| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55737 | φυλλάδα | φυλ-λά-δα ουσ. (θηλ.) 1. (μειωτ.) έντυπο, κυρ. εφημερίδα, χαμηλής ποιότητας, με ευτελές περιεχόμενο: κουτσομπολίστικη ~. Κίτρινες/σκανδαλοθηρικές ~ες (: κίτρινος Τύπος). Πβ. κωλο~, παλιο~, ταμπλόιντ. 2. (παλαιότ.) ολιγοσέλιδο βιβλίο με λαϊκό συνήθ. περιεχόμενο. [< αρχ. φυλλάς ‘φύλλωμα’] | |
| 55738 | φυλλάδιο | φυλ-λά-δι-ο ουσ. (ουδ.) {φυλλαδί-ου}: έντυπο που απαρτίζεται από λίγες σελίδες και αποβλέπει συνήθ. στην παροχή πληροφοριών: διαφημιστικό/ενημερωτικό/ηλεκτρονικό/συμπληρωματικό/τρίπτυχο ~. Τουριστικά ~α. Το ~ του καταστήματος (πβ. προσπέκτους). Αποστολή/διανομή ~ων. Ο οργανισμός/το υπουργείο εξέδωσε ~ για ... Διαβάστε προσεκτικά το ~ οδηγιών. Πβ. μπροσούρα.|| Εκπαιδευτικό ~. Επαναληπτικό ~ ασκήσεων/στη χημεία. Βλ. σημειώσεις, τετράδιο. ● Υποκ.: φυλλαδιάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ναυτικό φυλλάδιο: ΝΑΥΤ. επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί ότι κάποιος είναι ναυτικός και καθιστά δυνατή τη ναυτολόγησή του: έκδοση ~ού ~ου. Αποκτώ/βγάζω/διαθέτω ~ ~. [< γαλλ. livret] | |
| 55739 | φυλλάριο | φυλ-λά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΒΟΤ. καθένα από τα μικρότερα φύλλα στα οποία διαιρείται ένα σύνθετο φύλλο. Βλ. -άριο. 2. ΟΡΥΚΤ. καθεμιά από τις λεπτές, σε σχήμα μικρού φύλλου, πλάκες στις οποίες διαχωρίζονται τα πετρώματα με μεγάλη σχιστότητα. Βλ. μαρμαρυγίας. | |
| 55740 | φυλλικός | , ή, ό φυλ-λι-κός επίθ.: ΒΟΤ. που σχετίζεται με φύλλο φυτού: ~ή: επιφάνεια. Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φολικό οξύ βλ. φολικός | |
| 55741 | φύλλο | φύλ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} καθένα από τα λεπτά, πεπλατυσμένα, μεμβρανώδη και συνήθ. πράσινα μέρη που εκφύονται στον βλαστό ή τα κλαδιά των φυτών και των δέντρων, το οποίο αποτελεί βασικό όργανο της φωτοσύνθεσης, της διαπνοής και της αναπνοής: απολιθωμένα/βελονοειδή/κίτρινα/μαραμένα/ξερά/οδοντωτά/πεσμένα/σαρκώδη/σκληρά/σχιστά/χλωρά ~α. ~α δάφνης/ελιάς/καπνού/κάππαρης. Τα μέρη/νεύρα του ~ου. Το θρόισμα των ~ων. Δέντρα που ρίχνουν τα ~α τους τον χειμώνα (= φυλλοβόλα). Πέφτουν τα ~α. Η ροδιά άρχισε να βγάζει ~α. Βλ. παράφυλλα, φύλλωμα.|| Σαλάτα με ~α ρόκας.|| Τρέμω σαν το ~ (: από τον φόβο ή το κρύο). 2. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} πέταλο: τα ροζ ~α του τριαντάφυλλου. Πβ. σέπαλο. 3. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε μοιάζει με φύλλο δέντρου: ακρυλικά/ξύλινα/πλαστικά/πολυκαρβονικά/χαλύβδινα ~α. ~α αλουμινίου/αμιάντου/γυαλιού/ζελατίνης/καπλαμά. Στεφάνι από ~α χρυσού.|| Φούστα με ~α (: κομμάτια υφάσματος ραμμένα μαζί). 4. εφημερίδα: απογευματινό/ημερήσιο/κυριακάτικο/πρωινό/σημερινό ~. ~ της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως. Αριθμός ~ου. Έκδοση/κυκλοφορία του ~ου. Αρχείο ~ων. Βλ. τεύχος. 5. ορθογώνιο συνήθ. κομμάτι χαρτιού: άκοπα/ανταλλακτικά/τυπογραφικά ~α. ~α εκτύπωσης/ντοσιέ/σημειώσεων. Τα ~α του βιβλίου/τετραδίου. Διπλώνω/κόβω/σκίζω/τσαλακώνω ένα ~. Γράψτε το όνομά σας σε ένα ~. Μπλοκ ριγέ πενήντα ~ων.|| Το γύρισε το ~ (: άλλαξε τακτική). Πβ. σελίδα. Βλ. εξώ-, οπισθό-, παρά-φυλλο. ΣΥΝ. κόλλα (2) 6. επίσημο συνήθ. έγγραφο που έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο ή εξυπηρετεί ορισμένο σκοπό: ενημερωτικό/συμπληρωματικό ~. ~ αδείας/αξιολόγησης (εκπαιδευτικού/μαθητή)/ασκήσεων/ελέγχου/καταχώρισης (αποδείξεων)/μισθοδοσίας/υπολογισμού (αξίας ακινήτου). Φυλάξτε το ~ οδηγιών χρήσης (πβ. μπροσούρα, προσπέκτους). Πβ. φυλλάδιο. 7. ΜΑΓΕΙΡ. πλατύ στρώμα ζύμης, κατάλληλο κυρ. για πίτες και γλυκίσματα: έτοιμο/λεπτό/παραδοσιακό/τραγανό/χωριάτικο ~. ~ κουρού/σφολιάτας. Πολύ λεπτό ~ ζύμης για μπακλαβά. Ανοίγω ~. Απλώνουμε το ~ σε βουτυρωμένο ταψί. 8. τραπουλόχαρτο: Ανακατεύω τα ~α. Παίρνω/πετάω/ρίχνω/τραβάω ένα ~.|| Ποιος κάνει ~α (: μοιράζει); Έχω κακό/καλό ~ (: συνδυασμό χαρτιών· πβ. χέρι). ΣΥΝ. χαρτί (4) 9. κινητό τμήμα παραθύρου, πόρτας ή επίπλου: αναδιπλούμενα ~α. Τα ~α της ντουλάπας. Βλ. (παρα)θυρόφυλλο. ● Υποκ.: φυλλαράκι (το): κυρ. στη σημ. 1. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητά φύλλα: άδετες κόλλες χαρτιού: Βιβλία/κώδικες που τηρούνται σε ~ ~. Βλ. δελτίο, καρτέλα., κίτρινο φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η ομάδα που χάνει· συνεκδ. ήττα., ροζ φύλλο αγώνα: ΑΘΛ. (στο μπάσκετ) αντίγραφο του φύλλου αγώνα που παίρνει η νικήτρια ομάδα· συνεκδ. νίκη., υπολογιστικό/λογιστικό φύλλο: ΠΛΗΡΟΦ. λογισμικό που χρησιμοποιείται κυρ. για αριθμητικούς υπολογισμούς, στο οποίο τα δεδομένα οργανώνονται σε στήλες και κελιά: επεξεργασία ~ών ~ων. [< αγγλ. spreadsheet, 1981] , φύλλο αγώνα & (λόγ.) αγώνος (επίσ.): ΑΘΛ. (στα ομαδικά αθλήματα) επίσημο έγγραφο στο οποίο καταγράφονται πληροφορίες σχετικές με συγκεκριμένο αγώνα και όλα τα συμβάντα που λαμβάνουν χώρα κατά τη διάρκειά του και αμέσως μετά τη λήξη του: Το ~ ~ καίει τους γηπεδούχους (: είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό γι' αυτούς)., φύλλο εργασίας 1. ΠΛΗΡΟΦ. λογιστικό φύλλο. 2. κομμάτι χαρτιού συνήθ. με ασκήσεις, ερωτήσεις: ~ ~ στη Χημεία. [< 2: αγγλ. worksheet, 1930] , ωραίο φύλλο: ΒΟΤ. κολεός., φύλλο κρούστας βλ. κρούστα, φύλλο πορείας βλ. πορεία, φύλλο συκής βλ. συκή ● ΦΡ.: ούτε ένα πράσινο φύλλο (μτφ.-προφ.): απολύτως τίποτα: Δεν μου έφερε ~ ~ από το ταξίδι του., φύλλο (και) φτερό (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί εξονυχιστικός έλεγχος ή διάλυση, ολοκληρωτική καταστροφή: Έκαναν ~ ~ το σπίτι του, για να βρουν ενοχοποιητικά στοιχεία.|| Με το που άνοιξα το βιβλίο, έγινε ~ ~., δεν κουνάει/κουνιέται φύλλο βλ. κουνώ, δίνω φύλλο πορείας (σε κάποιον) βλ. δίνω [< 1,2: αρχ. φύλλον, γαλλ. feuille 2: μεσν. ~. 7: πβ. αγγλ. phyllo & filo, 1950 8: ιταλ. carte] | |
| 55742 | φυλλοβολεί | [φυλλοβολεῖ] φυλ-λο-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {φυλλοβόλ-ησε}: ΒΟΤ. (για δέντρο, φυτό) χάνει τα φύλλα του κατά το φθινόπωρο και τον χειμώνα: Οι οξιές ~ούν. Πβ. φυλλορροεί. [< αρχ. φυλλοβολῶ] | |
| 55743 | φυλλοβολία | φυλ-λο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. (σε φυτά) η πτώση των φύλλων κατά τους φθινοπωρινούς και χειμερινούς μήνες. 2. ΑΡΧ. η ρίψη φύλλων, λουλουδιών και κλαδιών σε αθλητή μετά τη νίκη του. Βλ. -βολία. [< μτγν. φυλλοβολία] | |
| 55744 | φυλλοβόλος | , ος, ο φυλ-λο-βό-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για δέντρο, φυτό) που αποβάλλει τα φύλλα του το φθινόπωρο και τον χειμώνα: ~ος: θάμνος. ~α: οπωροφόρα.|| (ως ουσ. στον πληθ.) Πλατύφυλλα ~α. ΑΝΤ. αειθαλής (1) [< μτγν. φυλλοβόλος] | |
| 55745 | φυλλόδεντρο | βλ. φιλόδεντρο | |
| 55746 | φυλλοδέτης | φυλ-λο-δέ-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. παρασιτικό έντομο που ανήκει στα λεπιδόπτερα (οικογ. Tortricidæ) και προσβάλλει ως προνύμφη τα φύλλα φυτών: ~ της αμυγδαλιάς/ροδακινιάς. Βλ. καρπόκαψα, φυλλο-ρύκτης, -φάγος. | |
| 55747 | φυλλοδιαγνωστική | φυλ-λο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μέθοδος διάγνωσης της θρεπτικής κατάστασης των φυτών μέσω ανάλυσης των φύλλων, βλαστών ή μίσχων τους: ~ ελιάς. [< αγγλ. foliar diagnosis] | |
| 55748 | φυλλοειδής | , ής, ές φυλ-λο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που το σχήμα του μοιάζει με φύλλο φυτού: ~ές: ελατήριο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: όγκος μαστού. Πβ. φυλλόσχημος. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. foliacé] | |
| 55749 | φυλλοκάρδι | φυλ-λο-κάρ-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ψυχή, τα βάθη της καρδιάς: Τρέμει το ~ μου (= αγωνιώ, φοβάμαι πολύ). Ένας καημός βγήκε απ' τα ~ια του. [< μεσν. φυλλοκάρδι] | |
| 55750 | φυλλομέτρηση | φυλ-λο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.) φυλλομέτρημα (το): ξεφύλλισμα: ~ βιβλίου/ημερολογίου.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ ιστοσελίδων (= περιήγηση, πλοήγηση). Βλ. -μέτρηση. | |
| 55751 | φυλλομετρητής | φυλ-λο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: φυλλομετρητής ιστοσελίδων & (σπάν.) ιστού: ΔΙΑΔΙΚΤ. περιηγητής, πλοηγός. Βλ. -μετρητής. | |
| 55752 | φυλλομετρώ | [φυλλομετρῶ] φυλ-λο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {φυλλομετρ-άς κ. -είς ..., -ώντας | φυλλομέτρ-ησα, -ήσει} (λόγ.): ξεφυλλίζω: ~ ένα βιβλίο/περιοδικό.|| (μτφ.) Η εκπομπή ~ά τις ιστορικές στιγμές του τόπου. Βλ. -μετρώ. [< γαλλ. feuilleter] | |
| 55753 | φυλλοξήρα | φυλ-λο-ξή-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φυλλοξέρα: ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Phylloxera vastatrix) που τρέφεται με τον χυμό των ριζών του αμπελιού· συνεκδ. η ασθένεια που προσβάλλει το συγκεκριμένο φυτό, αναστέλλοντας την ανάπτυξή του ή καταστρέφοντάς το. Βλ. μελίγκρα, περονόσπορος. [< γαλλ. phylloxéra, αγγλ. phylloxera] | |
| 55754 | φυλλόπτωση | φυλ-λό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πτώση των φύλλων δέντρου: πρόωρη ~. Πβ. φυλλόρροια. Βλ. αποφύλλωση, -πτωση. [< αγγλ. defoliation] | |
| 55755 | φυλλορροεί | [φυλλορροεῖ] φυλ-λορ-ρο-εί ρ. (αμτβ.) {φυλλορρό-ησε, -ήσει} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σβήνει, χάνεται σταδιακά: Η απεργία/νιότη ~. Οι ελπίδες ~ησαν. Πβ. φθίνει.|| Το κόμμα/η ομάδα ~ (: για μαζική αποχώρηση μελών). 2. ΒΟΤ. (για δέντρο) ρίχνει τα φύλλα του. Πβ. μαδά, φυλλοβολεί. [< 1: αρχ. φυλλορροῶ] | |
| 55756 | φυλλορρόημα | φυλ-λορ-ρό-η-μα ουσ. (ουδ.) & φυλλοροή (η) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξασθένηση, παρακμή, διαρροή: πληθυσμιακό ~. ~ κόμματος. Πβ. φυλλόρροια.|| ~ ψήφων. 2. ΒΟΤ. πτώση φύλλων δέντρου. Πβ. φυλλόπτωση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ