Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5600-5620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4682αντιπαρέρχομαι[ἀντιπαρέρχομαι] α-ντι-πα-ρέρ-χο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιπαρήλθα, αντιπαρερχ-όμενος} (λόγ.) 1. προσπερνώ χωρίς να δίνω σημασία: ~ τις κατηγορίες/τα σχόλια/τους υπαινιγμούς του. ~όμενος το γεγονός ότι ... Επιτρέψτε μου να αντιπαρέλθω για την ώρα το θέμα αυτό. Πβ. αδιαφορώ, παραβλέπω. 2. παρακάμπτω, ξεπερνώ κάτι με επιδέξιο τρόπο: ~ έναν πειρασμό/ένα πρόβλημα. Πβ. υπερ-νικώ, -πηδώ. [< μτγν. ἀντιπαρέρχομαι]
4683αντιπαροχή[ἀντιπαροχή] α-ντι-πα-ρο-χή ουσ. (θηλ.) 1. ΝΟΜ. σύμβαση κατά την οποία ιδιοκτήτης οικοπέδου παρέχει σε εργολάβο οικοδομών ή κατασκευαστική εταιρεία το δικαίωμα ανέγερσης σε αυτό πολυώροφης οικοδομής και λαμβάνει ως αντάλλαγμα ορισμένο αριθμό διαμερισμάτων: οικοδόμηση με ~. Προς πώληση ή ~. 2. παροχή ως αντάλλαγμα για κάποια άλλη: οικονομική/χρηματική ~. ~ υπηρεσιών. [< μεσν. αντιπαροχή, γερμ. Gegenleistung]
4684αντιπάστο[ἀντιπάστο] α-ντι-πά-στο ουσ. (ουδ.) {κυρ. πληθ. αντιπάστ-ι, χωρ. άλλους τ.}: ΜΑΓΕΙΡ. ορεκτικό σε ιταλικό γεύμα: ~ θαλασσινών. Ποικιλία από ~ι και ζυμαρικά. Βλ. μεζές, ορντέβρ, τάπας. [< ιταλ. antipasto, πβ. γαλλ. antipasti, περ. 1980]
4685Αντίπασχα[Ἀντίπασχα] Α-ντί-πα-σχα ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): η Κυριακή του Θωμά, η πρώτη Κυριακή μετά το Πάσχα. [< μεσν. αντίπασχα]
4686αντιπειρατικός, ή, ό [ἀντιπειρατικός] α-ντι-πει-ρα-τι-κός επίθ. ΑΝΤ. πειρατικός 1. που στοχεύει στην παρεμπόδιση ή και την πάταξη της πειρατείας, της παράνομης χρήσης προϊόντος: ~ή: εκστρατεία/προστασία (μουσικής/ταινιών)/τεχνολογία. ~ό: λογισμικό/σύστημα (δισκογραφικής εταιρείας). 2. που αναλαμβάνει δράση κατά των πειρατών: ~ή δύναμη κρούσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης/του ΝΑΤΟ.
4687αντίπερα[ἀντίπερα] α-ντί-πε-ρα επίρρ. (λαϊκό): απέναντι: Κωπηλατώντας βγήκαμε ~. Πβ. αντίκρυ, πέρα.|| (ως επίθ.) Η ~ πλευρά (= αντικρινή). ● ΦΡ.: στην αντίπερα όχθη: στην άλλη και κατ' επέκτ. στην αντίπαλη μεριά: ~ ~ της λίμνης/του ποταμού.|| Έχουν περάσει ~ ~ του συστήματος. [< μεσν. αντίπερα]
4688αντιπεριβαλλοντικός, ή, ό [ἀντιπεριβαλλοντικός] α-ντι-πε-ρι-βαλ-λο-ντι-κός επίθ.: που οδηγεί στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος: ~ό και επικίνδυνο για τη δημόσια υγεία έργο. Πβ. αντιοικολογικός. ΑΝΤ. οικολογικός (2) [< αγγλ. antienvironmental, 1970, γαλλ. anti-environnemental]
4689αντιπερισπασμός[ἀντιπερισπασμός] α-ντι-πε-ρι-σπα-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) ενέργεια με στόχο την απόσπαση της προσοχής και κατ' επέκτ. την παραπλάνηση: κυβερνητικός/πολιτικός/ψυχολογικός ~. Διπλωματικοί/επικοινωνιακοί ~οί. Κίνηση ~ού. Επιχειρώ/κάνω/προκαλώ ~ό. Καταφεύγω σε ~ό. 2. ΣΤΡΑΤ. πολεμική στρατηγική που αποσκοπεί στον αποπροσανατολισμό του εχθρού από το στόχο του: επίθεση/επιχείρηση/τακτική ~ού. [< 1: γαλλ. diversion 2: μτγν. ἀντιπερισπασμός]
4690αντιπεριφερειάρχης[ἀντιπεριφερειάρχης] α-ντι-πε-ρι-φε-ρει-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): περιφερειακός σύμβουλος, δεύτερος στην ιεραρχία μετά τον περιφερειάρχη. Βλ. αντινομάρχης.
4691αντιπηκτικός, ή, ό [ἀντιπηκτικός] α-ντι-πη-κτι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που εμποδίζει, επιβραδύνει ή αναστέλλει πλήρως την πήξη του αίματος: ~ή: αγωγή. Η ασπιρίνη/το σκόρδο/το χαμομήλι έχει ~ές ιδιότητες. ΑΝΤ. πηκτικός (2) ● Ουσ.: αντιπηκτικό (το) 1. ΦΑΡΜΑΚ. το αντίστοιχο φάρμακο. Βλ. αντιθρομβωτικό, ιρουδίνη. 2. ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. ουσία που μειώνει το σημείο πήξης και εμποδίζει το πάγωμα των υγρών ενός συστήματος, μιας μηχανής: ~ ψυγείου. Πβ. αντιψυκτικό, παραφλού. [< γαλλ.-αγγλ. anticoagulant]
4692αντιπληθωρισμός[ἀντιπληθωρισμός] α-ντι-πλη-θω-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. αποπληθωρισμός. Βλ. (υπερ)πληθωρισμός. [< γαλλ.-αγγλ. anti-inflation]
4693αντιπληθωριστικός, ή, ό [ἀντιπληθωριστικός] α-ντι-πλη-θω-ρι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον αντιπληθωρισμό ή την καταπολέμηση του πληθωρισμού. ΑΝΤ. πληθωριστικός [< γαλλ. anti-inflationniste, 1949, αγγλ. anti-inflationary]
4694αντιπλημμυρικός, ή, ό [ἀντιπλημμυρικός] α-ντι-πλημ-μυ-ρι-κός επίθ.: που προλαμβάνει τις πλημμύρες ή προστατεύει από τις καταστρεπτικές συνέπειές τους: ~ή: θωράκιση/προστασία. ~ό: δίκτυο. ~ές: εργασίες. ~ά: αναχώματα/έργα/μέτρα/φράγματα.
4695αντιπληροφόρηση[ἀντιπληροφόρηση] α-ντι-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): πληροφόρηση από άλλη οπτική γωνία, συνήθ. αντίθετη προς την κυρίαρχη.
4696αντιπλοίαρχος[ἀντιπλοίαρχος] α-ντι-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υψηλόβαθμος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον πλωτάρχη και κατώτερος από τον πλοίαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντισυνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς, τον αντισμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής.
4697αντιπνευματικός, ή, ό [ἀντιπνευματικός] α-ντι-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στα πνευματικά και πολιτιστικά αγαθά ή αδιαφορεί για αυτά: ~ή: εποχή. [< αγγλ. antispiritual, γαλλ. anti-spirituel]
4698αντίποδας[ἀντίποδας] α-ντί-πο-δας ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κατάσταση ή άποψη που είναι τελείως αντίθετη με κάποια άλλη: Ο ολοκληρωτισμός αποτελεί τον ~α της δημοκρατίας. 2. ΓΕΩΔ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο της επιφάνειας της Γης που είναι διαμετρικά αντίθετο με κάποιο άλλο: Η ελληνική διασπορά στους Αντίποδες (= στην Αυστραλία). ● ΦΡ.: στον αντίποδα: σε πλήρη αντίθεση: ~~ αυτής της άποψης.Θέσεις που βρίσκονται ~ ~ της ιστορικής αλήθειας. Ο ρεαλισμός αναπτύχθηκε στους ~ες του ρομαντισμού. [< 1: γαλλ.-αγγλ. antipode 2: αρχ. ἀντίπους]
4699αντιποίηση[ἀντιποίηση] α-ντι-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράνομη οικειοποίηση δικαιώματος, ξένης ιδιοκτησίας ή κατάχρηση εξουσίας: ~ άσκησης επαγγέλματος/στολής (π.χ. αστυνομικού)/τίτλου (σπουδών). Πβ. ιδιοποίηση, σφετερισμός. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιποίηση Αρχής: άσκηση εξουσίας χωρίς νόμιμο δικαίωμα. [< γαλλ. usurpation de pouvoir] [< μτγν. ἀντιποίησις 'διεκδίκηση, αξίωση', γαλλ. usurpation]
4700αντιποιητικός, ή, ό [ἀντιποιητικός] α-ντι-ποι-η-τι-κός επίθ. 1. που αντιτίθεται στους κανόνες της ποίησης: ~ή: γλώσσα. ~ό: ύφος. ΑΝΤ. ποιητικός (1) 2. (μτφ.) πεζός, ρεαλιστικός και κατ' επέκτ. κυνικός: ~ή: πραγματικότητα. ● επίρρ.: αντιποιητικά [< πβ. μτγν. ἀντιποιητικός ‘που εγείρει αξιώσεις’, γερμ. antipoetisch, γαλλ. antipoétique]
4701αντίποινα[ἀντίποινα] α-ντί-ποι-να ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνηθέστ.) αντιποίνων, σπανιότ. στον εν. αντίποινο} 1. πράξη αντεκδίκησης: σκληρά/στρατιωτικά ~. Απειλούν με ~. Προέβησαν/προχώρησαν σε ~. Υπό τον φόβο αντιποίνων. 2. ΝΟΜ. περιοριστικά μέτρα ενός κράτους έναντι άλλου που έχει παραβεί τους διεθνείς εμπορικούς ή άλλους κανόνες. Πβ. αντίμετρα. Βλ. εμπάργκο. [< αρχ. τά ἀντίποινα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.