| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55659 | φτύσμα | βλ. πτύσμα | |
| 55660 | φτυστός | , ή, ό φτυ-στός επίθ.: που έχει απόλυτη ομοιότητα με κάποιον άλλο: Είναι ~ ο παππούς/πατέρας του. Πβ. τάλε κουάλε. ΣΥΝ. απαράλλαχτος, ολόιδιος (1) ● επίρρ.: φτυστά: του μοιάζει ~. | |
| 55661 | φτωχαδάκι | φτω-χα-δά-κι ουσ. (ουδ.) (οικ.): φτωχός. ΑΝΤ. λεφτάς [< μεσν. πτωχαδάκι] | |
| 55662 | φτωχαίνω | φτω-χαί-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φτώχ-υνε, φτωχαίν-οντας, πτωχευ-μένος} & (λόγ.) πτωχαίνω 1. γίνομαι φτωχός· σπάν. κάνω κάποιον φτωχό: ~μένα: νοικοκυριά. Μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού ~υνε τα τελευταία χρόνια.|| Οι αδέξιοι χειρισμοί ~υναν την επιχείρηση (= την οδήγησαν στην πτώχευση). ΑΝΤ. πλουτίζω (1) 2. (μτφ.) αποδυναμώνομαι, περιορίζομαι· σπάν. εξασθενίζω, υποβαθμίζω: Το ζωικό βασίλειο ~ει με γρήγορους ρυθμούς. ~υνε η χώρα με τον θάνατό του.|| Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι η υιοθέτηση ξένων λέξεων ~ει τη γλώσσα. [< μεσν. φτωχαίνω, πτωχαίνω] | |
| 55663 | φτώχεια | φτώ-χεια ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φτώχια & (λόγ.) πτωχεία ΑΝΤ. πλούτος 1. κατάσταση που χαρακτηρίζεται από ανεπάρκεια ή παντελή έλλειψη χρημάτων και υλικών μέσων για την κάλυψη στοιχειωδών αναγκών: ακραία/γενικευμένη/παγκόσμια/παιδική ~. ~ και περιθωριοποίηση. Η απειλή/τα θύματα/ο κίνδυνος/το φάσμα της ~ας. Διαιώνιση/εξάλειψη/καταπολέμηση/μείωση της ~ας. Αγώνας/εκστρατεία/μάχη κατά της ~ας. Η ~ θερίζει/μαστίζει τον τόπο. Η ~ πλήττει εκατομμύρια πολίτες. Το επίπεδο/ποσοστό της ~ας παραμένει υψηλό. Έζησε σε συνθήκες ~ας/(μες) στη ~. Αύξηση σημείωσε ο δείκτης ~ας. Η χώρα έχει γνωρίσει/περάσει μεγάλες ~ες. (προφ.) Άτιμη/καταραμένη ~! (επιτατ.) ~ και των γονέων (= απερίγραπτη, μεγάλη)! Πβ. ανημποριά, απορία, πενιχρότητα, στέρηση. Βλ. ευμάρεια. ΣΥΝ. ανέχεια, ένδεια (1) 2. (μτφ.) έλλειψη επάρκειας: πνευματική ~. ~ της γλώσσας/των ιδεών.|| Ενεργειακή ~. ΣΥΝ. πενία ● ΣΥΜΠΛ.: απόλυτη φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου δεν επαρκεί για την κάλυψη των βασικών βιοτικών του αναγκών. [< αγγλ. absolute poverty] , σχετική φτώχεια: κατάσταση κατά την οποία το εισόδημα ενός ανθρώπου επαρκεί μόνο για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών. [< αγγλ. relative poverty] ● ΦΡ.: η φτώχεια φέρνει γκρίνια & όπου φτώχεια και γκρίνια (παροιμ.): η άσχημη οικονομική κατάσταση προκαλεί καβγάδες., όριο/(σπανιότ.) επίπεδο της φτώχειας: το εισόδημα που εκτιμάται ότι είναι αναγκαίο για την κάλυψη των βασικών αναγκών: μισθοί/συντάξεις στα ~α ~. Βρίσκονται/είναι κάτω από τo ~ ~. Έχουν φτάσει στα ~α ~. [< αγγλ. poverty line, 1901, poverty level] , τα πολλά λόγια είναι φτώχεια (παροιμ.): είναι ανούσια και περιττά: Δεν θα πω τίποτα άλλο· ~ ~. Λοιπόν, ~ ~, ας πάμε κατευθείαν στο θέμα. Πβ. η σιωπή είναι χρυσός, τα λίγα λόγια ζάχαρη και τα καθόλου μέλι, το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν. Βλ. μακρηγορία, πλατειασμός, πολυλογία., η φτώχεια θέλει καλοπέραση βλ. καλοπέραση, όταν η φτώχεια μπαίνει απ' την πόρτα, ο έρωτας φεύγει απ' το παράθυρο βλ. πόρτα | |
| 55664 | φτώχεμα | φτώ-χε-μα ουσ. (ουδ.) (σπάν.-προφ.): η ενέργεια και κυρ. το αποτέλεσμα του φτωχαίνω: το ~ του λαού. Βλ. πτώχευση.|| (μτφ.) ~ της σκέψης. [< μεσν. πτώχεμα] | |
| 55665 | φτωχικό | φτω-χι-κό ουσ. (ουδ.) 1. (οικ., συνήθ. σε ένδειξη μετριοφροσύνης) σπίτι, σπιτικό: Έλα να σε κεράσω κάτι/κόπιασε στο ~ μου! 2. (σπανιότ.) φτωχόσπιτο. ΑΝΤ. αρχοντικό (1) | |
| 55666 | φτωχικός | , ή, ό φτω-χι-κός επίθ. & (λόγ.) πτωχικός: που χαρακτηρίζεται από φτώχεια ή σχετίζεται με τον φτωχό: ~ή: ζωή/καλύβα/οικογένεια. ~ό: διαμέρισμα/σπίτι (= φτωχόσπιτο)/χωριό. ~ές: γειτονιές (= φτωχογειτονιές)/συνοικίες (= φτωχοσυνοικίες). ~ά: ρούχα. Το γεύμα ήταν ~ό (= λιγοστό, πενιχρό. ΑΝΤ. πλουσιοπάροχο). Πέρασε ~ά παιδικά χρόνια. ● επίρρ.: φτωχικά [< αρχ. πτωχικός, μεσν. φτωχικός] | |
| 55667 | φτωχο- & φτωχό- & φτωχ- | : α' συνθετικό λέξεων που αναφέρονται στη φτώχεια ή τους φτωχούς: φτωχό-παιδο/~σπιτο.|| Φτωχο-γειτονιά.|| Φτωχ-αδάκι. | |
| 55668 | φτωχογειτονιά | φτω-χο-γει-το-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): γειτονιά που κατοικείται από φτωχούς ανθρώπους. Πβ. φτωχοσυνοικία. Βλ. φαβέλα. ΣΥΝ. φτωχομαχαλάς | |
| 55669 | φτωχοδιάβολος | φτω-χο-διά-βο-λος ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.): περιθωριακός των μεγαλουπόλεων, μικροαπατεώνας που ζει στην εξαθλίωση και προσπαθεί να επιβιώσει κινούμενος στα όρια της παρανομίας. Πβ. παρίας. Βλ. λούμπεν. | |
| 55670 | φτωχοκομείο | βλ. πτωχοκομείο | |
| 55671 | φτωχοκόριτσο | φτω-χο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κορίτσι από φτωχή οικογένεια. Βλ. φτωχόπαιδο. ΑΝΤ. πλουσιοκόριτσο | |
| 55672 | φτωχολογιά | φτω-χο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φτωχολόι (το) (παλαιότ.-λαϊκό-περιληπτ.): οι φτωχοί: τραγούδια για τη ~. Βλ. αρχοντολόι, -λογιά. [< μεσν. φτωχολογία] | |
| 55673 | φτωχομάνα | φτω-χο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πόλη, περιοχή που συγκεντρώνει τους οικονομικά ασθενέστερους. Βλ. -μάνα. | |
| 55674 | φτωχομαχαλάς | φτω-χο-μα-χα-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): φτωχογειτονιά. Πβ. φτωχοσυνοικία. | |
| 55675 | φτωχομπινές | φτω-χο-μπι-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): αυτός που δεν έχει ή δεν διαθέτει χρήματα: Θέλει και αμαξάρα ο ~! | |
| 55676 | φτωχοντυμένος | , η, ο φτω-χο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που φορά φτωχικά ρούχα. Βλ. ρακένδυτος. | |
| 55677 | φτωχόπαιδο | φτω-χό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παιδί, αγόρι από φτωχή οικογένεια. Βλ. φτωχοκόριτσο, -παιδο. ΑΝΤ. πλουσιόπαιδο | |
| 55678 | φτωχοποίηση | φτω-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πτωχοποίηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φτωχοποιώ: απόλυτη ~. ~ των εργαζομένων/του λαού/των λαών/της μεσαίας τάξης/των συνταξιούχων. Οικονομική κρίση, ανεργία, λιτότητα και ~. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. pauperization, γαλλ. paupérisation, 1842] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ