Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5600-5620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4675αντιπαραθετικός, ή, ό [ἀντιπαραθετικός] α-ντι-πα-ρα-θε-τι-κός επίθ. 1. που συγκρίνεται με κάτι άλλο: ~ή: ανάλυση (π.χ. εικόνων, κειμένων). 2. που διαφωνεί, έρχεται σε αντίθεση με κάτι άλλο: ~ή: συζήτηση. ● επίρρ.: αντιπαραθετικά
4676αντιπαραθέτω[ἀντιπαραθέτω] α-ντι-πα-ρα-θέ-τω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέθε-σα, αντιπαρα-τέθηκα, -τιθέμενος, αντιπαραθέτ-οντας} (λόγ.) 1. παρουσιάζω κάτι, συγκρίνοντάς το με κάτι άλλο, συνήθ. για να εντοπιστούν οι διαφορές τους: ~ γεγονότα/δηλώσεις/θεωρίες/προτάσεις. Ο αρθογράφος ~ει τις πολιτικές θέσεις των δύο κομμάτων. Πβ. αντιπαραβάλλω. Βλ. παρα-βάλλω, -λληλίζω. 2. παραθέτω μια άλλη γνώμη, αντιπροτείνω: ~ επιχειρήματα. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (2), αντιπαρατάσσω (2), αντιτάσσω (1), αντιτείνω ● Παθ.: αντιπαρατίθεμαι: εκφράζω διαφορετική γνώμη για κάτι, διαφωνώ: η φαντασία ~εται με/στη λογική. ~τέθηκε με σθένος στην κυβερνητική πολιτική. ~τιθέμενες: απόψεις. Πβ. αντι-τίθεμαι, -μάχομαι. [< αρχ. ἀντιπαρατίθημι]
4677αντιπαράλληλος, η, ο [ἀντιπαράλληλος] α-ντι-πα-ράλ-λη-λος επίθ.: που έχει παράλληλη διεύθυνση και αντίθετη φορά σε σχέση με κάποιον ή κάτι άλλο: (ΦΥΣ.-ΜΑΘ.) ~α: διανύσματα.|| (ΒΙΟΧ.) ~ες αλυσίδες του DNA. [< μτγν. ἀντιπαράλληλος 'διπλός τροχαίος', γαλλ. antiparallèle, αγγλ. antiparallel]
4678αντιπαρασιτικός, ή, ό [ἀντιπαρασιτικός] α-ντι-πα-ρα-σι-τι-κός επίθ. 1. που καταπολεμά τα παράσιτα: ~ή: αγωγή (για ζώα). ~ό: κολάρο (σκύλου). ~ά: λουτρά/σαμπουάν. ΑΝΤ. παρασιτικός (1) 2. ΤΗΛΕΠ.-ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που εμποδίζει την παραγωγή και διάδοση παρασίτων: ~ό: φίλτρο (ήχου). ~οί: πυκνωτές (: για μείωση των παρεμβολών από ηλεκτρικές συσκευές). ● Ουσ.: αντιπαρασιτικό (το) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΦΑΡΜΑΚ. ουσία, προϊόν ή συσκευή με αντίστοιχη δράση: ~ά, εντομοκτόνα και εντομοαπωθητικά. [< 1: γαλλ. antiparasitaire, αγγλ. antiparasitic 2: γαλλ. antiparasite, 1928]
4679αντιπαράσταση[ἀντιπαράσταση] α-ντι-πα-ρά-στα-ση ουσ. (θηλ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: κατ' αντιπαράσταση & (σπάν.) σε αντιπαράσταση: ΝΟΜ. με ταυτόχρονη παρουσία και ακρόαση των διαδίκων, κατηγορουμένων, μαρτύρων: ~ ~ ανάκριση/κατάθεση. Βλ. κατ' αντιμωλία(ν). [< μτγν. ἀντιπαράστασις ‘ανταπάντηση’, γαλλ. confrontation]
4680αντιπαράταξη[ἀντιπαράταξη] α-ντι-πα-ρά-τα-ξη ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση σε αντιμέτωπη θέση: ~ πολεμικών δυνάμεων. Γραμμή ~ης (πβ. μέτωπο, πρώτη γραμμή). Βλ. συμπαράταξη.|| (μτφ.) ~ επιχειρημάτων. Πβ. αντιπαράθεση. [< μτγν. ἀντιπαράταξις]
4681αντιπαρατάσσω[ἀντιπαρατάσσω] α-ντι-πα-ρα-τάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντιπαρέτα-ξα, αντιπαρατά-χθηκε (σπάν.) -χτηκε, αντιπαρατάσσ-οντας} ΣΥΝ. αντιτάσσω 1. τοποθετώ κάποιον ή κάτι (συνήθ. στρατό) απέναντι σε κάποιον ή κάτι άλλο, ώστε να το(ν) αντιμετωπίσω: Ο λαός ~χθηκε στους εισβολείς (ΑΝΤ. συμπαρατάσσομαι, συντάσσομαι). 2. (μτφ.) προβάλλω, παρουσιάζω κάτι ως αντιπρόταση, αντιστάθμισμα: Στις γενικολογίες του αντιπάλου του ~ξε καίρια επιχειρήματα. ΣΥΝ. αντιπαραβάλλω (2), αντιπαραθέτω (2), αντιπροτείνω, αντιτείνω [< μτγν. ἀντιπαρατάσσω]
4682αντιπαρέρχομαι[ἀντιπαρέρχομαι] α-ντι-πα-ρέρ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιπαρήλθα, αντιπαρερχ-όμενος} (λόγ.) 1. προσπερνώ χωρίς να δίνω σημασία: ~ τις κατηγορίες/τα σχόλια/τους υπαινιγμούς του. ~όμενος το γεγονός ότι ... Επιτρέψτε μου να αντιπαρέλθω για την ώρα το θέμα αυτό. Πβ. αδιαφορώ, παραβλέπω. 2. παρακάμπτω, ξεπερνώ κάτι με επιδέξιο τρόπο: ~ έναν πειρασμό/ένα πρόβλημα. Πβ. υπερ-νικώ, -πηδώ. [< μτγν. ἀντιπαρέρχομαι]
4683αντιπαροχή[ἀντιπαροχή] α-ντι-πα-ρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. σύμβαση κατά την οποία ιδιοκτήτης οικοπέδου παρέχει σε εργολάβο οικοδομών ή κατασκευαστική εταιρεία το δικαίωμα ανέγερσης σε αυτό πολυώροφης οικοδομής και λαμβάνει ως αντάλλαγμα ορισμένο αριθμό διαμερισμάτων: οικοδόμηση με ~. Προς πώληση ή ~. 2. παροχή ως αντάλλαγμα για κάποια άλλη: οικονομική/χρηματική ~. ~ υπηρεσιών. [< μεσν. αντιπαροχή, γερμ. Gegenleistung]
4684αντιπάστο[ἀντιπάστο] α-ντι-πά-στο ουσ. (ουδ.) {κυρ. πληθ. αντιπάστ-ι, χωρ. άλλους τ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό σε ιταλικό γεύμα: ~ θαλασσινών. Ποικιλία από ~ι και ζυμαρικά. Βλ. μεζές, ορντέβρ, τάπας. [< ιταλ. antipasto, πβ. γαλλ. antipasti, περ. 1980]
4685Αντίπασχα[Ἀντίπασχα] Α-ντί-πα-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): η Κυριακή του Θωμά, η πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα. [< μεσν. αντίπασχα]
4686αντιπειρατικός, ή, ό [ἀντιπειρατικός] α-ντι-πει-ρα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. πειρατικός 1. που στοχεύει στην παρεμπόδιση ή και την πάταξη της πειρατείας, της παράνομης χρήσης προϊόντος: ~ή: εκστρατεία/προστασία (μουσικής/ταινιών)/τεχνολογία. ~ό: λογισμικό/σύστημα (δισκογραφικής εταιρείας). 2. που αναλαμβάνει δράση κατά των πειρατών: ~ή δύναμη κρούσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΝΑΤΟ.
4687αντίπερα[ἀντίπερα] α-ντί-πε-ρα επίρρ. (λαϊκό): απέναντι: Κωπηλατώντας βγήκαμε ~. Πβ. αντίκρυ, πέρα.|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά (= αντικρινή). ● ΦΡ.: στην αντίπερα όχθη: στην άλλη και κατ' επέκτ. στην αντίπαλη μεριά: ~ ~ της λίμνης/του ποταμού.|| Έχουν περάσει ~ ~ του συστήματος. [< μεσν. αντίπερα]
4688αντιπεριβαλλοντικός, ή, ό [ἀντιπεριβαλλοντικός] α-ντι-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: που οδηγεί στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος: ~ό και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία έργο. Πβ. αντιοικολογικός. ΑΝΤ. οικολογικός (2) [< αγγλ. antienvironmental, 1970, γαλλ. anti-environnemental]
4689αντιπερισπασμός[ἀντιπερισπασμός] α-ντι-πε-ρι-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ενέργεια με στόχο την απόσπαση της προσοχής και κατ' επέκτ. την παραπλάνηση: κυβερνητικός/πολιτικός/ψυχολογικός ~. Διπλωματικοί/επικοινωνιακοί ~οί. Κίνηση ~ού. Επιχειρώ/κάνω/προκαλώ ~ό. Καταφεύγω σε ~ό. 2. ΣΤΡΑΤ. πολεμική στρατηγική που αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό του εχθρού από το στόχο του: επίθεση/επιχείρηση/τακτική ~ού. [< 1: γαλλ. diversion 2: μτγν. ἀντιπερισπασμός]
4690αντιπεριφερειάρχης[ἀντιπεριφερειάρχης] α-ντι-πε-ρι-φε-ρει-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): περιφερειακός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον περιφερειάρχη. Βλ. αντινομάρχης.
4691αντιπηκτικός, ή, ό [ἀντιπηκτικός] α-ντι-πη-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμποδίζει, επιβραδύνει ή αναστέλλει πλήρως την πήξη του αίματος: ~ή: αγωγή. Η ασπιρίνη/το σκόρδο/το χαμομήλι έχει ~ές ιδιότητες. ΑΝΤ. πηκτικός (2) ● Ουσ.: αντιπηκτικό (το) 1. ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. Βλ. αντιθρομβωτικό, ιρουδίνη. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία που μειώνει το σημείο πήξης και εμποδίζει το πάγωμα των υγρών ενός συστήματος, μιας μηχανής: ~ ψυγείου. Πβ. αντιψυκτικό, παραφλού. [< γαλλ.-αγγλ. anticoagulant]
4692αντιπληθωρισμός[ἀντιπληθωρισμός] α-ντι-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός. Βλ. (υπερ)πληθωρισμός. [< γαλλ.-αγγλ. anti-inflation]
4693αντιπληθωριστικός, ή, ό [ἀντιπληθωριστικός] α-ντι-πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον αντιπληθωρισμό ή την καταπολέμηση του πληθωρισμού. ΑΝΤ. πληθωριστικός [< γαλλ. anti-inflationniste, 1949, αγγλ. anti-inflationary]
4694αντιπλημμυρικός, ή, ό [ἀντιπλημμυρικός] α-ντι-πλημ-μυ-ρι-κός επίθ.: που προλαμβάνει τις πλημμύρες ή προστατεύει από τις καταστρεπτικές συνέπειές τους: ~ή: θωράκιση/προστασία. ~ό: δίκτυο. ~ές: εργασίες. ~ά: αναχώματα/έργα/μέτρα/φράγματα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.