| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55671 | φτωχοκόριτσο | φτω-χο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κορίτσι από φτωχή οικογένεια. Βλ. φτωχόπαιδο. ΑΝΤ. πλουσιοκόριτσο | |
| 55672 | φτωχολογιά | φτω-χο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φτωχολόι (το) (παλαιότ.-λαϊκό-περιληπτ.): οι φτωχοί: τραγούδια για τη ~. Βλ. αρχοντολόι, -λογιά. [< μεσν. φτωχολογία] | |
| 55673 | φτωχομάνα | φτω-χο-μά-να ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πόλη, περιοχή που συγκεντρώνει τους οικονομικά ασθενέστερους. Βλ. -μάνα. | |
| 55674 | φτωχομαχαλάς | φτω-χο-μα-χα-λάς ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.-λαϊκό): φτωχογειτονιά. Πβ. φτωχοσυνοικία. | |
| 55675 | φτωχομπινές | φτω-χο-μπι-νές ουσ. (αρσ.) (λαϊκό-μειωτ.): αυτός που δεν έχει ή δεν διαθέτει χρήματα: Θέλει και αμαξάρα ο ~! | |
| 55676 | φτωχοντυμένος | , η, ο φτω-χο-ντυ-μέ-νος επίθ.: που φορά φτωχικά ρούχα. Βλ. ρακένδυτος. | |
| 55677 | φτωχόπαιδο | φτω-χό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παιδί, αγόρι από φτωχή οικογένεια. Βλ. φτωχοκόριτσο, -παιδο. ΑΝΤ. πλουσιόπαιδο | |
| 55678 | φτωχοποίηση | φτω-χο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) πτωχοποίηση: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φτωχοποιώ: απόλυτη ~. ~ των εργαζομένων/του λαού/των λαών/της μεσαίας τάξης/των συνταξιούχων. Οικονομική κρίση, ανεργία, λιτότητα και ~. Βλ. -ποίηση. [< αγγλ. pauperization, γαλλ. paupérisation, 1842] | |
| 55679 | φτωχοποιώ | [φτωχοποιῶ] φτω-χο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {φτωχοποι-εί | φτωχοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ώντας} (λόγ.): οδηγώ ένα κοινωνικό σύνολο σε σημαντική πτώση του βιοτικού του επιπέδου: Οικονομική πολιτική που ~εί τη χώρα. ~ούνται τα μεσαία στρώματα. Η κοινωνία ~ήθηκε. ~ημένος: λαός. Βλ. -ποιώ. [< αγγλ. pauperize, 1806, γαλλ. paupériser, 1863] | |
| 55681 | φτωχόσπιτο | φτω-χό-σπι-το ουσ. (ουδ.): φτωχικό σπίτι. Πβ. φτωχικό. ΑΝΤ. πλουσιόσπιτο | |
| 55682 | φτωχοσυνοικία | φτω-χο-συ-νοι-κί-α ουσ. (θηλ.): συνοικία στην οποία διαμένουν φτωχοί. Πβ. φτωχο-γειτονιά, -μαχαλάς. | |
| 55683 | φυγάδευση | φυ-γά-δευ-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του φυγαδεύω: επιχείρηση/σχέδιο ~ης. Οι συνεργάτες του κακοποιού οργάνωσαν τη ~ή του.|| (μτφ.) ~ κεφαλαίων. [< μεσν. φυγάδευσις ‘εξορία’] | |
| 55684 | φυγαδεύω | φυ-γα-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {φυγάδευ-σε (προφ.) φυγάδεψε, φυγαδεύ-σει (προφ.) φυγαδέψει, -τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -μένος, -οντας} 1. εξασφαλίζω σε κάποιον τη δυνατότητα απόδρασης, αποφυγής σύλληψης, διαφυγής: Κατηγορείται ότι ~σε φονιά. Ο τραγουδιστής ~τηκε από την πίσω πόρτα. 2. (μτφ.) απομακρύνω κάτι κρυφά ή παράνομα από το μέρος στο οποίο βρίσκεται ή φυλάσσεται: ~σε τα κεφάλαιά του στο εξωτερικό. Συμμορία αρχαιοκάπηλων ~ε πολύτιμα αρχαία αντικείμενα σε ξένες χώρες. [< αρχ. φυγαδεύω ‘εξορίζω’] | |
| 55685 | φυγάς | φυ-γάς ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ά κ. άδα (λόγ.) -άδος | -άδες} (λόγ.) & (σπάν.) φυγάδας: πρόσωπο που διαφεύγει τη σύλληψη ή εγκαταλείπει τον τόπο του, επειδή διώκεται: πολιτικοί ~άδες. Οι ~άδες του εμφυλίου. Βλ. δραπέτης. [< αρχ. φυγάς ‘εξόριστος, πρόσφυγας’, γαλλ. fugitif] | |
| 55686 | φυγή | φυ-γή ουσ. (θηλ.) 1. βιαστική αποχώρηση, συνήθ. εξαιτίας κινδύνου: Τον ανάγκασε σε ~ (: τον κλέφτη). Ο στρατός υποχρεώθηκε σε άτακτη ~ (= υποχώρηση).|| (εμφατ.) Μαζική ~ (= έξοδος) για τις καλοκαιρινές διακοπές. Βλ. κατα~, προσ~. 2. μεταφορά συνήθ. χρηματικών ποσών σε ξένη χώρα: ~ των καταθέσεων/κεφαλαίων στο εξωτερικό. 3. (μτφ.) απομάκρυνση από δυσάρεστη κατάσταση: ~ από την καθημερινότητα/την πραγματικότητα/τα προβλήματα. Έχει τάσεις ~ής. Πβ. απόδραση, δια~, διέξοδος. 4. ΜΟΥΣ. φούγκα. ● ΣΥΜΠΛ.: η τέχνη της φυγής: παρκούρ. ● ΦΡ.: τρέπω σε φυγή (κάποιον) βλ. τρέπω [< 1: αρχ. φυγή] | |
| 55687 | φυγο- & φυγό- | (λόγ.): πρόθημα που δηλώνει απομάκρυνση, αποφυγή, άρνηση: φυγό-κεντρος.|| Φυγο-δικία.|| (κυρ. μτφ.) Φυγό-μαχος. Φυγο-πονώ.|| Φυγό-στρατος. | |
| 55688 | φυγοδικία | φυ-γο-δι-κί-α ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εκούσια απουσία του κατηγορουμένου από το δικαστήριο κατά την ημέρα και ώρα εκδίκασης της υπόθεσής του. [< μεσν. φυγοδικία 'αποφυγή της δίκης'] | |
| 55690 | φυγοδικώ | [φυγοδικῶ] φυ-γο-δι-κώ ρ. (αμτβ.) {φυγοδικ-εί ..., -ώντας | φυγοδίκ-ησε, -ήσει}: ΝΟΜ. είμαι φυγόδικος: Ο καταζητούμενος ~εί εδώ και τρία χρόνια/στο εξωτερικό. [< αρχ. φυγοδικῶ] | |
| 55691 | φυγοκεντρικός | , ή, ό φυ-γο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. (για μηχανισμό, συσκευή) που λειτουργεί με βάση τη φυγόκεντρο δύναμη: ~ός: ανεμιστήρας/απορροφητήρας (κουζίνας)/αποχυμωτής/διαχωριστής/συμπλέκτης. ~ή: αντλία. ~ό: φίλτρο. Βλ. -κεντρικός. ● επίρρ.: φυγοκεντρικά [< γαλλ. centrifuge] | |
| 55692 | φυγοκέντριση | φυ-γο-κέ-ντρι-ση ουσ. (θηλ.) & φυγοκέντρηση: ΦΥΣ. διαδικασία διαχωρισμού στερεών ή υγρών ουσιών διαφορετικής μάζας ή πυκνότητας μέσω της γρήγορης περιστροφής τους, με την άσκηση φυγόκεντρης δύναμης. [< γαλλ. centrifugation] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ