| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55679 | φτωχοποιώ | [φτωχοποιῶ] φτω-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {φτωχοποι-εί | φτωχοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): οδηγώ ένα κοινωνικό σύνολο σε σημαντική πτώση του βιοτικού του επιπέδου: Οικονομική πολιτική που ~εί τη χώρα. ~ούνται τα μεσαία στρώματα. Η κοινωνία ~ήθηκε. ~ημένος: λαός. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. pauperize, 1806, γαλλ. paupériser, 1863] | |
| 55680 | φτωχός | , ή/ιά, ό φτω-χός επίθ. {φτωχότ-ερος, -ατος} & (λόγ.) πτωχός 1. που δεν έχει αρκετά χρήματα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών του αναγκών: ~οί: αγρότες/εργαζόμενοι/μεροκαματιάρηδες/μετανάστες. Πέθανε ~. Προέρχεται από ~ή οικογένεια.|| (ως ουσ.) Έρανος για τους ~ούς της ενορίας. Προστάτης των ~ών.|| ~ή: γειτονιά (= φτωχογειτονιά· πβ. φτωχικός). ~ό: κράτος. ~ές: περιοχές/συνοικίες (= φτωχοσυνοικίες)/τάξεις/χώρες. ~ά: λαϊκά στρώματα/νοικοκυριά. Βλ. φιλόπτωχος.|| (μτφ.) ~ερη η Ελλάδα/η τέχνη μετά τον χαμό του ... Πβ. άπορος, ενδεής. ΑΝΤ. εύπορος, πλούσιος (1) 2. (μτφ.) που παρουσιάζει ελλείψεις, ανεπαρκής: ~ή: απόδοση (της ομάδας)/διατροφή/δικαιολογία/μνήμη/σοδειά/συγκομιδή. ~ή: ποιότητα (ζωής). ~ό: λεξιλόγιο/μυαλό/περιβάλλον. ~ές: γνώσεις/επιδόσεις. ~ά: αποτελέσματα (= μηδαμινά)/μέσα (= πενιχρά). Έδαφος ~ό σε ορυκτά. Δίαιτα ~ή σε κορεσμένα λιπαρά/σε νάτριο. Τροφές ~ές σε βιταμίνες. Το ματς ήταν ~ό σε θέαμα. Το γεύμα ήταν πολύ ~ό. Η ταινία είχε ~ό σενάριο. Πβ. ελλιπής.|| Τα λόγια είναι ~ά, για να περιγράψουν αυτό που νιώθω. ΑΝΤ. άφθονος, πλούσιος (2) 3. (μτφ.) που φανερώνει έλλειψη οικονομικών πόρων, ευτελής: ~ό: δώρο/ξενοδοχείο/σπίτι (πβ. φτωχικό). ~ά: ρούχα. Πβ. μίζερος. 4. (συνήθ. σε επιφωνηματικές εκφράσεις ή ερωτήσεις) αξιολύπητος, δύστυχος: ~ή: καρδιά.|| (ως ουσ.) Τι να κάνω/πω ο ~; Βρε τον ~ό, τι έπαθε! Πβ. άμοιρος, έρημος, καημένος, κακομοίρης. ● Υποκ.: φτωχούλης , α, -ικο/-ι, φτωχούτσικος , η, ο ● επίρρ.: φτωχά ● ΣΥΜΠΛ.: φτωχός συγγενής βλ. συγγενής ● ΦΡ.: μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι (ΚΔ) (συχνά ειρων.): για άτομα που αγνοούν πολλά πράγματα ή έχουν χαμηλή νοημοσύνη., όπου φτωχός κι η μοίρα του (παροιμ.): έκφραση που λέγεται όταν μια νέα συμφορά πλήττει κάποιον ήδη δυστυχή: Πρώτα χρεοκόπησε και μετά έχασε το παιδί του· ~ ~. Βλ. ενός κακού μύρια έπονται., θα γυρίσει ο τροχός, θα χορτάσει κι ο φτωχός βλ. χορταίνω [< μεσν. φτωχός < αρχ. πτωχός] | |
| 55681 | φτωχόσπιτο | φτω-χό-σπι-το ουσ. (ουδ.): φτωχικό σπίτι. Πβ. φτωχικό. ΑΝΤ. πλουσιόσπιτο | |
| 55682 | φτωχοσυνοικία | φτω-χο-συ-νοι-κί-α ουσ. (θηλ.): συνοικία στην οποία διαμένουν φτωχοί. Πβ. φτωχο-γειτονιά, -μαχαλάς. | |
| 55683 | φυγάδευση | φυ-γά-δευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φυγαδεύω: επιχείρηση/σχέδιο ~ης. Οι συνεργάτες του κακοποιού οργάνωσαν τη ~ή του.|| (μτφ.) ~ κεφαλαίων. [< μεσν. φυγάδευσις ‘εξορία’] | |
| 55684 | φυγαδεύω | φυ-γα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {φυγάδευ-σε (προφ.) φυγάδεψε, φυγαδεύ-σει (προφ.) φυγαδέψει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. εξασφαλίζω σε κάποιον τη δυνατότητα απόδρασης, αποφυγής σύλληψης, διαφυγής: Κατηγορείται ότι ~σε φονιά. Ο τραγουδιστής ~τηκε από την πίσω πόρτα. 2. (μτφ.) απομακρύνω κάτι κρυφά ή παράνομα από το μέρος στο οποίο βρίσκεται ή φυλάσσεται: ~σε τα κεφάλαιά του στο εξωτερικό. Συμμορία αρχαιοκάπηλων ~ε πολύτιμα αρχαία αντικείμενα σε ξένες χώρες. [< αρχ. φυγαδεύω ‘εξορίζω’] | |
| 55685 | φυγάς | φυ-γάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ά κ. άδα (λόγ.) -άδος | -άδες} (λόγ.) & (σπάν.) φυγάδας: πρόσωπο που διαφεύγει τη σύλληψη ή εγκαταλείπει τον τόπο του, επειδή διώκεται: πολιτικοί ~άδες. Οι ~άδες του εμφυλίου. Βλ. δραπέτης. [< αρχ. φυγάς ‘εξόριστος, πρόσφυγας’, γαλλ. fugitif] | |
| 55686 | φυγή | φυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. βιαστική αποχώρηση, συνήθ. εξαιτίας κινδύνου: Τον ανάγκασε σε ~ (: τον κλέφτη). Ο στρατός υποχρεώθηκε σε άτακτη ~ (= υποχώρηση).|| (εμφατ.) Μαζική ~ (= έξοδος) για τις καλοκαιρινές διακοπές. Βλ. κατα~, προσ~. 2. μεταφορά συνήθ. χρηματικών ποσών σε ξένη χώρα: ~ των καταθέσεων/κεφαλαίων στο εξωτερικό. 3. (μτφ.) απομάκρυνση από δυσάρεστη κατάσταση: ~ από την καθημερινότητα/την πραγματικότητα/τα προβλήματα. Έχει τάσεις ~ής. Πβ. απόδραση, δια~, διέξοδος. 4. ΜΟΥΣ. φούγκα. ● ΣΥΜΠΛ.: η τέχνη της φυγής: παρκούρ. ● ΦΡ.: τρέπω σε φυγή (κάποιον) βλ. τρέπω [< 1: αρχ. φυγή] | |
| 55687 | φυγο- & φυγό- | (λόγ.): πρόθημα που δηλώνει απομάκρυνση, αποφυγή, άρνηση: φυγό-κεντρος.|| Φυγο-δικία.|| (κυρ. μτφ.) Φυγό-μαχος. Φυγο-πονώ.|| Φυγό-στρατος. | |
| 55688 | φυγοδικία | φυ-γο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκούσια απουσία του κατηγορουμένου από το δικαστήριο κατά την ημέρα και ώρα εκδίκασης της υπόθεσής του. [< μεσν. φυγοδικία 'αποφυγή της δίκης'] | |
| 55690 | φυγοδικώ | [φυγοδικῶ] φυ-γο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {φυγοδικ-εί ..., -ώντας | φυγοδίκ-ησε, -ήσει}: ΝΟΜ. είμαι φυγόδικος: Ο καταζητούμενος ~εί εδώ και τρία χρόνια/στο εξωτερικό. [< αρχ. φυγοδικῶ] | |
| 55691 | φυγοκεντρικός | , ή, ό φυ-γο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό, συσκευή) που λειτουργεί με βάση τη φυγόκεντρο δύναμη: ~ός: ανεμιστήρας/απορροφητήρας (κουζίνας)/αποχυμωτής/διαχωριστής/συμπλέκτης. ~ή: αντλία. ~ό: φίλτρο. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: φυγοκεντρικά [< γαλλ. centrifuge] | |
| 55692 | φυγοκέντριση | φυ-γο-κέ-ντρι-ση ουσ. (θηλ.) & φυγοκέντρηση: ΦΥΣ. διαδικασία διαχωρισμού στερεών ή υγρών ουσιών διαφορετικής μάζας ή πυκνότητας μέσω της γρήγορης περιστροφής τους, με την άσκηση φυγόκεντρης δύναμης. [< γαλλ. centrifugation] | |
| 55693 | φυγόκεντρος | , η/ος, ο φυ-γό-κε-ντρος επίθ. & (σπάν.) κεντρόφυγος 1. ΦΥΣ. που είναι αποτέλεσμα της φυγόκεντρης δύναμης· φυγοκεντρικός: ~η: επιτάχυνση.|| ~η: αντλία. ΑΝΤ. κεντρομόλος 2. (μτφ.) που κινείται μακριά από έναν κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό πυρήνα: οι ~ες τάσεις στο κόμμα. Βλ. διασπαστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φυγόκεντρος δύναμη & φυγόκεντρος (η): ΦΥΣ. δύναμη ίση με την κεντρομόλο, αλλά με αντίθετη φορά, η οποία απομακρύνει το σώμα που περιστρέφεται σε κυκλική τροχιά, από τον άξονα περιστροφής του. ΑΝΤ. κεντρομόλος δύναμη [< γαλλ. centrifuge] | |
| 55694 | φυγομαχία | φυ-γο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποφυγή αντιμετώπισης μιας δύσκολης, κρίσιμης κατάστασης, συνήθ. λόγω δειλίας, εγκατάλειψη αγώνα: Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον υπουργό για ~. Βλ. εθελοτυφλία, στρουθοκαμηλισμός. 2. (σπάν.) σκόπιμη αποχή από μάχη, πόλεμο. Βλ. λιποταξία, -μαχία. [< μεσν. φυγομαχία] | |
| 55695 | φυγόμαχος | , η φυ-γό-μα-χος επίθ./ουσ. 1. (μτφ.) άτομο που αποφεύγει την αντιμετώπιση μιας δύσκολης, κρίσιμης κατάστασης, συνήθ. λόγω δειλίας: Είναι ~ και αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του. Βλ. -μαχος. 2. (σπάν.) {μόνο στο αρσ.} αυτός που απέχει από μάχη, πόλεμο. Βλ. λιποτάκτης, ρίψασπις. [< 2: αρχ. φυγόμαχος & (κατ’ επέκτ.) ‘άνανδρος, δειλός’] | |
| 55696 | φυγομαχώ | [φυγομαχῶ] φυ-γο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | φυγομάχ-ησε, κυρ. στο γ' πρόσ.}: αποφεύγω να αγωνιστώ για κάτι, να έρθω αντιμέτωπος με μια κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, συνήθ. λόγω δειλίας: ~ούν μπροστά στο πρόβλημα. Βλ. δειλιάζω, λιποτακτώ, -μαχώ. [< μτγν. φυγομαχῶ] | |
| 55697 | φυγόποινος | φυ-γό-ποι-νος ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που αποφεύγει να εκτίσει την ποινή που του έχει επιβάλει το δικαστήριο: Διώκεται ως ~. Βλ. φυγόδικος. | |
| 55698 | φυγοπονία | φυ-γο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποφυγή καταπόνησης, σκληρής προσπάθειας, κόπου: Δεν εργάζεται από ~, και όχι γιατί δεν μπορεί να βρει δουλειά. Πβ. άραγμα, αραλίκι, καθισιό, οκνηρία, ραχάτι, ρεμπελιό, τεμπελιά. Βλ. ραθυμία. ΑΝΤ. φιλοπονία [< μτγν. φυγοπονία] | |
| 55699 | φυγόπονος | , η, ο φυ-γό-πο-νος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που αποφεύγει τον μόχθο, τη σκληρή προσπάθεια: Είναι ~ και αμελής. Πβ. ακαμάτης, οκνηρός, τεμπέλης. Βλ. ανεπρόκοπος, -πονος2. ΑΝΤ. φιλόπονος [< μτγν. φυγόπονος] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ