| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55638 | φτηνός | , ή, ό φτη-νός επίθ. & (λόγ.) φθηνός 1. που διατίθεται σε χαμηλή τιμή, που δεν κοστίζει πολύ: ~ό: ενοίκιο ~ές: (τηλεφωνικές) κλήσεις/πτήσεις. ~ά: εισιτήρια/παπούτσια/ρούχα.|| ~ή: πρόσβαση στο διαδίκτυο.|| ~ές: τιμές (= προσιτές).|| ~ά: κοσμήματα (= φτηνιάρικα). ΣΥΝ. οικονομικός (2) ΑΝΤ. ακριβός (1) 2. που δεν απαιτεί πολλά έξοδα, ανέξοδος: ~ή: διαμονή. ~ό: σπορ. ~ές: διακοπές. ~ά: ταξίδια. Έξυπνη και ~ή λύση. ΑΝΤ. ακριβός (2) 3. που παρέχει εμπόρευμα, υπηρεσία ή εργασία με μικρό κόστος: ~ό: βενζινάδικο/κατάστημα.|| ~ό: ξενοδοχείο. ~ές: αεροπορικές εταιρείες.|| ~ό: εργατικό δυναμικό. ΑΝΤ. ακριβός (3) 4. (μτφ.) που διακρίνεται από ευτέλεια, κακή ποιότητα, χαμηλό επίπεδο: ~ός: λαϊκισμός. ~ή: αντιπολίτευση/πολιτική/προπαγάνδα. ~ό: γούστο/θέαμα/κουτσομπολιό/χιούμορ. ~οί: εντυπωσιασμοί. ~ά: αστεία/επιχειρήματα. Όλα αυτά είναι ~ές δικαιολογίες. Πβ. αναξιο-, μικρο-πρεπής.|| (στο ποδόσφαιρο) ~ό: γκολ (= κοροϊδίστικο). ● Υποκ.: φτηνούτσικος , η, ο ● επίρρ.: φτηνά ● ΣΥΜΠΛ.: φτηνό χρήμα βλ. χρήμα ● ΦΡ.: φτηνά τη γλίτωσα (προφ.): απέφυγα σοβαρότερες συνέπειες: Τράκαρε, αλλά ~ ~σε· έσπασε μόνο το χέρι του., ακριβός στα πίτουρα και φτηνός στ' αλεύρι βλ. ακριβός [< μεσν. φτηνός < μτγν. εὐθηνός ‘θαλερός, ακμαίος’] | |
| 55639 | φτιαγμένος | , η, ο φτιαγ-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει κατασκευαστεί, δημιουργηθεί: έπιπλα ~α από ξύλο. Ρούχα ~α στο χέρι (= χειροποίητα). Πώς είναι ~ο (= μαγειρεμένο) το κρέας; 2. (για πρόσ.) που έχει ταλέντο, έμφυτη κλίση σε κάτι: Είναι ~ νικητής/για επιτυχίες.|| Είναι ~οι ο ένας για τον άλλο (: είναι πολύ ταιριαστό ζευγάρι). Πβ. γεννημένος. 3. (για πρόσ.) που είναι εξασφαλισμένος κυρ. οικονομικά: Με τέτοιο σπίτι και αυτοκίνητο, ο τύπος πρέπει να είναι πολύ καλά ~. Πβ. τακτοποιημένος. 4. (για πρόσ.) που βρίσκεται σε έντονη ψυχική και συναισθηματική κατάσταση: Ήρθες ~ (= ορεξάτος) για καβγά; Πβ. εκνευρισμένος. 5. (για πρόσ.) που είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Πβ. μαστούρης. 6. (για μηχάνημα) που έχει υποστεί κάποια μετατροπή, βελτίωση: ~ο: αμάξι (= πειραγμένο). ● βλ. φτιάχνω | |
| 55640 | φτιάνω | βλ. φτιάχνω | |
| 55641 | φτιαξιά | φτια-ξιά ουσ. (θηλ.) & φτιασιά & (σπάν.) φτιάξη & φτιάση (λαϊκό) 1. σωματική κατασκευή, σωματότυπος· γενικότ. το σύνολο των ιδιαίτερων γνωρισμάτων κάποιου, χαρακτήρας: Είναι η ~ της τέτοια, που δεν μπορεί να αδυνατίσει εύκολα. Έχουν την ίδια ~. Πβ. κοψιά, σουλούπι.|| Είναι από τη ~ της πολύ δυναμική. 2. τρόπος κατασκευής, σύνθεσης: Φορέματα με την ίδια ~. | |
| 55642 | φτιάξιμο | φτιά-ξι-μο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. κατασκευή, δημιουργία: το ~ του κτιρίου (πβ. κτίσιμο). 2. παρασκευή: ~ του καφέ/ψωμιού. 3. τακτοποίηση, επιδιόρθωση: Το σπίτι θέλει ~ (πβ. σιάξιμο, συγύρισμα, συμμάζεμα). ~ των μαλλιών (βλ. βαφή, κόψιμο, περιποίηση).|| Πρέπει να πάω τον υπολογιστή για ~ (πβ. επισκευή). 4. καλλωπισμός, μακιγιάρισμα: Δεν μου αρέσει το πολύ ~ στις γυναίκες. Πβ. φτιασίδωμα. 5. κατάσταση κάποιου που βρίσκεται υπό την επήρεια ναρκωτικών. Πβ. μαστούρα. | |
| 55643 | φτιασίδι | φτια-σί-δι ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.} & (λαϊκό) φκιασίδι (προφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) 1. προϊόν μακιγιάζ συνήθ. για το πρόσωπο: Πασαλείβεται με ~ια. 2. (μτφ.) στολίδι: επικοινωνιακά ~ια. Αφήγηση/μυθιστόρημα χωρίς περιττά ~ια. Πβ. ψιμύθιο. Βλ. -ίδι. | |
| 55644 | φτιασίδωμα | φτια-σί-δω-μα ουσ. (ουδ.) {φτιασιδώμ-ατα} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του φτιασιδώνω: Είναι τόσο όμορφη που δεν έχει ανάγκη από ~ατα (βλ. βάψιμο, μακιγιάρισμα). Πβ. καλλωπισμός, φτιάξιμο.|| (μτφ.) Τα γεγονότα πρέπει να καταγράφονται χωρίς ~ατα (= στολίδια). Το ~ μιας κατάστασης (= εξωραϊσμός, ωραιοποίηση). | |
| 55645 | φτιασιδώνω | φτια-σι-δώ-νω ρ. (μτβ.) {φτιασίδω-σε, φτιασιδώ-θηκε, -μένος} (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. καλλωπίζω, μακιγιάρω: ~εται με τις ώρες για να βγει έξω (: στολίζεται, φτιάχνεται). ~μένο: πρόσωπο (ΑΝΤ. αφτιασίδωτο). 2. (μτφ.) ωραιοποιώ, εξωραΐζω: Το άρθρο παρουσιάζει τα πράγματα όπως είναι, χωρίς να τα ~ει. | |
| 55646 | φτιάχνω | φτιά-χνω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έφτια-ξα, φτιά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, φτιάχν-οντας} & (προφ.) φτιάνω & (λαϊκό) φκιάχνω 1. κατασκευάζω, δημιουργώ: ~ κοσμήματα/παιχνίδια. ~ει έπιπλα από μπαμπού. Τα παιδιά ~ξαν έναν χιονάνθρωπο.|| ~ μια ιστοσελίδα/μουσική (πβ. γράφω)/μια ταινία (πβ. γυρίζω, σκηνοθετώ). ~ σχέδια (= σχεδιάζω).|| Θέλουμε να ~ξουμε μια καλή ομάδα (πβ. συγκροτώ, σχηματίζω). ~ξαν σχολεία (πβ. κτίζω, οικοδομώ). ~ξαν τη δική τους επιχείρηση (πβ. ιδρύω). 2. παρασκευάζω, ετοιμάζω: ~ πρωινό. Να σου ~ξω (= ψήσω) ένα καφεδάκι; Τι καλό ~εις σήμερα (: τι μαγειρεύεις); Πώς ~ουμε τη ζύμη; Σου ~ξα το αγαπημένο σου γλυκό. Αυτό το τυρί ~εται από αγελαδινό γάλα.|| ~ τη λίστα με τους καλεσμένους. Φτιάξε τη βαλίτσα σου. 3. επινοώ, εφευρίσκω: ~ μια ιστορία/έναν νόμο/ένα σχέδιο. Δεν ~ξα εγώ τους κανόνες του παιχνιδιού. ~ (= πλάθω) καινούργιες λέξεις. 4. τακτοποιώ: ~ το δωμάτιο/σπίτι (πβ. καθαρίζω, συγυρίζω, συμμαζεύω). ~ το κρεβάτι μου (= στρώνω). Φτιάξε τη γραβάτα/τα ρούχα σου (πβ. ισιώνω). ~ τα μαλλιά (πβ. στρώνω)/τα νύχια (βλ. βάφω, κόβω, λιμάρω)/τα φρύδια μου. 5. επιδιορθώνω, επισκευάζω: ~ το αυτοκίνητο. Ήρθε ο τεχνίτης, για να (μας) ~ξει την τηλεόραση. ~ουμε το εξοχικό μας, γιατί είναι παλιό (πβ. ανακαινίζω). ΑΝΤ. χαλώ (1) 6. βελτιώνω ή βελτιώνομαι: Μου 'φτιαξες τη διάθεση/το κέφι. Πβ. ανεβάζω. ΑΝΤ. ρίχνω.|| Ο καιρός ~ει σιγά-σιγά. Τα πράγματα ~ξαν. Μακάρι να ~ξει η κατάσταση! Όλα θα ~ξουν, μην ανησυχείς (πβ. σιάζω). ΑΝΤ. επιδεινώνω, χειροτερεύω. 7. (προφ.) καταπιάνομαι: Όλο και κάτι ~ει, για να περνάει η ώρα του (: με κάτι ασχολείται). Πβ. καταγίνομαι. ● Παθ.: φτιάχνομαι (προφ.) 1. φροντίζω την εξωτερική μου εμφάνιση, καλλωπίζομαι: ~εται με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη (: στολίζεται, φτιασιδώνεται). Περιποιήσου τον εαυτό σου, φτιάξου λίγο. 2. αποκτώ περιουσία ή σημαντική κοινωνική θέση: Έκανε μία επιτυχία και ~χτηκε για όλη του τη ζωή (πβ. πλουτίζω). Οι γνωριμίες του τον βοήθησαν να ~χτεί. ΣΥΝ. πιάνω την καλή 3. κάνω κέφι, μεθώ: ~χτηκε με δύο ποτηράκια κρασί. Πβ. μερακλώνω. 4. (γενικότ.) βελτιώνεται η διάθεσή μου: ~ με την αγαπημένη μου μουσική/με την ομάδα μου. Πβ. ανεβαίνω. ΑΝΤ. πέφτω. 5. βρίσκομαι υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Πβ. τριπάρω. ΣΥΝ. μαστουρώνω (1) 6. διεγείρομαι, ερεθίζομαι σεξουαλικά. ● ΦΡ.: θα σε φτιάξω (εγώ): (απειλητ.) θα σε τιμωρήσω: ~ ~, έννοια σου! Πβ. κανονίζω, τακτοποιώ. ΣΥΝ. θα σου δείξω (εγώ), με φτιάχνει (κάποιος/κάτι) (μτφ.-προφ.) 1. με κάνει να αισθάνομαι όμορφα, μου βελτιώνει τη διάθεση: ~ ~εις (= με ανεβάζεις) με αυτά που μου λες.|| Το καλοκαίρι ~ ~. ΑΝΤ. με χαλάει/ρίχνει 2. με ερεθίζει σεξουαλικά. Πβ. ανάβω, φουντώνω. 3. με δυσαρεστεί, με εκνευρίζει: Άσε με ήσυχο! Μη ~ ~εις (= τσιτώνεις) βραδιάτικα!, τα φτιάχνω (με κάποιον) (μτφ.-προφ.) 1. συνάπτω ερωτικό δεσμό, κάνω σχέση: Τα 'φτιαξε με την κολλητή του. Εγώ ήμουν αυτή που τους τα έφτιαξε. Πβ. ζευγαρώνω, κάνω κατάσταση. ΑΝΤ. τα χαλάω (με κάποιον) 2. συμφιλιώνομαι: Τσακώθηκαν άσχημα, αλλά μετά από λίγες μέρες τα φτιάξανε., τι φτιάχνεις; (λαϊκό) 1. με τι ασχολείσαι;: ~ ~ απόψε; 2. πώς τα πας, πώς είσαι;. Πβ. τι κάνεις;, ζωγραφίζει/φτιάχνει αγγέλους βλ. άγγελος, κάνω/φτιάχνω κεφάλι βλ. κεφάλι, μου φτιάχνει/μου χαλάει τη μέρα βλ. μέρα ● βλ. φτιαγμένος [< μεσν. φτιάνω, φτειάνω < εὐθειάζω ‘ισιώνω’ – παλαιότ. ορθογρ. φτειάχνω] | |
| 55647 | φτιαχτός | , ή, ό φτια-χτός επίθ. (προφ.) 1. ψεύτικος, πλαστός: ~ή: συμπεριφορά (= προσποιητή). ~ές: κατηγορίες (= κατασκευασμένες). Το βιβλίο παρουσιάζει μια ~ή (= πλασματική) εικόνα της πραγματικότητας.|| Η γλώσσα του ποιητή είναι ιδιότυπη και ~ή. Τους διηγήθηκε μια ~ή ιστορία. Πβ. επινοημένος, φανταστικός.|| Το παιχνίδι ήταν ~ό (= προσυνεννοημένο, σικέ, στημένο). Πβ. επίπλαστος. 2. ΜΑΓΕΙΡ. χειροποίητος: Πίτα με ~ό φύλλο. ΑΝΤ. έτοιμο. ● επίρρ.: φτιαχτά | |
| 55649 | φτου | επιφών. 1. ως έκφραση θαυμασμού ή για να αποτραπεί το μάτιασμα: ~ σου, κοπελάρα/κούκλα/μάτια μου. Σκέτη γλύκα είναι το μωράκι σου, ~, ~, ~! 2. εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια για κάτι κακό ή αρνητικό: ~, ατυχία! ~ να πάρει (ο διάολος/η ευχή/η οργή), ξέχασα τα γενέθλιά του. 3. εκφράζει έντονη αποδοκιμασία, αποστροφή, περιφρόνηση: ~ σας, ξεφτιλισμένοι (= ντροπή σας)! 4. για να δηλωθεί ο ήχος που κάνει κάποιος όταν φτύνει. ● ΦΡ.: φτου και βγαίνω: (στο κρυφτό) για να δηλώσει αυτός που τα φυλάει ότι τελείωσε το μέτρημα: Πέντε, δέκα, δεκαπέντε ... ~ ~., φτου κακά! (οικ.) 1. για αποτροπή ματιάσματος ή κακού: ~ ~, μακριά από εμάς! Βλ. χτύπα/να χτυπήσω ξύλο! 2. λέγεται σε μικρό παιδί για να φτύσει από το στόμα του κάτι που έβαλε και είναι συνήθ. βρόμικο ή επικίνδυνο. 3. εκφράζει δυσαρέσκεια για κάτι κακό που λέει κάποιος: Τι λέξεις είναι αυτές που λες, ~ ~!, φτου κι απ' την αρχή!: έκφραση απογοήτευσης για διαδικασία που πρέπει να ξαναρχίσει μετά από κάποια παύση ή να επαναληφθεί εκ νέου: Τέλειωσαν οι διακοπές και τώρα ~ ~! Διάβαζε όλο τον χρόνο αλλά απέτυχε στις εξετάσεις. Άντε ~ ~!, φτου (σου), να μη σε ματιάσω! βλ. ματιάζω, φτου σκόρδα/σκόρδο! βλ. σκόρδο, φτου σκουληκομυρμηγκότρυπα βλ. σκουληκομυρμηγκότρυπα, φτύνω τον κόρφο μου βλ. κόρφος [< λ. ηχομιμητ., πβ. φτύνω] | |
| 55650 | φτουράει | φτου-ρά-ει ρ. (αμτβ.) {-άν(ε) | φτούρ-ησε, -ήσει} & φτουρά (λαϊκό, συνήθ. με άρνηση) 1. διαρκεί, αντέχει: Δεν ~ησε (= κράτησε) ο γάμος/έρωτάς τους.|| (για πρόσ.) Ο παίκτης δεν ~ησε τελικά στην ομάδα (: δεν έμεινε για πολύ καιρό). 2. (για ποσότητα) επαρκεί: Το χαρτζιλίκι δεν ~ (= δεν αρκεί, φτάνει). 3. αξίζει: Το αμάξι του δεν ~ μία μπροστά στο δικό μου (πβ. δεν πιάνει μία). Δεν ~ ως δικηγόρος. Τι να ~ήσει μπροστά σου αυτός (= είναι πολύ κατώτερος)! [< ίσως λατ. obduro] | |
| 55651 | φτυάρι | φτυά-ρι ουσ. (ουδ.) {φτυαρ-ιού} 1. εργαλείο χειρός με μακριά λαβή στην οποία στερεώνεται πλατιά συνήθ. μεταλλική επιφάνεια, που χρησιμοποιείται για μετατόπιση διαφόρων υλικών, κυρ. χώματος: ~ κήπου.|| ~ φούρνου/χιονιού.|| Μηχανικά ~ια (= σκαπτικά μηχανήματα). Βλ. πατόφτυαρο. 2. (μτφ.-προφ.) θάψιμο, κουτσομπολιό: Όποτε βγαίνουν για καφέ πέφτει ~.|| (συνεκδ., για πρόσ.) Είναι μεγάλο ~ (= κουτσομπόλης). ● Υποκ.: φτυαράκι (το) [< μεσν. φτυάρι < μτγν. πτυάριον < αρχ. πτύον] | |
| 55652 | φτυαριά | φτυα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ενέργεια της μεταφοράς υλικού με φτυάρι· συνεκδ. η ποσότητα που χωρά σε αυτό: Ρίξτε μερικές ~ιές, για να τελειώσουμε γρήγορα.|| Μια ~ χώμα. 2. χτύπημα με φτυάρι: Έφαγε μια ~ στην πλάτη. | |
| 55653 | φτυαρίζω | φτυα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {φτυάρι-σα} 1. μεταφέρω υλικό με το φτυάρι: ~ την άμμο/το χιόνι/το χώμα. Ο εργάτης ~ει το κάρβουνο. 2. (μτφ.-προφ.) κακολογώ κάποιον: Ο ένας ~ει (= θάβει) τον άλλο σ' αυτή την παρέα. Πβ. κουτσομπολεύω. | |
| 55654 | φτυάρισμα | φτυά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του φτυαρίζω: ~ του χιονιού. | |
| 55655 | φτύμα | βλ. πτύσμα | |
| 55656 | φτύνω | φτύ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφτυ-σα, φτύ-σω, -σμένος, φτύν-οντας} 1. εκτοξεύω σάλιο ή άλλο υγρό από το στόμα μου, συνήθ. προς ορισμένη κατεύθυνση: Είναι κρυωμένος και ~ει φλέγματα.|| ~ τα κουκούτσια. Φτύσε επιτέλους την τσίχλα! Δοκίμασε το φαΐ και, αν δεν σου αρέσει, φτύσ' το!|| ~ει στον δρόμο/κάτω. Τον ~σε κατάμουτρα/στο πρόσωπο. Πβ. πτύω. 2. (μτφ.-προφ.) αδιαφορώ για κάποιον, τον περιφρονώ, δείχνω την απέχθειά μου προς αυτόν: Σου είπα να με πάρεις τηλέφωνο, αλλά με ~σες. ~σε την παρέα του και έφυγε. Μας έχει ~σμένους από τότε που έμπλεξε μαζί της. (για ερωτική αδιαφορία:) Του αρέσει πολύ η φίλη μου, αλλά αυτή τον ~ει.|| Αν τον δω μπροστά μου, θα τον ~σω! 3. για να αποφευχθεί η βασκανία, το μάτιασμα: Φτύσε με, μη με ματιάσεις! ● ΦΡ.: (δεν αξίζει) ούτε να τον φτύσεις!: για να δηλωθεί πλήρης απαξίωση προς ένα άτομο., να με φτύσεις/φτύσετε! (μτφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αποκλείεται να γίνει: Αν ξαναπατήσω εδώ μέσα, ~ ~!, τα φτύνω ΣΥΝ. τα παίζω (μτφ.) 1. (για πρόσ.) κουράζομαι υπερβολικά, εξουθενώνομαι: Θέλω να καθίσω λίγο, γιατί τα 'χω ~σει. Πβ. κλατάρω. 2. (για μηχάνημα, συσκευή) παύω να λειτουργώ, χαλώ: Ο σκληρός δίσκος/υπολογιστής τα 'χει ~σει. Το κινητό μου τα 'φτυσε., γλείφει εκεί που έφτυνε βλ. γλείφω, φτύνω αίμα βλ. αίμα, φτύνω τον κόρφο μου βλ. κόρφος [< μεσν. φτύνω < αρχ. πτύω] | |
| 55657 | φτυσιά | φτυ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σάλιο που αποβάλλεται από το στόμα κατά το φτύσιμο: Του έριξε μια ~ στα μούτρα. Πβ. ροχάλα, χλέπα. ΣΥΝ. πτύσμα | |
| 55658 | φτύσιμο | φτύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια του φτύνω. 2. (μτφ.-προφ.) περιφρόνηση, αδιαφορία προς κάποιον: Τον έχει στο ~ (= τον περιφρονεί). Ο τύπος είναι για ~. Της ζήτησε να βγουν ραντεβού, αλλά έφαγε ~. Τον τελευταίο καιρό μου ρίχνει πολύ ~ (: δεν μου δίνει καθόλου σημασία). Πβ. γείωμα, γράψιμο. ● ΦΡ.: δεν είναι ούτε για φτύσιμο (προφ.): για κάποιον ή κάτι που δεν αξίζει ούτε την περιφρόνησή μας. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ