Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56140-56160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55651φτυάριφτυά-ρι ουσ. (ουδ.) {φτυαρ-ιού} 1. εργαλείο χειρός με μακριά λαβή στην οποία στερεώνεται πλατιά συνήθ. μεταλλική επιφάνεια, που χρησιμοποιείται για μετατόπιση διαφόρων υλικών, κυρ. χώματος: ~ κήπου.|| ~ φούρνου/χιονιού.|| Μηχανικά ~ια (= σκαπτικά μηχανήματα). Βλ. πατόφτυαρο. 2. (μτφ.-προφ.) θάψιμο, κουτσομπολιό: Όποτε βγαίνουν για καφέ πέφτει ~.|| (συνεκδ., για πρόσ.) Είναι μεγάλο ~ (= κουτσομπόλης). ● Υποκ.: φτυαράκι (το) [< μεσν. φτυάρι < μτγν. πτυάριον < αρχ. πτύον]
55652φτυαριάφτυα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. η ενέργεια της μεταφοράς υλικού με φτυάρι· συνεκδ. η ποσότητα που χωρά σε αυτό: Ρίξτε μερικές ~ιές, για να τελειώσουμε γρήγορα.|| Μια ~ χώμα. 2. χτύπημα με φτυάρι: Έφαγε μια ~ στην πλάτη.
55653φτυαρίζωφτυα-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {φτυάρι-σα} 1. μεταφέρω υλικό με το φτυάρι: ~ την άμμο/το χιόνι/το χώμα. Ο εργάτης ~ει το κάρβουνο. 2. (μτφ.-προφ.) κακολογώ κάποιον: Ο ένας ~ει (= θάβει) τον άλλο σ' αυτή την παρέα. Πβ. κουτσομπολεύω.
55654φτυάρισμαφτυά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια του φτυαρίζω: ~ του χιονιού.
55655φτύμαβλ. πτύσμα
55656φτύνωφτύ-νω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έφτυ-σα, φτύ-σω, -σμένος, φτύν-οντας} 1. εκτοξεύω σάλιο ή άλλο υγρό από το στόμα μου, συνήθ. προς ορισμένη κατεύθυνση: Είναι κρυωμένος και ~ει φλέγματα.|| ~ τα κουκούτσια. Φτύσε επιτέλους την τσίχλα! Δοκίμασε το φαΐ και, αν δεν σου αρέσει, φτύσ' το!|| ~ει στον δρόμο/κάτω. Τον ~σε κατάμουτρα/στο πρόσωπο. Πβ. πτύω. 2. (μτφ.-προφ.) αδιαφορώ για κάποιον, τον περιφρονώ, δείχνω την απέχθειά μου προς αυτόν: Σου είπα να με πάρεις τηλέφωνο, αλλά με ~σες. ~σε την παρέα του και έφυγε. Μας έχει ~σμένους από τότε που έμπλεξε μαζί της. (για ερωτική αδιαφορία:) Του αρέσει πολύ η φίλη μου, αλλά αυτή τον ~ει.|| Αν τον δω μπροστά μου, θα τον ~σω! 3. για να αποφευχθεί η βασκανία, το μάτιασμα: Φτύσε με, μη με ματιάσεις! ● ΦΡ.: (δεν αξίζει) ούτε να τον φτύσεις!: για να δηλωθεί πλήρης απαξίωση προς ένα άτομο., να με φτύσεις/φτύσετε! (μτφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί ότι κάτι αποκλείεται να γίνει: Αν ξαναπατήσω εδώ μέσα, ~ ~!, τα φτύνω ΣΥΝ. τα παίζω (μτφ.) 1. (για πρόσ.) κουράζομαι υπερβολικά, εξουθενώνομαι: Θέλω να καθίσω λίγο, γιατί τα 'χω ~σει. Πβ. κλατάρω. 2. (για μηχάνημα, συσκευή) παύω να λειτουργώ, χαλώ: Ο σκληρός δίσκος/υπολογιστής τα 'χει ~σει. Το κινητό μου τα 'φτυσε., γλείφει εκεί που έφτυνε βλ. γλείφω, φτύνω αίμα βλ. αίμα, φτύνω τον κόρφο μου βλ. κόρφος [< μεσν. φτύνω < αρχ. πτύω]
55657φτυσιάφτυ-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): σάλιο που αποβάλλεται από το στόμα κατά το φτύσιμο: Του έριξε μια ~ στα μούτρα. Πβ. ροχάλα, χλέπα. ΣΥΝ. πτύσμα
55658φτύσιμοφτύ-σι-μο ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια του φτύνω. 2. (μτφ.-προφ.) περιφρόνηση, αδιαφορία προς κάποιον: Τον έχει στο ~ (= τον περιφρονεί). Ο τύπος είναι για ~. Της ζήτησε να βγουν ραντεβού, αλλά έφαγε ~. Τον τελευταίο καιρό μου ρίχνει πολύ ~ (: δεν μου δίνει καθόλου σημασία). Πβ. γείωμα, γράψιμο. ● ΦΡ.: δεν είναι ούτε για φτύσιμο (προφ.): για κάποιον ή κάτι που δεν αξίζει ούτε την περιφρόνησή μας.
55659φτύσμαβλ. πτύσμα
55660φτυστός, ή, ό φτυ-στός επίθ.: που έχει απόλυτη ομοιότητα με κάποιον άλλο: Είναι ~ ο παππούς/πατέρας του. Πβ. τάλε κουάλε. ΣΥΝ. απαράλλαχτος, ολόιδιος (1) ● επίρρ.: φτυστά: του μοιάζει ~.
55661φτωχαδάκιφτω-χα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): φτωχός. ΑΝΤ. λεφτάς [< μεσν. πτωχαδάκι]
55662φτωχαίνωφτω-χαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φτώχ-υνε, φτωχαίν-οντας, πτωχευ-μένος} & (λόγ.) πτωχαίνω 1. γίνομαι φτωχός· σπάν. κάνω κάποιον φτωχό: ~μένα: νοικοκυριά. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ~υνε τα τελευταία χρόνια.|| Οι αδέξιοι χειρισμοί ~υναν την επιχείρηση (= την οδήγησαν στην πτώχευση). ΑΝΤ. πλουτίζω (1) 2. (μτφ.) αποδυναμώνομαι, περιορίζομαι· σπάν. εξασθενίζω, υποβαθμίζω: Το ζωικό βασίλειο ~ει με γρήγορους ρυθμούς. ~υνε η χώρα με τον θάνατό του.|| Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση ξένων λέξεων ~ει τη γλώσσα. [< μεσν. φτωχαίνω, πτωχαίνω]
55663φτώχειαφτώ-χεια ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φτώχια & (λόγ.) πτωχεία ΑΝΤ. πλούτος 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια ή παντελή έλλειψη χρημάτων και υλικών μέσων για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών: ακραία/γενικευμένη/παγκόσμια/παιδική ~. ~ και περιθωριοποίηση. Η απειλή/τα θύματα/ο κίνδυνος/το φάσμα της ~ας. Διαιώνιση/εξάλειψη/καταπολέμηση/μείωση της ~ας. Αγώνας/εκστρατεία/μάχη κατά της ~ας. Η ~ θερίζει/μαστίζει τον τόπο. Η ~ πλήττει εκατομμύρια πολίτες. Το επίπεδο/ποσοστό της ~ας παραμένει υψηλό. Έζησε σε συνθήκες ~ας/(μες) στη ~. Αύξηση σημείωσε ο δείκτης ~ας. Η χώρα έχει γνωρίσει/περάσει μεγάλες ~ες. (προφ.) Άτιμη/καταραμένη ~! (επιτατ.) ~ και των γονέων (= απερίγραπτη, μεγάλη)! Πβ. ανημποριά, απορία, πενιχρότητα, στέρηση. Βλ. ευμάρεια. ΣΥΝ. ανέχεια, ένδεια (1) 2. (μτφ.) έλλειψη επάρκειας: πνευματική ~. ~ της γλώσσας/των ιδεών.|| Ενεργειακή ~. ΣΥΝ. πενία ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών του αναγκών. [< αγγλ. absolute poverty] , σχετική φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου επαρκεί μόνο για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών. [< αγγλ. relative poverty] ● ΦΡ.: η φτώχεια φέρνει γκρίνια & όπου φτώχεια και γκρίνια (παροιμ.): η άσχημη οικονομική κατάσταση προκαλεί καβγάδες., όριο/(σπανιότ.) επίπεδο της φτώχειας: το εισόδημα που εκτιμάται ότι είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών: μισθοί/συντάξεις στα ~α ~. Βρίσκονται/είναι κάτω από τo ~ ~. Έχουν φτάσει στα ~α ~. [< αγγλ. poverty line, 1901, poverty level] , τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (παροιμ.): είναι ανούσια και περιττά: Δεν θα πω τίποτα άλλο· ~ ~. Λοιπόν, ~ ~, ας πάμε κατευθείαν στο θέμα. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι, το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν. Βλ. μακρηγορία, πλατειασμός, πολυλογία., η φτώχεια θέλει καλοπέραση βλ. καλοπέραση, όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα
55664φτώχεμαφτώ-χε-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του φτωχαίνω: το ~ του λαού. Βλ. πτώχευση.|| (μτφ.) ~ της σκέψης. [< μεσν. πτώχεμα]
55665φτωχικόφτω-χι-κό ουσ. (ουδ.) 1. (οικ., συνήθ. σε ένδειξη μετριοφροσύνης) σπίτι, σπιτικό: Έλα να σε κεράσω κάτι/κόπιασε στο ~ μου! 2. (σπανιότ.) φτωχόσπιτο. ΑΝΤ. αρχοντικό (1)
55666φτωχικός, ή, ό φτω-χι-κός επίθ. & (λόγ.) πτωχικός: που χαρακτηρίζεται από φτώχεια ή σχετίζεται με τον φτωχό: ~ή: ζωή/καλύβα/οικογένεια. ~ό: διαμέρισμα/σπίτι (= φτωχόσπιτο)/χωριό. ~ές: γειτονιές (= φτωχογειτονιές)/συνοικίες (= φτωχοσυνοικίες). ~ά: ρούχα. Το γεύμα ήταν ~ό (= λιγοστό, πενιχρό. ΑΝΤ. πλουσιοπάροχο). Πέρασε ~ά παιδικά χρόνια. ● επίρρ.: φτωχικά [< αρχ. πτωχικός, μεσν. φτωχικός]
55667φτωχο- & φτωχό- & φτωχ-: α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στη φτώχεια ή τους φτωχούς: φτωχό-παιδο/~σπιτο.|| Φτωχο-γειτονιά.|| Φτωχ-αδάκι.
55668φτωχογειτονιάφτω-χο-γει-το-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): γειτονιά που κατοικείται από φτωχούς ανθρώπους. Πβ. φτωχοσυνοικία. Βλ. φαβέλα. ΣΥΝ. φτωχομαχαλάς
55669φτωχοδιάβολοςφτω-χο-διά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): περιθωριακός των μεγαλουπόλεων, μικροαπατεώνας που ζει στην εξαθλίωση και προσπαθεί να επιβιώσει κινούμενος στα όρια της παρανομίας. Πβ. παρίας. Βλ. λούμπεν.
55670φτωχοκομείοβλ. πτωχοκομείο

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.