Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56200-56220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55717φυλακίζωφυ-λα-κί-ζω ρ. (μτβ.) {φυλάκι-σα, φυλακί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, φυλακίζ-οντας} 1. βάζω κάποιον στη φυλακή, επιβάλλω ποινή φυλάκισης: Τον ανέκριναν και τον ~σαν. ~στηκε με την κατηγορία της υποκίνησης επεισοδίων. Τον ~σαν για κατασκοπεία. Βλ. προ~. ΣΥΝ. τσουβαλιάζω (2) ΑΝΤ. αποφυλακίζω 2. (μτφ.) κρατώ κάποιον σε έναν χώρο παρά τη θέλησή του, αιχμαλωτίζω: Τον απήγαγαν και τον ~σαν σε ένα υπόγειο. Θυμώνω με όσους ~ουν τα ζώα σε κλουβιά. Πβ. εγκλωβίζω, περιορίζω.|| (λογοτ.) Η ομορφιά του τοπίου ~ει (= καθηλώνει, μαγνητίζει) το βλέμμα. ● βλ. φυλακισμένος [< 1: μτγν. φυλακίζω]
21310φυλάκιο

[ἱματιοφυλάκιο] ι-μα-τι-ο-φυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ιματιοθήκη. Βλ. -φυλάκιο. [< μτγν. ἱματιοφυλάκιον]

55719φυλάκιοφυ-λά-κι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου}: οίκημα που προορίζεται για τη στέγαση μικρού αριθμού στρατιωτών, οι οποίοι έχουν ως έργο να φυλάσσουν συγκεκριμένη περιοχή· γενικότ. κτίσμα μικρών διαστάσεων για την παραμονή φρουρού: (ΣΤΡΑΤ.) ακριτικό/μεθοριακό/συνοριακό ~. Επιδρομή σε μη επανδρωμένο ~. Οπλίτης/στρατιώτης/φαντάρος που υπηρετεί σε ~.|| Αστυνομικό/δασικό/λιμενικό ~. ~ του Άγνωστου Στρατιώτη/της εισόδου (της πρεσβείας). ~ ελέγχου. Βλ. ιματιο~, χαρτο~. ● ΣΥΜΠΛ.: προκεχωρημένο φυλάκιο βλ. προκεχωρημένος [< μτγν. φυλακεῖον, φυλάκιον]
55720φυλάκισηφυ-λά-κι-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. εγκλεισμός ατόμου σε σωφρονιστικό ίδρυμα ως ποινή για τη διάπραξη αδικήματος: ισόβια ~. Μαζικές ~ίσεις. Κινδυνεύει με πολυετή ~. Εκτίει ποινή ~ης για ληστεία/φόνο (πβ. κάθειρξη). Η κλοπή/ο παραβάτης τιμωρείται με ~. Καταδικάστηκε/υπόκειται σε ~ ... ετών/μηνών με αναστολή. Διατάχτηκε η άμεση ~ή του. Βλ. απο~, προ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Αυστηρή ~ (: οι στρατιώτες εκτίουν την ποινή στο πειθαρχείο της μονάδας). Πβ. φυλακή. [< γερμ. Verhaftung, γαλλ. emprisonnement]
55721φυλακισμένος, η, ο φυ-λα-κι-σμέ-νος επίθ. 1. που είναι έγκλειστος σε φυλακή: Βρίσκεται/κρατείται ~ σε φυλακές υψίστης ασφαλείας. (Παρ)έμεινε ~ για ... χρόνια.|| (ως ουσ.) Οι ~οι συνεχίζουν την απεργία πείνας. Δικαιώματα των ~ων. Πβ. δεσμώτης, εγκάθειρκτος, κρατούμενος. 2. (μτφ.) που βρίσκεται περιορισμένος σε έναν χώρο, αιχμάλωτος: ~α: ζώα/πουλιά. Τον κρατούσαν ~ο σε ένα διαμέρισμα.|| ~η: ψυχή. Είναι ~ σε ένα αρρωστημένο πάθος. Πβ. εγκλωβισμένος. ● βλ. φυλακίζω
55722φυλακόβιος, α, ο φυ-λα-κό-βι-ος επίθ./ουσ. (λαϊκό): που έχει περάσει μεγάλο χρονικό διάστημα ως κατάδικος στη φυλακή. Βλ. -βιος.
55723φυλακτικός, ή, ό φυ-λα-κτι-κός επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: φυλακτικό προσωπικό: σύνολο δημοσίων κυρ. υπαλλήλων που εργάζονται ως φύλακες σε χώρους ή κτίρια: το ~ ~ των μουσείων/των φυλακών. [< αρχ. φυλακτικός]
55724φυλακτόβλ. φυλαχτό
55725φύλακτραφύ-λα-κτρα ουσ. (ουδ.) (τα) {φυλάκτρων}: αμοιβή που δίνεται σε πρόσωπο, υπηρεσία ή επιχείρηση για τη φύλαξη αντικειμένου, περιουσιακού στοιχείου: Καταβολή ~ων. Βλ. αποθήκευτρα, ασφάλιστρα.
55726φύλαξηφύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. φύλαγμα 1. φρούρηση, εξασφάλιση προστασίας και ασφάλειας, επίβλεψη: ~ των θησαυρών/της περιουσίας. ~ του κτιρίου/της περιοχής/των συνόρων. Μέτρα/προσωπικό ~ης του αεροδρομίου. Εταιρεία/υπηρεσίες ~ης (πβ. σεκιούριτι). Υπάλληλοι ~ης του μουσείου (= φύλακες). Στατικές ~άξεις και περιπολίες. Βλ. παρα~, προ~, πυρο~.|| ~ των κρατουμένων.|| Ζητείται κυρία για ~ βρέφους/ηλικιωμένου. Αναλαμβάνω τη ~ παιδιών. ~ μικρών ζώων/σκύλων. Πβ. επιτήρηση, φροντίδα. 2. αποθήκευση, διατήρηση: ~ τροφίμων. Καθαρισμός και ~ χαλιών. ~ και συντήρηση των εκθεμάτων. Χώρος ~ης αποσκευών. Θυρίδες ~ης προσωπικών αντικειμένων/τιμαλφών. Πβ. δια~. [< 1: αρχ. φύλαξις]
55727φύλαρχοςφύ-λαρ-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που κατέχει την ανώτατη μορφή εξουσίας σε μια φυλή: Ινδιάνος/τοπικός ~. Βλ. αρχηγός, -αρχος. [< αρχ. φύλαρχος, αγγλ. tribal chief]
55728φυλάσσω & φυλάττωβλ. φυλάω
55729φυλαχτάριφυ-λα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φυλαχτό.
55730φυλαχτόφυ-λα-χτό ουσ. (ουδ.) & φυλακτό: αντικείμενο που φέρει κάποιος πάνω του για την αποτροπή συμφοράς, κινδύνου και γενικότ. κάθε κακού: ανεκτίμητο/κρεμαστό/πολύτιμο ~. Φορά ~ στο λαιμό. Πβ. γκόλφι, εγκόλπιο, περίαπτο, χαϊμαλί. Βλ. φετίχ.|| (μτφ.) Θα κρατήσω τα λόγια σου σαν ~. [< μεσν. φυλακτόν]
55732φυλετικός, ή, ό φυ-λε-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη φυλή: ~ός: ανταγωνισμός/διαχωρισμός/εθνικισμός/πόλεμος/ρατσισμός. ~ή: ανωτερότητα/επιμειξία/ισότητα/καταγωγή/ταυτότητα. ~ό: ζήτημα/μίσος. ~οί: νόμοι. ~ές: ανισότητες/διακρίσεις/μειονότητες/ομάδες/προκαταλήψεις/συγκρούσεις. ~ά: κράτη/χαρακτηριστικά. Θεωρία της ~ής καθαρότητας. Βλ. δια~, εθνο~, πολυ~. 2. ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το φύλο: ~ός: διμορφισμός. ~ή: αναπαραγωγή/διαφοροποίηση. ~ές: ορμόνες. ~ά: χρωμοσώματα.|| ~ά: στερεότυπα (= σεξιστικά). ● επίρρ.: φυλετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φυλετικές διακρίσεις: ρατσιστική μεταχείριση ατόμων ή ομάδων λόγω της φυλής στην οποία ανήκουν. Βλ. απαρτχάιντ. [< 1: αρχ. φυλετικός, γαλλ.-αγγλ. racial, γαλλ. tribal]
55733φυλετικότηταφυ-λε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των στοιχείων, γνωρισμάτων που διακρίνουν το φύλο ή τη φυλή των ζωντανών οργανισμών. Βλ. εθνικότητα, -ότητα. [< γαλλ. sexualité]
44040φυλετισμός

ρα-τσι-σμός ουσ. (αρσ.): η αντίληψη σχετικά με την ανωτερότητα μιας φυλής, ενός έθνους ή ομάδας έναντι άλλων και κατ' επέκτ. η συμπεριφορά που διαμορφώνεται με βάση αυτή την ιδεολογία: ηλικιακός/θεσμικός/θρησκευτικός/κοινωνικός/πολιτικός/φυλετικός (πβ. εθνοφυλετισμός) ~. Έξαρση/θύμα/καταπολέμηση/φαινόμενα ~ού. Πολιτική κατά του ~ού. ~ απέναντι στις γυναίκες (πβ. σεξισμός, φαλλοκρατία)/ενάντια στους μετανάστες. Πβ. φυλετισμός, φυλετικές διακρίσεις. Βλ. απολυτ-, μονολιθικ-ότητα, δογματισμός, μισαλλοδοξία, ξενοφοβία, προκατάληψη, φανατισμός, -ισμός. ΑΝΤ. αντιρατσισμός [< γαλλ. racisme, 1902, ιταλ. razzismo, 1932, αγγλ. racism, 1936]

55734φυλετισμόςφυ-λε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία η οποία κατηγοριοποιεί τις φυλές του πλανήτη σύμφωνα με τα γενετικά τους χαρακτηριστικά και καλλιεργεί την ανισότητα και τις διακρίσεις. Πβ. απαρτχάιντ, ρατσισμός. Βλ. εθνικισμός, εθνο~, -ισμός, πολυ~. [< γαλλ. racisme, 1902]
55735φυλετιστήςφυ-λε-τι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του φυλετισμού. [< γαλλ. raciste, 1892]
55736φυλήφυ-λή ουσ. (θηλ.) 1. κατηγορία ανθρώπων η οποία μοιράζεται κοινά φυσικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα του δέρματος ή των μαλλιών: κίτρινη/λευκή/μαύρη ~. Πβ. ράτσα.|| Η ανθρώπινη ~ (= οι άνθρωποι). 2. ΕΘΝΟΛ. πληθυσμός ο οποίος διαφοροποιείται από άλλους του ίδιου είδους ως προς τη συχνότητα των κληρονομικών χαρακτηριστικών και συνήθ. είναι γεωγραφικά απομονωμένος: ~ ιθαγενών. 3. ΖΩΟΛ. ποικιλία: ~ές των προβάτων/σκύλων. 4. (κατ' επέκτ.) σύνολο ανθρώπων με κοινή γλώσσα, ιστορία, πολιτισμό· έθνος: ελληνική/σλαβική ~. Πβ. εθνότητα. 5. (μτφ.) κοινωνική ομάδα με κοινά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: οι ~ές της πόλης. ● ΣΥΜΠΛ.: αρία φυλή βλ. άριος ● ΦΡ.: όλες οι φυλές του Ισραήλ βλ. Ισραήλ [< αρχ. φυλή, γαλλ. race, αγγλ. race, tribe]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.