Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56180-56200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55700φυγοπονώ[φυγοπονῶ] φυ-γο-πο-νώ ρ. (αμτβ.) {φυγοπον-εί, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): διακρίνομαι από φυγοπονία: Προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει, για να μη φανεί ότι ~εί. Πβ. ρεμπελεύω, τεμπελιάζω. [< μτγν. φυγοπονῶ]
55701φυγοστρατίαφυ-γο-στρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. άρνηση, αποφυγή στράτευσης: πάταξη της ~ας. Μέτρα/νόμος κατά της ~ας. Βλ. ανυπο-, λιπο-ταξία.
55702φυγόστρατοςφυ-γό-στρα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου | -ων (λόγ.) -άτων}: ΣΤΡΑΤ. πρόσωπο που αρνείται, αποφεύγει την υποχρεωτική στράτευση. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, ανυπότακτος, λιποτάκτης.
55703φύγωβλ. φεύγω
55704φύεταιφύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. φυ-όταν, -όμενος} (επίσ.): (για φυτό) φυτρώνει· αναπτύσσεται: Το έλατο ~ (: ευδοκιμεί) σε ορεινά εδάφη. Πβ. εκ~.|| Τα δόντια ~ονται σε δύο σειρές. Βλ. ανα~, κατα~, προσ~, συμ~. [< αρχ. φύομαι]
55707φύκιαφύ-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {-ιών | σπάν. στον εν. φύκι} & (επίσ.) φύκη {-ών | σπάν. στον εν. φύκος, -ους}: ΒΟΤ. φωτοσυνθετικοί φυτικοί οργανισμοί, κυρ. υδρόβιοι, χωρίς ρίζες, φύλλα και βλαστούς, οι οποίοι ανήκουν στα κρυπτόγαμα και παρουσιάζουν εξαιρετική μορφολογική ποικιλία: θαλάσσια/μικροσκοπικά (βλ. διάτομα)/μονοκύτταρα/τοξικά ~. Ερυθρά/(συχνότ.) κόκκινα (= ροδοφύκη)/πράσινα (= χλωροφύκη) φύκη (βλ. κυανο-, φαιο-φύκη). Η θάλασσα ξέβρασε ~. Βλ. άγαρ, άλγη, λαμινάρια, λειχήνας, ποσειδωνία, τραγάνα, φυτοπλαγκτόν.|| ~ για σούσι.|| (στην κοσμετολογία:) Εκχύλισμα ~ιών. Θεραπεία/μασάζ με ~.|| Βιοκαύσιμα από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη βλ. κυανοπράσινος ● ΦΡ.: πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες (προφ.): εμφανίζει το ασήμαντο ως σπουδαίο, εξαπατά με υπερβολές και ψέματα: ~ ~ και εκμεταλλεύεται τους ανυποψίαστους πελάτες. Βλ. χάντρες και καθρεφτάκια. ΣΥΝ. πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα [< αρχ. φύκιον]
55708φυκιάδαφυ-κιά-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: υποθαλάσσια έκταση με ποσειδωνίες ή γενικότ. με πολλά φύκια. Βλ. θαλάσσια λιβάδια.
55709φυκώδης, ης, ες φυ-κώ-δης επίθ. {φυκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που αποτελείται από φύκια: ~ης: άνθιση. ~εις: περιοχές. Βλ. -ώδης.
55710φύλαγμαφύ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): φύλαξη: το ~ (= φρούρηση) των συνόρων.|| Το ~ των ρούχων στη ντουλάπα (πβ. αποθήκευση)/του φαγητού (πβ. διατήρηση). [< μτγν. φύλαγμα 'καταφύγιο, οχύρωση']
55711φυλάγωβλ. φυλάω
55712φυλάκαφυ-λά-κα ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή.
55714φύλακαςφύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {φυλάκων} 1. πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φύλαξη ενός χώρου, προσώπου ή πράγματος: νυχτερινός ~ (= νυχτο~). Ένστολοι/σχολικοί ~ες. ~ ασφαλείας. ~ του μουσείου (πβ. επιστάτης)/του πάρκου/της τράπεζας (βλ. σεκιουριτάς). Πβ. φρουρός. Βλ. αρχι~, σωματο~.|| (ΙΣΤ.) ~ες των συνόρων (= ακρίτες, απελάτες). Βλ. συνοριο~.|| Εκπαίδευση σκύλου-~α. 2. (μτφ.) προστάτης: ακοίμητος ~ των θεσμών/παραδόσεων (πβ. θεματο~). ● ΣΥΜΠΛ.: φύλακας άγγελος βλ. άγγελος ● ΦΡ.: έχουν γνώση οι φύλακες βλ. γνώση [< αρχ. φύλαξ, γαλλ. garde]
55715φυλακήφυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) 1. σωφρονιστικό ίδρυμα όπου εγκλείονται οι κατάδικοι ή κρατούνται οι υπόδικοι· συνεκδ. φυλάκιση: ανδρικές/γυναικείες/δικαστικές/κεντρικές/στρατιωτικές ~ές. Η απομόνωση/τα δεσμά/τα κάγκελα/τα κελιά/οι πτέρυγες της ~ής. ~ές ανηλίκων (πβ. αναμορφωτήριο)/υψίστης ασφαλείας. Ο γιατρός/ο εισαγγελέας/ο επόπτης/οι κρατούμενοι/οι τρόφιμοι/οι φρουροί των ~ών. Μπήκε/πήγε (στη) ~ (= φυλακίστηκε). Τον έβαλαν/έκλεισαν/έριξαν/έστειλαν/έχωσαν/οδήγησαν στη ~ (= τον φυλάκισαν). Απολύθηκε/βγήκε από τη ~ (= αποφυλακίστηκε). Παρέμεινε/τον κράτησαν στη ~ για ... μέρες. Δραπέτευσε από τη ~. Κατέληξε στη ~. Είναι ~ (= φυλακισμένος)/εκτός ~ής με αναστολή. Πβ. δεσμω-, κρατη-τήριο, ειρκτή, μπαλαούρο, μπουζού, μπουντρούμι, στενή, σωφρονιστικό κατάστημα, τούφα, φρέσκο2, φυλάκα, ψειρού.|| Καταδικάστηκε σε ... μήνες ~. Έφαγε ... χρόνια ~. Βλ. κάθειρξη. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δρα περιοριστικά για την ελευθερία κάποιου: Ο γάμος/η δουλειά/το σχολείο είναι γι' αυτόν ένα είδος ~ής. 3. ΣΤΡΑΤ. ποινή που επιβάλλεται για σοβαρό συνήθ. παράπτωμα, συνεπάγεται παραμονή του τιμωρημένου μέσα στο στρατόπεδο για όλη τη χρονική της διάρκεια και επιμήκυνση της θητείας του, εφόσον αυτός έχει συμπληρώσει καθορισμένο αριθμό ημερών φυλάκισης: Τιμωρήθηκε με δέκα μέρες ~. 4. ΣΤΡΑΤ. βάρδια: αξιωματικός ~ής (μηχανοστασίου/πλοίου). Βλ. εθνο~, χωρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλειστή φυλακή: όπου οι κρατούμενοι εκτίουν την ποινή τους χωρίς να έχουν δικαίωμα προαυλισμού., αγροτικές φυλακές βλ. αγροτικός ● ΦΡ.: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! (ΠΔ): καλύτερα ας μη μιλήσω, ας μην πω τι σκέφτομαι: Αυτός τίμιος; ~ ~!, κάνω φυλακή (προφ.): εκτίω ποινή φυλάκισης: Έκανε ~ ... χρόνια., της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες (συχνά ειρων.): οι θαρραλέοι, τολμηροί άνθρωποι είναι πάντα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους., σαπίζει στη φυλακή βλ. σαπίζει [< μτγν. φυλακή ‘φρουρά, σκοπιά, δεσμωτήριο’]
55717φυλακίζωφυ-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φυλάκι-σα, φυλακί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, φυλακίζ-οντας} 1. βάζω κάποιον στη φυλακή, επιβάλλω ποινή φυλάκισης: Τον ανέκριναν και τον ~σαν. ~στηκε με την κατηγορία της υποκίνησης επεισοδίων. Τον ~σαν για κατασκοπεία. Βλ. προ~. ΣΥΝ. τσουβαλιάζω (2) ΑΝΤ. αποφυλακίζω 2. (μτφ.) κρατώ κάποιον σε έναν χώρο παρά τη θέλησή του, αιχμαλωτίζω: Τον απήγαγαν και τον ~σαν σε ένα υπόγειο. Θυμώνω με όσους ~ουν τα ζώα σε κλουβιά. Πβ. εγκλωβίζω, περιορίζω.|| (λογοτ.) Η ομορφιά του τοπίου ~ει (= καθηλώνει, μαγνητίζει) το βλέμμα. ● βλ. φυλακισμένος [< 1: μτγν. φυλακίζω]
21310φυλάκιο

[ἱματιοφυλάκιο] ι-μα-τι-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ιματιοθήκη. Βλ. -φυλάκιο. [< μτγν. ἱματιοφυλάκιον]

55719φυλάκιοφυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οίκημα που προορίζεται για τη στέγαση μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν ως έργο να φυλάσσουν συγκεκριμένη περιοχή· γενικότ. κτίσμα μικρών διαστάσεων για την παραμονή φρουρού: (ΣΤΡΑΤ.) ακριτικό/μεθοριακό/συνοριακό ~. Επιδρομή σε μη επανδρωμένο ~. Οπλίτης/στρατιώτης/φαντάρος που υπηρετεί σε ~.|| Αστυνομικό/δασικό/λιμενικό ~. ~ του Άγνωστου Στρατιώτη/της εισόδου (της πρεσβείας). ~ ελέγχου. Βλ. ιματιο~, χαρτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: προκεχωρημένο φυλάκιο βλ. προκεχωρημένος [< μτγν. φυλακεῖον, φυλάκιον]
55720φυλάκισηφυ-λά-κι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εγκλεισμός ατόμου σε σωφρονιστικό ίδρυμα ως ποινή για τη διάπραξη αδικήματος: ισόβια ~. Μαζικές ~ίσεις. Κινδυνεύει με πολυετή ~. Εκτίει ποινή ~ης για ληστεία/φόνο (πβ. κάθειρξη). Η κλοπή/ο παραβάτης τιμωρείται με ~. Καταδικάστηκε/υπόκειται σε ~ ... ετών/μηνών με αναστολή. Διατάχτηκε η άμεση ~ή του. Βλ. απο~, προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αυστηρή ~ (: οι στρατιώτες εκτίουν την ποινή στο πειθαρχείο της μονάδας). Πβ. φυλακή. [< γερμ. Verhaftung, γαλλ. emprisonnement]
55721φυλακισμένος, η, ο φυ-λα-κι-σμέ-νος επίθ. 1. που είναι έγκλειστος σε φυλακή: Βρίσκεται/κρατείται ~ σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. (Παρ)έμεινε ~ για ... χρόνια.|| (ως ουσ.) Οι ~οι συνεχίζουν την απεργία πείνας. Δικαιώματα των ~ων. Πβ. δεσμώτης, εγκάθειρκτος, κρατούμενος. 2. (μτφ.) που βρίσκεται περιορισμένος σε έναν χώρο, αιχμάλωτος: ~α: ζώα/πουλιά. Τον κρατούσαν ~ο σε ένα διαμέρισμα.|| ~η: ψυχή. Είναι ~ σε ένα αρρωστημένο πάθος. Πβ. εγκλωβισμένος. ● βλ. φυλακίζω
55722φυλακόβιος, α, ο φυ-λα-κό-βι-ος επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα ως κατάδικος στη φυλακή. Βλ. -βιος.
55723φυλακτικός, ή, ό φυ-λα-κτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: φυλακτικό προσωπικό: σύνολο δημοσίων κυρ. υπαλλήλων που εργάζονται ως φύλακες σε χώρους ή κτίρια: το ~ ~ των μουσείων/των φυλακών. [< αρχ. φυλακτικός]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.