Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56180-56200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55693φυγόκεντρος, η/ος, ο φυ-γό-κε-ντρος επίθ. & (σπάν.) κεντρόφυγος 1. ΦΥΣ. που είναι αποτέλεσμα της φυγόκεντρης δύναμης· φυγοκεντρικός: ~η: επιτάχυνση.|| ~η: αντλία. ΑΝΤ. κεντρομόλος 2. (μτφ.) που κινείται μακριά από έναν κοινωνικό, πολιτικό, ιδεολογικό πυρήνα: οι ~ες τάσεις στο κόμμα. Βλ. διασπαστικός. ● ΣΥΜΠΛ.: φυγόκεντρος δύναμη & φυγόκεντρος (η): ΦΥΣ. δύναμη ίση με την κεντρομόλο, αλλά με αντίθετη φορά, η οποία απομακρύνει το σώμα που περιστρέφεται σε κυκλική τροχιά, από τον άξονα περιστροφής του. ΑΝΤ. κεντρομόλος δύναμη [< γαλλ. centrifuge]
55694φυγομαχίαφυ-γο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) αποφυγή αντιμετώπισης μιας δύσκολης, κρίσιμης κατάστασης, συνήθ. λόγω δειλίας, εγκατάλειψη αγώνα: Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον υπουργό για ~. Βλ. εθελοτυφλία, στρουθοκαμηλισμός. 2. (σπάν.) σκόπιμη αποχή από μάχη, πόλεμο. Βλ. λιποταξία, -μαχία. [< μεσν. φυγομαχία]
55695φυγόμαχος, η φυ-γό-μα-χος επίθ./ουσ. 1. (μτφ.) άτομο που αποφεύγει την αντιμετώπιση μιας δύσκολης, κρίσιμης κατάστασης, συνήθ. λόγω δειλίας: Είναι ~ και αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του. Βλ. -μαχος. 2. (σπάν.) {μόνο στο αρσ.} αυτός που απέχει από μάχη, πόλεμο. Βλ. λιποτάκτης, ρίψασπις. [< 2: αρχ. φυγόμαχος & (κατ’ επέκτ.) ‘άνανδρος, δειλός’]
55696φυγομαχώ[φυγομαχῶ] φυ-γο-μα-χώ ρ. (αμτβ.) {-είς ..., -ώντας | φυγομάχ-ησε, κυρ. στο γ' πρόσ.}: αποφεύγω να αγωνιστώ για κάτι, να έρθω αντιμέτωπος με μια κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει αντιδράσεις, συνήθ. λόγω δειλίας: ~ούν μπροστά στο πρόβλημα. Βλ. δειλιάζω, λιποτακτώ, -μαχώ. [< μτγν. φυγομαχῶ]
55697φυγόποινοςφυ-γό-ποι-νος ουσ. (αρσ.): ΝΟΜ. πρόσωπο που αποφεύγει να εκτίσει την ποινή που του έχει επιβάλει το δικαστήριο: Διώκεται ως ~. Βλ. φυγόδικος.
55698φυγοπονίαφυ-γο-πο-νί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): αποφυγή καταπόνησης, σκληρής προσπάθειας, κόπου: Δεν εργάζεται από ~, και όχι γιατί δεν μπορεί να βρει δουλειά. Πβ. άραγμα, αραλίκι, καθισιό, οκνηρία, ραχάτι, ρεμπελιό, τεμπελιά. Βλ. ραθυμία. ΑΝΤ. φιλοπονία [< μτγν. φυγοπονία]
55699φυγόπονος, η, ο φυ-γό-πο-νος επίθ. (λόγ.): (για πρόσ.) που αποφεύγει τον μόχθο, τη σκληρή προσπάθεια: Είναι ~ και αμελής. Πβ. ακαμάτης, οκνηρός, τεμπέλης. Βλ. ανεπρόκοπος, -πονος2. ΑΝΤ. φιλόπονος [< μτγν. φυγόπονος]
55700φυγοπονώ[φυγοπονῶ] φυ-γο-πο-νώ ρ. (αμτβ.) {φυγοπον-εί, μόνο στον ενεστ.} (λόγ.): διακρίνομαι από φυγοπονία: Προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει, για να μη φανεί ότι ~εί. Πβ. ρεμπελεύω, τεμπελιάζω. [< μτγν. φυγοπονῶ]
55701φυγοστρατίαφυ-γο-στρα-τί-α ουσ. (θηλ.): ΣΤΡΑΤ. άρνηση, αποφυγή στράτευσης: πάταξη της ~ας. Μέτρα/νόμος κατά της ~ας. Βλ. ανυπο-, λιπο-ταξία.
55702φυγόστρατοςφυ-γό-στρα-τος ουσ. (αρσ.) {-ου | -ων (λόγ.) -άτων}: ΣΤΡΑΤ. πρόσωπο που αρνείται, αποφεύγει την υποχρεωτική στράτευση. Βλ. αντιρρησίας συνείδησης, ανυπότακτος, λιποτάκτης.
55703φύγωβλ. φεύγω
55704φύεταιφύ-ε-ται ρ. (αμτβ.) {παρατ. φυ-όταν, -όμενος} (επίσ.): (για φυτό) φυτρώνει· αναπτύσσεται: Το έλατο ~ (: ευδοκιμεί) σε ορεινά εδάφη. Πβ. εκ~.|| Τα δόντια ~ονται σε δύο σειρές. Βλ. ανα~, κατα~, προσ~, συμ~. [< αρχ. φύομαι]
55707φύκιαφύ-κια ουσ. (ουδ.) (τα) {-ιών | σπάν. στον εν. φύκι} & (επίσ.) φύκη {-ών | σπάν. στον εν. φύκος, -ους}: ΒΟΤ. φωτοσυνθετικοί φυτικοί οργανισμοί, κυρ. υδρόβιοι, χωρίς ρίζες, φύλλα και βλαστούς, οι οποίοι ανήκουν στα κρυπτόγαμα και παρουσιάζουν εξαιρετική μορφολογική ποικιλία: θαλάσσια/μικροσκοπικά (βλ. διάτομα)/μονοκύτταρα/τοξικά ~. Ερυθρά/(συχνότ.) κόκκινα (= ροδοφύκη)/πράσινα (= χλωροφύκη) φύκη (βλ. κυανο-, φαιο-φύκη). Η θάλασσα ξέβρασε ~. Βλ. άγαρ, άλγη, λαμινάρια, λειχήνας, ποσειδωνία, τραγάνα, φυτοπλαγκτόν.|| ~ για σούσι.|| (στην κοσμετολογία:) Εκχύλισμα ~ιών. Θεραπεία/μασάζ με ~.|| Βιοκαύσιμα από ~. ● ΣΥΜΠΛ.: κυανοπράσινα φύκη βλ. κυανοπράσινος ● ΦΡ.: πουλά φύκια για μεταξωτές κορδέλες (προφ.): εμφανίζει το ασήμαντο ως σπουδαίο, εξαπατά με υπερβολές και ψέματα: ~ ~ και εκμεταλλεύεται τους ανυποψίαστους πελάτες. Βλ. χάντρες και καθρεφτάκια. ΣΥΝ. πουλάει παραμύθι(α)/φούμαρα [< αρχ. φύκιον]
55708φυκιάδαφυ-κιά-δα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: υποθαλάσσια έκταση με ποσειδωνίες ή γενικότ. με πολλά φύκια. Βλ. θαλάσσια λιβάδια.
55709φυκώδης, ης, ες φυ-κώ-δης επίθ. {φυκώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που αποτελείται από φύκια: ~ης: άνθιση. ~εις: περιοχές. Βλ. -ώδης.
55710φύλαγμαφύ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): φύλαξη: το ~ (= φρούρηση) των συνόρων.|| Το ~ των ρούχων στη ντουλάπα (πβ. αποθήκευση)/του φαγητού (πβ. διατήρηση). [< μτγν. φύλαγμα 'καταφύγιο, οχύρωση']
55711φυλάγωβλ. φυλάω
55712φυλάκαφυ-λά-κα ουσ. (θηλ.) (αργκό): φυλακή.
55714φύλακαςφύ-λα-κας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {φυλάκων} 1. πρόσωπο που έχει αναλάβει τη φύλαξη ενός χώρου, προσώπου ή πράγματος: νυχτερινός ~ (= νυχτο~). Ένστολοι/σχολικοί ~ες. ~ ασφαλείας. ~ του μουσείου (πβ. επιστάτης)/του πάρκου/της τράπεζας (βλ. σεκιουριτάς). Πβ. φρουρός. Βλ. αρχι~, σωματο~.|| (ΙΣΤ.) ~ες των συνόρων (= ακρίτες, απελάτες). Βλ. συνοριο~.|| Εκπαίδευση σκύλου-~α. 2. (μτφ.) προστάτης: ακοίμητος ~ των θεσμών/παραδόσεων (πβ. θεματο~). ● ΣΥΜΠΛ.: φύλακας άγγελος βλ. άγγελος ● ΦΡ.: έχουν γνώση οι φύλακες βλ. γνώση [< αρχ. φύλαξ, γαλλ. garde]
55715φυλακήφυ-λα-κή ουσ. (θηλ.) 1. σωφρονιστικό ίδρυμα όπου εγκλείονται οι κατάδικοι ή κρατούνται οι υπόδικοι· συνεκδ. φυλάκιση: ανδρικές/γυναικείες/δικαστικές/κεντρικές/στρατιωτικές ~ές. Η απομόνωση/τα δεσμά/τα κάγκελα/τα κελιά/οι πτέρυγες της ~ής. ~ές ανηλίκων (πβ. αναμορφωτήριο)/υψίστης ασφαλείας. Ο γιατρός/ο εισαγγελέας/ο επόπτης/οι κρατούμενοι/οι τρόφιμοι/οι φρουροί των ~ών. Μπήκε/πήγε (στη) ~ (= φυλακίστηκε). Τον έβαλαν/έκλεισαν/έριξαν/έστειλαν/έχωσαν/οδήγησαν στη ~ (= τον φυλάκισαν). Απολύθηκε/βγήκε από τη ~ (= αποφυλακίστηκε). Παρέμεινε/τον κράτησαν στη ~ για ... μέρες. Δραπέτευσε από τη ~. Κατέληξε στη ~. Είναι ~ (= φυλακισμένος)/εκτός ~ής με αναστολή. Πβ. δεσμω-, κρατη-τήριο, ειρκτή, μπαλαούρο, μπουζού, μπουντρούμι, στενή, σωφρονιστικό κατάστημα, τούφα, φρέσκο2, φυλάκα, ψειρού.|| Καταδικάστηκε σε ... μήνες ~. Έφαγε ... χρόνια ~. Βλ. κάθειρξη. 2. (μτφ.) οτιδήποτε δρα περιοριστικά για την ελευθερία κάποιου: Ο γάμος/η δουλειά/το σχολείο είναι γι' αυτόν ένα είδος ~ής. 3. ΣΤΡΑΤ. ποινή που επιβάλλεται για σοβαρό συνήθ. παράπτωμα, συνεπάγεται παραμονή του τιμωρημένου μέσα στο στρατόπεδο για όλη τη χρονική της διάρκεια και επιμήκυνση της θητείας του, εφόσον αυτός έχει συμπληρώσει καθορισμένο αριθμό ημερών φυλάκισης: Τιμωρήθηκε με δέκα μέρες ~. 4. ΣΤΡΑΤ. βάρδια: αξιωματικός ~ής (μηχανοστασίου/πλοίου). Βλ. εθνο~, χωρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: κλειστή φυλακή: όπου οι κρατούμενοι εκτίουν την ποινή τους χωρίς να έχουν δικαίωμα προαυλισμού., αγροτικές φυλακές βλ. αγροτικός ● ΦΡ.: Θου, Κύριε, φυλακήν τω στόματί μου! (ΠΔ): καλύτερα ας μη μιλήσω, ας μην πω τι σκέφτομαι: Αυτός τίμιος; ~ ~!, κάνω φυλακή (προφ.): εκτίω ποινή φυλάκισης: Έκανε ~ ... χρόνια., της φυλακής τα σίδερα είναι για τους λεβέντες (συχνά ειρων.): οι θαρραλέοι, τολμηροί άνθρωποι είναι πάντα έτοιμοι να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους., σαπίζει στη φυλακή βλ. σαπίζει [< μτγν. φυλακή ‘φρουρά, σκοπιά, δεσμωτήριο’]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.