Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56200-56220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55724φυλακτόβλ. φυλαχτό
55725φύλακτραφύ-λα-κτρα ουσ. (ουδ.) (τα) {φυλάκτρων}: αμοιβή που δίνεται σε πρόσωπο, υπηρεσία ή επιχείρηση για τη φύλαξη αντικειμένου, περιουσιακού στοιχείου: Καταβολή ~ων. Βλ. αποθήκευτρα, ασφάλιστρα.
55726φύλαξηφύ-λα-ξη ουσ. (θηλ.) ΣΥΝ. φύλαγμα 1. φρούρηση, εξασφάλιση προστασίας και ασφάλειας, επίβλεψη: ~ των θησαυρών/της περιουσίας. ~ του κτιρίου/της περιοχής/των συνόρων. Μέτρα/προσωπικό ~ης του αεροδρομίου. Εταιρεία/υπηρεσίες ~ης (πβ. σεκιούριτι). Υπάλληλοι ~ης του μουσείου (= φύλακες). Στατικές ~άξεις και περιπολίες. Βλ. παρα~, προ~, πυρο~.|| ~ των κρατουμένων.|| Ζητείται κυρία για ~ βρέφους/ηλικιωμένου. Αναλαμβάνω τη ~ παιδιών. ~ μικρών ζώων/σκύλων. Πβ. επιτήρηση, φροντίδα. 2. αποθήκευση, διατήρηση: ~ τροφίμων. Καθαρισμός και ~ χαλιών. ~ και συντήρηση των εκθεμάτων. Χώρος ~ης αποσκευών. Θυρίδες ~ης προσωπικών αντικειμένων/τιμαλφών. Πβ. δια~. [< 1: αρχ. φύλαξις]
55727φύλαρχοςφύ-λαρ-χος ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που κατέχει την ανώτατη μορφή εξουσίας σε μια φυλή: Ινδιάνος/τοπικός ~. Βλ. αρχηγός, -αρχος. [< αρχ. φύλαρχος, αγγλ. tribal chief]
55728φυλάσσω & φυλάττωβλ. φυλάω
55729φυλαχτάριφυ-λα-χτά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): φυλαχτό.
55730φυλαχτόφυ-λα-χτό ουσ. (ουδ.) & φυλακτό: αντικείμενο που φέρει κάποιος πάνω του για την αποτροπή συμφοράς, κινδύνου και γενικότ. κάθε κακού: ανεκτίμητο/κρεμαστό/πολύτιμο ~. Φορά ~ στο λαιμό. Πβ. γκόλφι, εγκόλπιο, περίαπτο, χαϊμαλί. Βλ. φετίχ.|| (μτφ.) Θα κρατήσω τα λόγια σου σαν ~. [< μεσν. φυλακτόν]
55732φυλετικός, ή, ό φυ-λε-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται στη φυλή: ~ός: ανταγωνισμός/διαχωρισμός/εθνικισμός/πόλεμος/ρατσισμός. ~ή: ανωτερότητα/επιμειξία/ισότητα/καταγωγή/ταυτότητα. ~ό: ζήτημα/μίσος. ~οί: νόμοι. ~ές: ανισότητες/διακρίσεις/μειονότητες/ομάδες/προκαταλήψεις/συγκρούσεις. ~ά: κράτη/χαρακτηριστικά. Θεωρία της ~ής καθαρότητας. Βλ. δια~, εθνο~, πολυ~. 2. ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με το φύλο: ~ός: διμορφισμός. ~ή: αναπαραγωγή/διαφοροποίηση. ~ές: ορμόνες. ~ά: χρωμοσώματα.|| ~ά: στερεότυπα (= σεξιστικά). ● επίρρ.: φυλετικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φυλετικές διακρίσεις: ρατσιστική μεταχείριση ατόμων ή ομάδων λόγω της φυλής στην οποία ανήκουν. Βλ. απαρτχάιντ. [< 1: αρχ. φυλετικός, γαλλ.-αγγλ. racial, γαλλ. tribal]
55733φυλετικότηταφυ-λε-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): το σύνολο των στοιχείων, γνωρισμάτων που διακρίνουν το φύλο ή τη φυλή των ζωντανών οργανισμών. Βλ. εθνικότητα, -ότητα. [< γαλλ. sexualité]
44040φυλετισμός

ρα-τσι-σμός ουσ. (αρσ.): η αντίληψη σχετικά με την ανωτερότητα μιας φυλής, ενός έθνους ή ομάδας έναντι άλλων και κατ' επέκτ. η συμπεριφορά που διαμορφώνεται με βάση αυτή την ιδεολογία: ηλικιακός/θεσμικός/θρησκευτικός/κοινωνικός/πολιτικός/φυλετικός (πβ. εθνοφυλετισμός) ~. Έξαρση/θύμα/καταπολέμηση/φαινόμενα ~ού. Πολιτική κατά του ~ού. ~ απέναντι στις γυναίκες (πβ. σεξισμός, φαλλοκρατία)/ενάντια στους μετανάστες. Πβ. φυλετισμός, φυλετικές διακρίσεις. Βλ. απολυτ-, μονολιθικ-ότητα, δογματισμός, μισαλλοδοξία, ξενοφοβία, προκατάληψη, φανατισμός, -ισμός. ΑΝΤ. αντιρατσισμός [< γαλλ. racisme, 1902, ιταλ. razzismo, 1932, αγγλ. racism, 1936]

55734φυλετισμόςφυ-λε-τι-σμός ουσ. (αρσ.): θεωρία η οποία κατηγοριοποιεί τις φυλές του πλανήτη σύμφωνα με τα γενετικά τους χαρακτηριστικά και καλλιεργεί την ανισότητα και τις διακρίσεις. Πβ. απαρτχάιντ, ρατσισμός. Βλ. εθνικισμός, εθνο~, -ισμός, πολυ~. [< γαλλ. racisme, 1902]
55735φυλετιστήςφυ-λε-τι-στής ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής του φυλετισμού. [< γαλλ. raciste, 1892]
55736φυλήφυ-λή ουσ. (θηλ.) 1. κατηγορία ανθρώπων η οποία μοιράζεται κοινά φυσικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα του δέρματος ή των μαλλιών: κίτρινη/λευκή/μαύρη ~. Πβ. ράτσα.|| Η ανθρώπινη ~ (= οι άνθρωποι). 2. ΕΘΝΟΛ. πληθυσμός ο οποίος διαφοροποιείται από άλλους του ίδιου είδους ως προς τη συχνότητα των κληρονομικών χαρακτηριστικών και συνήθ. είναι γεωγραφικά απομονωμένος: ~ ιθαγενών. 3. ΖΩΟΛ. ποικιλία: ~ές των προβάτων/σκύλων. 4. (κατ' επέκτ.) σύνολο ανθρώπων με κοινή γλώσσα, ιστορία, πολιτισμό· έθνος: ελληνική/σλαβική ~. Πβ. εθνότητα. 5. (μτφ.) κοινωνική ομάδα με κοινά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: οι ~ές της πόλης. ● ΣΥΜΠΛ.: αρία φυλή βλ. άριος ● ΦΡ.: όλες οι φυλές του Ισραήλ βλ. Ισραήλ [< αρχ. φυλή, γαλλ. race, αγγλ. race, tribe]
55737φυλλάδαφυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) έντυπο, κυρ. εφημερίδα, χαμηλής ποιότητας, με ευτελές περιεχόμενο: κουτσομπολίστικη ~. Κίτρινες/σκανδαλοθηρικές ~ες (: κίτρινος Τύπος). Πβ. κωλο~, παλιο~, ταμπλόιντ. 2. (παλαιότ.) ολιγοσέλιδο βιβλίο με λαϊκό συνήθ. περιεχόμενο. [< αρχ. φυλλάς ‘φύλλωμα’]
55738φυλλάδιοφυλ-λά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {φυλλαδί-ου}: έντυπο που απαρτίζεται από λίγες σελίδες και αποβλέπει συνήθ. στην παροχή πληροφοριών: διαφημιστικό/ενημερωτικό/ηλεκτρονικό/συμπληρωματικό/τρίπτυχο ~. Τουριστικά ~α. Το ~ του καταστήματος (πβ. προσπέκτους). Αποστολή/διανομή ~ων. Ο οργανισμός/το υπουργείο εξέδωσε ~ για ... Διαβάστε προσεκτικά το ~ οδηγιών. Πβ. μπροσούρα.|| Εκπαιδευτικό ~. Επαναληπτικό ~ ασκήσεων/στη χημεία. Βλ. σημειώσεις, τετράδιο. ● Υποκ.: φυλλαδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικό φυλλάδιο: ΝΑΥΤ. επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί ότι κάποιος είναι ναυτικός και καθιστά δυνατή τη ναυτολόγησή του: έκδοση ~ού ~ου. Αποκτώ/βγάζω/διαθέτω ~ ~. [< γαλλ. livret]
55739φυλλάριοφυλ-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. καθένα από τα μικρότερα φύλλα στα οποία διαιρείται ένα σύνθετο φύλλο. Βλ. -άριο. 2. ΟΡΥΚΤ. καθεμιά από τις λεπτές, σε σχήμα μικρού φύλλου, πλάκες στις οποίες διαχωρίζονται τα πετρώματα με μεγάλη σχιστότητα. Βλ. μαρμαρυγίας.
55740φυλλικός, ή, ό φυλ-λι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που σχετίζεται με φύλλο φυτού: ~ή: επιφάνεια. Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φολικό οξύ βλ. φολικός
55741φύλλοφύλ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα λεπτά, πεπλατυσμένα, μεμβρανώδη και συνήθ. πράσινα μέρη που εκφύονται στον βλαστό ή τα κλαδιά των φυτών και των δέντρων, το οποίο αποτελεί βασικό όργανο της φωτοσύνθεσης, της διαπνοής και της αναπνοής: απολιθωμένα/βελονοειδή/κίτρινα/μαραμένα/ξερά/οδοντωτά/πεσμένα/σαρκώδη/σκληρά/σχιστά/χλωρά ~α. ~α δάφνης/ελιάς/καπνού/κάππαρης. Τα μέρη/νεύρα του ~ου. Το θρόισμα των ~ων. Δέντρα που ρίχνουν τα ~α τους τον χειμώνα (= φυλλοβόλα). Πέφτουν τα ~α. Η ροδιά άρχισε να βγάζει ~α. Βλ. παράφυλλα, φύλλωμα.|| Σαλάτα με ~α ρόκας.|| Τρέμω σαν το ~ (: από τον φόβο ή το κρύο). 2. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πέταλο: τα ροζ ~α του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με φύλλο δέντρου: ακρυλικά/ξύλινα/πλαστικά/πολυκαρβονικά/χαλύβδινα ~α. ~α αλουμινίου/αμιάντου/γυαλιού/ζελατίνης/καπλαμά. Στεφάνι από ~α χρυσού.|| Φούστα με ~α (: κομμάτια υφάσματος ραμμένα μαζί). 4. εφημερίδα: απογευματινό/ημερήσιο/κυριακάτικο/πρωινό/σημερινό ~. ~ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Αριθμός ~ου. Έκδοση/κυκλοφορία του ~ου. Αρχείο ~ων. Βλ. τεύχος. 5. ορθογώνιο συνήθ. κομμάτι χαρτιού: άκοπα/ανταλλακτικά/τυπογραφικά ~α. ~α εκτύπωσης/ντοσιέ/σημειώσεων. Τα ~α του βιβλίου/τετραδίου. Διπλώνω/κόβω/σκίζω/τσαλακώνω ένα ~. Γράψτε το όνομά σας σε ένα ~. Μπλοκ ριγέ πενήντα ~ων.|| Το γύρισε το ~ (: άλλαξε τακτική). Πβ. σελίδα. Βλ. εξώ-, οπισθό-, παρά-φυλλο. ΣΥΝ. κόλλα (2) 6. επίσημο συνήθ. έγγραφο που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο ή εξυπηρετεί ορισμένο σκοπό: ενημερωτικό/συμπληρωματικό ~. ~ αδείας/αξιολόγησης (εκπαιδευτικού/μαθητή)/ασκήσεων/ελέγχου/καταχώρισης (αποδείξεων)/μισθοδοσίας/υπολογισμού (αξίας ακινήτου). Φυλάξτε το ~ οδηγιών χρήσης (πβ. μπροσούρα, προσπέκτους). Πβ. φυλλάδιο. 7. ΜΑΓΕΙΡ. πλατύ στρώμα ζύμης, κατάλληλο κυρ. για πίτες και γλυκίσματα: έτοιμο/λεπτό/παραδοσιακό/τραγανό/χωριάτικο ~. ~ κουρού/σφολιάτας. Πολύ λεπτό ~ ζύμης για μπακλαβά. Ανοίγω ~. Απλώνουμε το ~ σε βουτυρωμένο ταψί. 8. τραπουλόχαρτο: Ανακατεύω τα ~α. Παίρνω/πετάω/ρίχνω/τραβάω ένα ~.|| Ποιος κάνει ~α (: μοιράζει); Έχω κακό/καλό ~ (: συνδυασμό χαρτιών· πβ. χέρι). ΣΥΝ. χαρτί (4) 9. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: αναδιπλούμενα ~α. Τα ~α της ντουλάπας. Βλ. (παρα)θυρόφυλλο. ● Υποκ.: φυλλαράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητά φύλλα: άδετες κόλλες χαρτιού: Βιβλία/κώδικες που τηρούνται σε ~ ~. Βλ. δελτίο, καρτέλα., κίτρινο φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η ομάδα που χάνει· συνεκδ. ήττα., ροζ φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η νικήτρια ομάδα· συνεκδ. νίκη., υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που χρησιμοποιείται κυρ. για αριθμητικούς υπολογισμούς, στο οποίο τα δεδομένα οργανώνονται σε στήλες και κελιά: επεξεργασία ~ών ~ων. [< αγγλ. spreadsheet, 1981] , φύλλο αγώνα & (λόγ.) αγώνος (επίσ.): ΑΘΛ. (στα ομαδικά αθλήματα) επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται πληροφορίες σχετικές με συγκεκριμένο αγώνα και όλα τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκειά του και αμέσως μετά τη λήξη του: Το ~ ~ καίει τους γηπεδούχους (: είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό γι' αυτούς)., φύλλο εργασίας 1. ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. 2. κομμάτι χαρτιού συνήθ. με ασκήσεις, ερωτήσεις: ~ ~ στη Χημεία. [< 2: αγγλ. worksheet, 1930] , ωραίο φύλλο: ΒΟΤ. κολεός., φύλλο κρούστας βλ. κρούστα, φύλλο πορείας βλ. πορεία, φύλλο συκής βλ. συκή ● ΦΡ.: ούτε ένα πράσινο φύλλο (μτφ.-προφ.): απολύτως τίποτα: Δεν μου έφερε ~ ~ από το ταξίδι του., φύλλο (και) φτερό (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί εξονυχιστικός έλεγχος ή διάλυση, ολοκληρωτική καταστροφή: Έκαναν ~ ~ το σπίτι του, για να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία.|| Με το που άνοιξα το βιβλίο, έγινε ~ ~., δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο βλ. κουνώ, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω [< 1,2: αρχ. φύλλον, γαλλ. feuille 2: μεσν. ~. 7: πβ. αγγλ. phyllo & filo, 1950 8: ιταλ. carte]
55742φυλλοβολεί[φυλλοβολεῖ] φυλ-λο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {φυλλοβόλ-ησε}: ΒΟΤ. (για δέντρο, φυτό) χάνει τα φύλλα του κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα: Οι οξιές ~ούν. Πβ. φυλλορροεί. [< αρχ. φυλλοβολῶ]
55743φυλλοβολίαφυλ-λο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. (σε φυτά) η πτώση των φύλλων κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. 2. ΑΡΧ. η ρίψη φύλλων, λουλουδιών και κλαδιών σε αθλητή μετά τη νίκη του. Βλ. -βολία. [< μτγν. φυλλοβολία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.