| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55757 | φυλλόρροια | φυλ-λόρ-ροι-α ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. ασυνήθιστη πτώση φύλλων φυτού, κυρ. λόγω ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Πβ. αποφύλλωση, φυλλόπτωση. 2. (σπάν.-μτφ.) εξασθένηση, παρακμή. Πβ. φυλλορρόημα. Βλ. -ρροια. [< 1: μτγν. φυλλόρροια] | |
| 55758 | φυλλορύκτης | φυλ-λο-ρύ-κτης ουσ. (αρσ.): ΖΩΟΛ. -ΓΕΩΠ. γενική ονομασία για τις προνύμφες κυρ. των λεπιδόπτερων και των δίπτερων που προσβάλλουν τα φύλλα φυτών ή και το εσωτερικό των μίσχων τους: ~ των εσπεριδοειδών (: & φυλλοκνίστης: phyllocnistis citrella)/της ντομάτας. Βλ. φυλλοδέτης. ΣΥΝ. υπονομευτής (2) [< αγγλ. leafminer] | |
| 55760 | φυλλόσχημος | , η, ο φυλ-λό-σχη-μος επίθ.: που έχει σχήμα φύλλου φυτού: (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~η: αιχμή (δόρατος). ~ες: πινακίδες (γραμμικής γραφής). Πβ. φυλλοειδής. | |
| 55761 | φυλλοταξία | φυλ-λο-τα-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ο χαρακτηριστικός τρόπος με τον οποίο διατάσσονται τα φύλλα πάνω στον βλαστό. Βλ. ταξιανθία. [< γαλλ. phyllotaxie, αγγλ. phyllotaxis] | |
| 55762 | φυλλοφάγος | , ος, ο φυλ-λο-φά-γος επίθ.: ΖΩΟΛ. που τρέφεται με φύλλα: ~ες: κάμπιες/προνύµφες. ~α: έντομα. Βλ. -φάγος. [< γαλλ. phyllophage, αγγλ. phyllophagous] | |
| 55763 | φυλλοφόρος | , α/ος, ο φυλ-λο-φό-ρος επίθ.: ΒΟΤ. που έχει φύλλα: ~α: μοσχεύματα. Βλάστηση/έκπτυξη ~ων οφθαλμών. Βλ. -φόρος. [< αρχ. φυλλοφόρος, γαλλ. feuillu] | |
| 55764 | φυλλόχωμα | φυλ-λό-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΠ. οργανικό υπόλειμμα από φύλλα και άλλα μέρη φυτών που έχουν αποσυντεθεί, το οποίο χρησιμοποιείται ως λίπασμα. Βλ. τύρφη, χούμος, -χωμα. | |
| 55765 | φυλλώδης | , ης, ες φυλ-λώ-δης επίθ. {φυλλώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (επιστ.): που έχει σχήμα φύλλου· (για φυτό) που χαρακτηρίζεται από πυκνό φύλλωμα: (ΟΡΥΚΤ., για ιζηματογενή πετρώματα) ~εις: μάργες. Πβ. φυλλοειδής, φυλλόσχημος.|| (ΙΑΤΡ.) ~ης: πέμφιγα.|| (ΒΟΤ.) ~εις: κράμβες. ~η: λαχανικά. Βλ. -ώδης. [< μτγν. φυλλώδης 'όμοιος με φύλλα, που έχει άνθη με πέταλα'] | |
| 55766 | φύλλωμα | φύλ-λω-μα ουσ. (ουδ.): τα φύλλα δέντρου ή γενικότ. φυτού, φυλλωσιά: αραιό/αρωματικό/βελονοειδές/γυαλιστερό/παχύ/πλατύ/πλούσιο/πράσινο/πυκνό ~. [< μτγν. φύλλωμα] | |
| 55767 | φυλλωσιά | φυλ-λω-σιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): φύλλωμα: θρόισμα της ~ιάς. ~ιές δέντρων. | |
| 55768 | φυλλωτός | , ή, ό φυλ-λω-τός επίθ. (επιστ.): που έχει φύλλα: ~ά: δέντρα.|| ~ό: κόσμημα. Πβ. φυλλόσχημος.|| ~ά: ελατήρια. Πβ. φυλλοειδής. | |
| 55769 | φύλο | [φῦλο] φύ-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΙΟΛ. καθεμιά από τις δύο κατηγορίες, αρσενικό-θηλυκό, των ζωντανών οργανισμών και το σύνολο των χαρακτηριστικών που τις διακρίνουν με βάση τον αναπαραγωγικό τους ρόλο: το ανδρικό/γυναικείο ~. Βλ. χρωμόσωμα.|| Βιολογικό ~. Ο κοινωνικός ρόλος του ~ου. Στερεότυπα και προκαταλήψεις για τα δύο ~α. Η ισότητα/μάχη των δύο ~ων. Βλ. έμφυλος.|| Διαταραχή ταυτότητας ~ου (: του εσωτερικού και προσωπικού τρόπου με τον οποίο το άτομο βιώνει το φύλο του, ανεξάρτητα από τα βιολογικά του χαρακτηριστικά). Βλ. δυαδικός. 2. ΑΝΘΡΩΠ. ομάδα ανθρώπων με κοινά εθνολογικά ή ανθρωπολογικά γνωρίσματα: αρχαία ελληνικά/ινδοευρωπαϊκά/νοµαδικά ~α. Πβ. φυλή. 3. ΒΙΟΛ. ταξινομική κατηγορία οργανισμών με κοινά χαρακτηριστικά, ανάμεσα στην υπερκλάση και το υποφύλο. ● ΣΥΜΠΛ.: κοινωνικό φύλο: ΚΟΙΝΩΝΙΟΛ. καθένα από τα δύο φύλα σύμφωνα με τα συμπεριφορικά, ψυχολογικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά που του αποδίδονται: διακρίσεις με βάση το ~ ~. Ιατρική του ~ού ~ου. Βλ. αρρενωπ-, θηλυκ-ότητα, φεμινισμός. [< αγγλ. gender, 1963] , το άλλο/αντίθετο φύλο: οι άντρες ή οι γυναίκες, αντίστοιχα: Η σχέση με το ~ ~., το ασθενές/ωραίο/δεύτερο/αδύναμο/αδύνατο φύλο: οι γυναίκες. [< γαλλ. le sexe faible, le beau/deuxième sexe] , το ισχυρό φύλο: οι άντρες. [< γαλλ. le sexe fort] , το τρίτο φύλο: οι ομοφυλόφιλοι. [< γαλλ. le troisième sexe] , αλλαγή φύλου βλ. αλλαγή [< αρχ. φῦλον ‘φυλή, λαός, γένος’, γαλλ. sexe] | |
| 55770 | φυλογένεια | φυ-λο-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) ΒΙΟΛ. 1. φυλογονία. 2. δημιουργία των δύο φύλων: μοριακή ~. | |
| 55771 | φυλογένεση | φυ-λο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η εξέλιξη ταξινομικής ομάδας ή ζωντανών οργανισμών και η κατάταξή τους σε γενεαλογικά δέντρα: ~ ανώτερων φυτών.|| Κλαδικό διάγραμμα ~ης. Πβ. φυλογονία. Βλ. -γένεση, οντογένεση. [< γαλλ. phylogenèse , αγγλ. phylogenesis] | |
| 55772 | φυλογενετική | φυ-λο-γε-νε-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. επιστημονική μελέτη της φυλογονίας. [< αγγλ. phylogenetics, 1937, γαλλ. phylogénétique] | |
| 55773 | φυλογενετικός | , ή, ό φυ-λο-γε-νε-τι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ. που σχετίζεται με τη φυλογένεση: ~ή: ταξινόμηση. ~ό: δέντρο χρωμοσωμάτων (: διάγραμμα που απεικονίζει την εξελικτική ιστορία οργανισμού). ~ές: σχέσεις. ● επίρρ.: φυλογενετικά [< πβ. γαλλ. phylogénétique, αγγλ. phylogenetic] | |
| 55774 | φυλογονία | φυ-λο-γο-νί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. η εξέλιξη ενός είδους, οι εξελικτικές σχέσεις μεταξύ οργανισμών. Πβ. φυλογένεση. Βλ. οντογένεση, -γονία. ΣΥΝ. φυλογένεια (1) [< γαλλ. phylogénie, αγγλ. phylogeny] | |
| 55775 | φυλοειδικός | , ή, ό φυ-λο-ει-δι-κός επίθ.: ● κυρ. στο ΣΥΜΠΛ.: φυλοειδική ιατρική: εξατομικευμένη ιατρική η οποία προέκυψε από την απαίτηση του φεμινιστικού κινήματος να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στη γυναίκα ως ασθενή. [< αγγλ. gender medicine] | |
| 55776 | φυλοκαθορισμός | φυ-λο-κα-θο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. διαδικασία καθορισμού του φύλου ενός οργανισμού: χρωμοσωμικός ~. ~ αμφίβιων/εντόμων. [< αγγλ. sex determination] | |
| 55777 | φυλοσύνδετος | , η, ο φυ-λο-σύν-δε-τος επίθ.: ΒΙΟΛ. (για κληρονομήσιμο χαρακτηριστικό) που σχετίζεται ή μεταφέρεται κυρ. με το χρωμόσωμα Χ: ~η: ασθένεια/διαταραχή/μεταβίβαση (βλ. αιμορροφιλία). ~α: γονίδια. ~η υπολειπόμενη κληρονομικότητα. [< αγγλ. sex-linked, 1912] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ