (βλ. Πήγασος)/άρμα. Ο ~ Ερμής/τα ~ά σανδάλια του Ερμή.|| ~ό: κυνήγι. ~ά: θηράματα (βλ. ορτύκι, πέρδικα, φασιανός). ΑΝΤ. άπτερος 2. (μτφ.-σπάν., κυρ. στο αρσ.) που τρέχει πολύ γρήγορα. ΣΥΝ. φτεροπόδαρος ● Ουσ.: φτερωτή (η): ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενο εξάρτημα (μηχανής ή συσκευής) με πτερύγια: μεταλλική/πλαστική ~. ~ του ανεμιστήρα/αντλίας. Βλ. προπέλα.|| (παλαιότ.) Η ~ του μύλου. ● ΣΥΜΠΛ.: ο φτερωτός θεός: ο Έρωτας (ως θεότητα): ~ ~ τον χτύπησε με τα βέλη του (= ερωτεύτηκε). [< αρχ. πτερωτός]
55630φτηναίνωφτη-ναί-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φτήν-υνε, -ύνει} & φθηναίνω: κατεβάζω την τιμή (πώλησης): Αναγκάστηκε να ~ύνει το εμπόρευμά του εξαιτίας του ανταγωνισμού. ΑΝΤ. ακριβαίνω (2) ● φτηναίνει 1. μειώνεται, κατεβαίνει η τιμή του: Έχουν ~ύνει τα αυτοκίνητα/οι υπολογιστές. 2. (μτφ.) υποβαθμίζεται, υποβιβάζεται, ευτελίζεται: Το τηλεοπτικό προϊόν έχει ~ύνει.
55631φτήνιαφτή-νια ουσ. (θηλ.) & φθήνια (προφ.) 1. χαμηλές τιμές: η ~ των εμπορευμάτων. ΑΝΤ. ακρίβεια2 2. (μτφ.) κακή, κατώτερη ποιότητα: Δουλειά που χαρακτηρίζεται από ~ και προχειρότητα. Πβ. ευτέλεια. ● ΦΡ.: η φτήνια τρώει τον παρά (παροιμ.) 1. η προσφορά προϊόντων σε πολύ χαμηλές τιμές κάνει τους ανθρώπους να αγοράζουν πιο εύκολα, άρα και να σπαταλούν πιο πολλά χρήματα. 2. όταν αγοράζει κάποιος φτηνά πράγματα που χαλούν γρήγορα εξαιτίας της χαμηλής τους ποιότητας, καταλήγει να ξοδεύει περισσότερα χρήματα., στη φτήνια (μειωτ.): πολύ φτηνά· με πολύ λίγα έξοδα: Αγοράζω (κάτι) ~ ~.|| Τη βγάλαμε ~ ~ φέτος στις διακοπές.
55632φτηνιάρης, α, ικο φτη-νιά-ρης επίθ. (προφ.) 1. τσιγκούνης. ΣΥΝ. τσίπης 2. χαμηλού επιπέδου: Δείχνει πολύ ~α μ' αυτά που φοράει. 3. & φτηνιάρικος, η, ο: κατώτερης ποιότητας, ευτελής: ~ικη: απομίμηση/ταινία. ~ικες: εκπομπές. ~ικα: ρούχα. Κατασκευή από ~ικα υλικά. Βλ. -ιάρης.
55633φτηνιάρικος, η, ο βλ. φτηνιάρης
55634φτηνο-(προφ.-μειωτ.): α' συνθετικό λέξεων που δηλώνει χαμηλή τιμή, ευτελή ποιότητα, προχειρότητα: ~μάγαζο/~πάπουτσα.|| ~δουλειά/~πράγματα.
55635φτηνοδουλειάφτη-νο-δου-λειά ουσ. (θηλ.): εργασία αμφίβολης ποιότητας που έχει χαμηλό κόστος· γενικότ. ό,τι γίνεται με προχειρότητα και είναι ευτελές: Αυτός ο μάστορας είναι γνωστός για τις κακοτεχνίες και τη ~ του.|| Ο υπολογιστής μου είναι ~, αλλά δουλεύει μια χαρά. Πβ. προχειροδουλειά.
55636φτηνομάγαζοφτη-νο-μά-γα-ζο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κατάστημα που διαθέτει προϊόντα, συνήθ. κακής ποιότητας, σε χαμηλές τιμές.
55637φτηνοπράγματαφτη-νο-πράγ-μα-τα ουσ. (ουδ.) & φτηνοπράματα (τα) (προφ.): προϊόντα χαμηλού κόστους, τα οποία είναι συνήθ. κακής ποιότητας: Ψωνίζει ~ από πλανόδιους μικροπωλητές.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.