Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56220-56240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55744φυλλοβόλος, ος, ο φυλ-λο-βό-λος επίθ.: ΒΟΤ. (για δέντρο, φυτό) που αποβάλλει τα φύλλα του το φθινόπωρο και τον χειμώνα: ~ος: θάμνος. ~α: οπωροφόρα.|| (ως ουσ. στον πληθ.) Πλατύφυλλα ~α. ΑΝΤ. αειθαλής (1) [< μτγν. φυλλοβόλος]
55745φυλλόδεντροβλ. φιλόδεντρο
55746φυλλοδέτηςφυλ-λο-δέ-της ουσ. (αρσ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. παρασιτικό έντομο που ανήκει στα λεπιδόπτερα (οικογ. Tortricidæ) και προσβάλλει ως προνύμφη τα φύλλα φυτών: ~ της αμυγδαλιάς/ροδακινιάς. Βλ. καρπόκαψα, φυλλο-ρύκτης, -φάγος.
55747φυλλοδιαγνωστικήφυλ-λο-δι-α-γνω-στι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μέθοδος διάγνωσης της θρεπτικής κατάστασης των φυτών μέσω ανάλυσης των φύλλων, βλαστών ή μίσχων τους: ~ ελιάς. [< αγγλ. foliar diagnosis]
55748φυλλοειδής, ής, ές φυλ-λο-ει-δής επίθ. (επιστ.): που το σχήμα του μοιάζει με φύλλο φυτού: ~ές: ελατήριο.|| (ΙΑΤΡ.) ~ής: όγκος μαστού. Πβ. φυλλόσχημος. Βλ. -ειδής. [< γαλλ. foliacé]
55749φυλλοκάρδιφυλ-λο-κάρ-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό-λογοτ.): η ψυχή, τα βάθη της καρδιάς: Τρέμει το ~ μου (= αγωνιώ, φοβάμαι πολύ). Ένας καημός βγήκε απ' τα ~ια του. [< μεσν. φυλλοκάρδι]
55750φυλλομέτρησηφυλ-λο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) & (σπάν.) φυλλομέτρημα (το): ξεφύλλισμα: ~ βιβλίου/ημερολογίου.|| (ΔΙΑΔΙΚΤ.) ~ ιστοσελίδων (= περιήγηση, πλοήγηση). Βλ. -μέτρηση.
55751φυλλομετρητήςφυλ-λο-με-τρη-τής ουσ. (αρσ.): στο ● ΣΥΜΠΛ.: φυλλομετρητής ιστοσελίδων & (σπάν.) ιστού: ΔΙΑΔΙΚΤ. περιηγητής, πλοηγός. Βλ. -μετρητής.
55752φυλλομετρώ[φυλλομετρῶ] φυλ-λο-με-τρώ ρ. (μτβ.) {φυλλομετρ-άς κ. -είς ..., -ώντας | φυλλομέτρ-ησα, -ήσει} (λόγ.): ξεφυλλίζω: ~ ένα βιβλίο/περιοδικό.|| (μτφ.) Η εκπομπή ~ά τις ιστορικές στιγμές του τόπου. Βλ. -μετρώ. [< γαλλ. feuilleter]
55753φυλλοξήραφυλ-λο-ξή-ρα ουσ. (θηλ.) & (λαϊκό) φυλλοξέρα: ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. παρασιτικό έντομο (επιστ. ονομασ. Phylloxera vastatrix) που τρέφεται με τον χυμό των ριζών του αμπελιού· συνεκδ. η ασθένεια που προσβάλλει το συγκεκριμένο φυτό, αναστέλλοντας την ανάπτυξή του ή καταστρέφοντάς το. Βλ. μελίγκρα, περονόσπορος. [< γαλλ. phylloxéra, αγγλ. phylloxera]
55754φυλλόπτωσηφυλ-λό-πτω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. πτώση των φύλλων δέντρου: πρόωρη ~. Πβ. φυλλόρροια. Βλ. αποφύλλωση, -πτωση. [< αγγλ. defoliation]
55755φυλλορροεί[φυλλορροεῖ] φυλ-λορ-ρο-εί ρ. (αμτβ.) {φυλλορρό-ησε, -ήσει} 1. (μτφ.-απαιτ. λεξιλόγ.) σβήνει, χάνεται σταδιακά: Η απεργία/νιότη ~. Οι ελπίδες ~ησαν. Πβ. φθίνει.|| Το κόμμα/η ομάδα ~ (: για μαζική αποχώρηση μελών). 2. ΒΟΤ. (για δέντρο) ρίχνει τα φύλλα του. Πβ. μαδά, φυλλοβολεί. [< 1: αρχ. φυλλορροῶ]
55756φυλλορρόημαφυλ-λορ-ρό-η-μα ουσ. (ουδ.) & φυλλοροή (η) (λόγ.) 1. (μτφ.) εξασθένηση, παρακμή, διαρροή: πληθυσμιακό ~. ~ κόμματος. Πβ. φυλλόρροια.|| ~ ψήφων. 2. ΒΟΤ. πτώση φύλλων δέντρου. Πβ. φυλλόπτωση.
55757φυλλόρροιαφυλ-λόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ασυνήθιστη πτώση φύλλων φυτού, κυρ. λόγω ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Πβ. αποφύλλωση, φυλλόπτωση. 2. (σπάν.-μτφ.) εξασθένηση, παρακμή. Πβ. φυλλορρόημα. Βλ. -ρροια. [< 1: μτγν. φυλλόρροια]
55758φυλλορύκτηςφυλ-λο-ρύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γενική ονομασία για τις προνύμφες κυρ. των λεπιδόπτερων και των δίπτερων που προσβάλλουν τα φύλλα φυτών ή και το εσωτερικό των μίσχων τους: ~ των εσπεριδοειδών (: & φυλλοκνίστης: phyllocnistis citrella)/της ντομάτας. Βλ. φυλλοδέτης. ΣΥΝ. υπονομευτής (2) [< αγγλ. leafminer]
55760φυλλόσχημος, η, ο φυλ-λό-σχη-μος επίθ.: που έχει σχήμα φύλλου φυτού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~η: αιχμή (δόρατος). ~ες: πινακίδες (γραμμικής γραφής). Πβ. φυλλοειδής.
55761φυλλοταξίαφυλ-λο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο διατάσσονται τα φύλλα πάνω στον βλαστό. Βλ. ταξιανθία. [< γαλλ. phyllotaxie, αγγλ. phyllotaxis]
55762φυλλοφάγος, ος, ο φυλ-λο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με φύλλα: ~ες: κάμπιες/προνύµφες. ~α: έντομα. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. phyllophage, αγγλ. phyllophagous]
55763φυλλοφόρος, α/ος, ο φυλ-λο-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ. που έχει φύλλα: ~α: μοσχεύματα. Βλάστηση/έκπτυξη ~ων οφθαλμών. Βλ. -φόρος. [< αρχ. φυλλοφόρος, γαλλ. feuillu]
55764φυλλόχωμαφυλ-λό-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. οργανικό υπόλειμμα από φύλλα και άλλα μέρη φυτών που έχουν αποσυντεθεί, το οποίο χρησιμοποιείται ως λίπασμα. Βλ. τύρφη, χούμος, -χωμα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.