| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55778 | φυλώ | βλ. φυλάω | |
| 55779 | φύμα | [φῦμα] φύ-μα ουσ. (ουδ.) {φύμ-ατα} 1. ΑΝΑΤ. προεξοχή στα οστά ή στα μαλακά μόρια: αρθρικό/ηβικό/παρειακό ~. Βλ. κόνδυλος.|| Πελματικά ~ατα σκύλου. 2. ΙΑΤΡ. δερματικό εξόγκωμα. Βλ. θήλωμα. [< αρχ. φῦμα, αγγλ. phyma] | |
| 55780 | φυματικός | , ή/ιά, ό φυ-μα-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυματίωση: ~ή: μηνιγγίτιδα. Πβ. φυματιώδης. Βλ. αντι~. ΣΥΝ. φθισικός ● Ουσ.: φυματικός, φυματική/ιά (ο/η): πρόσωπο που έχει προσβληθεί από φυματίωση: χρόνιος ~. [< γαλλ. tuberculeux] | |
| 55781 | φυματίνη | φυ-μα-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αντιγόνο που προέρχεται από το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης και χρησιμοποιείται για τη διάγνωση της συγκεκριμένης ασθένειας: κεκαθαρμένη/νέα/παλαιά ~. Βλ. -ίνη, μαντού. [< αγγλ. phymatin, γαλλ. tuberculine] | |
| 55782 | φυμάτιο | φυ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ. φυμάτια} 1. ΙΑΤΡ. μικρό εξόγκωμα που σχηματίζεται σε διάφορα όργανα, λόγω προσβολής από φυματίωση. Βλ. κοκκίωμα. 2. ΒΟΤ. είδος όζου που εντοπίζεται στις ρίζες φυτών. Βλ. κόνδυλος. [< 1: αρχ. φυμάτιον ‘μικρός όγκος, μικρό οίδημα’, αγγλ. tubercle bacillus] | |
| 55783 | φυματιολογία | φυ-μα-τι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΙΑΤΡ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη, διάγνωση και αντιμετώπιση της φυματίωσης: πνευμονολογία-~. Βλ. -λογία. [< γαλλ. phtisiologie, αγγλ. phthisiology] | |
| 55784 | φυματιολογικός | , ή, ό φυ-μα-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυματιολογία: ~ή: κλινική. | |
| 55785 | φυματιολόγος | φυ-μα-τι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυματιολογία: πνευμονολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. phtisiologue, 1924, αγγλ. phthisiologist, 1928] | |
| 55786 | φυματιώδης | , ης, ες φυ-μα-τι-ώ-δης επίθ. {φυματιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυματίωση ή με τα φυμάτια: ~ης: περιτονίτιδα/πλευρίτιδα/σπονδυλίτιδα. Πβ. φυματικός. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. tuberculeux] | |
| 55787 | φυματίωση | φυ-μα-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. λοιμώδες νόσημα που οφείλεται σε μυκοβακτηρίδια και προσβάλλει διάφορα όργανα του σώματος ανθρώπων και ζώων: διάσπαρτη/καλπάζουσα/(εξω)πνευμονική ~. ~ του δέρματος/των οστών/του ουροποιητικού συστήματος. ~ των βοοειδών. Έξαρση της/κρούσμα ~ης. Ο βάκιλος της ~ης (= του Κοχ). Αιμοπτύσεις λόγω ~ης. Εμβόλιο για τη ~ (βλ. μαντού). Βλ. δερμοαντίδραση, σανατόριο, στρεπτομυκίνη, φυματίνη. ΣΥΝ. φθίση (1), χτικιό (3) 2. ΓΕΩΠ. καρκίνωση. [< γερμ. Tuberkulose, γαλλ. tuberculose] | |
| 55788 | φύρα | φύ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το ποσό της πρώτης ύλης που χάνεται ή αχρηστεύεται κατά την παραγωγή ενός προϊόντος ή το τελικό προϊόν που πετιέται ως ακατάλληλο: μεγάλη ~. ~ χαρτιού (: σε έκδοση βιβλίου). Ελαχιστοποίηση της ~ας. Βλ. υποπροϊόν. 2. (μτφ.) απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: ~ του μυαλού (: στους ηλικιωμένους). 3. (μτφ.) πρόσωπο που δεν αποδίδει έργο: Να γίνει ξεσκαρτάρισμα και να φύγει όλη η ~ (= οι σκάρτοι). | |
| 55789 | φυραίνω | φυ-ραί-νω ρ. (αμτβ.) {φύρανε, φυράνει} (προφ.) 1. συρρικνώνομαι. Πβ. ζαρώνω, μαζεύω. 2. (μτφ.) μειώνονται οι πνευματικές μου ικανότητες εξαιτίας των γηρατειών, ξεμωραίνομαι: Έχει φυράνει το μυαλό του. Πβ. ξεκουτιαίνω. [< αρχ. φυρῶ 'αναμειγνύω αλεύρι με νερό για ζύμη'] | |
| 55790 | φύραμα | φύ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {φυράμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) ποιόν (ανθρώπου): Ξέρουμε πολύ καλά τι (είδους) ~ είναι ο ... Πβ. πάστα, φάρα.|| Ειδικοί κάθε ~ατος (= λογής). 2. συμπυκνωμένη, αλεσμένη πτηνοτροφή ή ζωοτροφή: ~ από καλαμπόκι/σιτάρι/σόγια/τριφύλλι. 3. ζυμάρι· κατ' επέκτ. εύπλαστο μείγμα. || (στην οδοντιατρική:) Ενδοδοντικά ~ατα. ~ατα έμφραξης. ● ΦΡ.: του ιδίου φυράματος βλ. ίδιος1 [< μτγν. φύραμα 'ζυμάρι'] | |
| 55791 | φύρδην | φύρ-δην επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φύρδην μίγδην: ανάκατα, άνω-κάτω: ρούχα πεταμένα ~ ~ στα συρτάρια. ΣΥΝ. άρτζι μπούρτζι, τουρλού τουρλού [< αρχ. φύρδην] | |
| 55792 | φυρονεριά | φυ-ρο-νε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άμπωτη. ΑΝΤ. φουσκονεριά | |
| 55793 | φυσαλίδα | φυ-σα-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} μικρός, διαφανής σφαιρικός σχηματισμός συνήθ. μέσα σε υγρό, που δημιουργείται από τη συγκέντρωση αέρα: οι ~ες της σαμπάνιας. Πβ. μπουρμπουλήθρα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Προστατευτικό περιτύλιγμα με ~ες (= θύλακες αέρα, κυψελίδες). Φάκελος με ~ες. 2. ΙΑΤΡ. μικρή κύστη που περιέχει ορώδες υγρό. Πβ. φλύκταινα, φουσκάλα. 3. ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (γένος Physalis)· ειδικότ. ο μικρός, πορτοκαλί ή κοκκινωπός, γλυκόξινος καρπός του, ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική ως γαρνιτούρα. [< μτγν. φυσαλλίς 3: πβ. γαλλ.-αγγλ. physalis] | |
| 55794 | φυσαλιδώδης | , ης, ες φυ-σα-λι-δώ-δης επίθ. {φυσαλιδώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που συνοδεύεται από την εμφάνιση φυσαλίδων: ~ης: στοματίτιδα. ~ες: εξάνθημα. ~ νόσος των χοίρων. Βλ. -ώδης. | |
| 55795 | φυσαρμόνικα | φυ-σαρ-μό-νι-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. μικρό μακρόστενο μεταλλικό πνευστό όργανο με γλωσσίδια τοποθετημένα μέσα σε μικρούς αεραγωγούς, τα οποία πάλλονται με το φύσημα ή ρούφηγμα του αέρα, παράγοντας μουσικούς φθόγγους: διατονική ~. ΣΥΝ. αρμόνικα 2. (κατ' επέκτ.) καθετί πτυσσόμενο, που μοιάζει με ακορντεόν: (ως παραθετικό σύνθ.) διαφανής αρχειοθήκη/λεωφορείο (= αρθρωτό, διπλό· βλ. φυσούνα)/πόρτα-~. [< γερμ. Harmonika, ιταλ. fisarmonica] | |
| 55796 | φυσάω | βλ. φυσώ | |
| 55797 | φύσει | φύ-σει επίρρ. (λόγ.): (για γνώρισμα που έχει κάποιος) από τη φύση του, εκ γενετής: ~ αισιόδοξος/καλός. Βλ. νόμω. ΣΥΝ. εκ φύσεως ● ΦΡ.: φύσει αδύνατον (εμφατ.): εντελώς αδύνατον: Είναι ~ ~ να επιτευχθεί ο στόχος που έχει θέσει., φύσει και θέσει: (για τόπο ή άνθρωπο) από τη φύση και τη θέση του: χωριό ~ ~ μαγικό.|| ~ ~ ηγέτης. [< αρχ. φύσει] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ