Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56260-56280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55784φυματιολογικός, ή, ό φυ-μα-τι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυματιολογία: ~ή: κλινική.
55785φυματιολόγοςφυ-μα-τι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυματιολογία: πνευμονολόγος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. phtisiologue, 1924, αγγλ. phthisiologist, 1928]
55786φυματιώδης, ης, ες φυ-μα-τι-ώ-δης επίθ. {φυματιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυματίωση ή με τα φυμάτια: ~ης: περιτονίτιδα/πλευρίτιδα/σπονδυλίτιδα. Πβ. φυματικός. Βλ. -ώδης. [< γαλλ. tuberculeux]
55787φυματίωσηφυ-μα-τί-ω-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. λοιμώδες νόσημα που οφείλεται σε μυκοβακτηρίδια και προσβάλλει διάφορα όργανα του σώματος ανθρώπων και ζώων: διάσπαρτη/καλπάζουσα/(εξω)πνευμονική ~. ~ του δέρματος/των οστών/του ουροποιητικού συστήματος. ~ των βοοειδών. Έξαρση της/κρούσμα ~ης. Ο βάκιλος της ~ης (= του Κοχ). Αιμοπτύσεις λόγω ~ης. Εμβόλιο για τη ~ (βλ. μαντού). Βλ. δερμοαντίδραση, σανατόριο, στρεπτομυκίνη, φυματίνη. ΣΥΝ. φθίση (1), χτικιό (3) 2. ΓΕΩΠ. καρκίνωση. [< γερμ. Tuberkulose, γαλλ. tuberculose]
55788φύραφύ-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. το ποσό της πρώτης ύλης που χάνεται ή αχρηστεύεται κατά την παραγωγή ενός προϊόντος ή το τελικό προϊόν που πετιέται ως ακατάλληλο: μεγάλη ~. ~ χαρτιού (: σε έκδοση βιβλίου). Ελαχιστοποίηση της ~ας. Βλ. υποπροϊόν. 2. (μτφ.) απώλεια των διανοητικών ικανοτήτων: ~ του μυαλού (: στους ηλικιωμένους). 3. (μτφ.) πρόσωπο που δεν αποδίδει έργο: Να γίνει ξεσκαρτάρισμα και να φύγει όλη η ~ (= οι σκάρτοι).
55789φυραίνωφυ-ραί-νω ρ. (αμτβ.) {φύρανε, φυράνει} (προφ.) 1. συρρικνώνομαι. Πβ. ζαρώνω, μαζεύω. 2. (μτφ.) μειώνονται οι πνευματικές μου ικανότητες εξαιτίας των γηρατειών, ξεμωραίνομαι: Έχει φυράνει το μυαλό του. Πβ. ξεκουτιαίνω. [< αρχ. φυρῶ 'αναμειγνύω αλεύρι με νερό για ζύμη']
55790φύραμαφύ-ρα-μα ουσ. (ουδ.) {φυράμ-ατος | -ατα} (προφ.) 1. (μτφ.-μειωτ.) ποιόν (ανθρώπου): Ξέρουμε πολύ καλά τι (είδους) ~ είναι ο ... Πβ. πάστα, φάρα.|| Ειδικοί κάθε ~ατος (= λογής). 2. συμπυκνωμένη, αλεσμένη πτηνοτροφή ή ζωοτροφή: ~ από καλαμπόκι/σιτάρι/σόγια/τριφύλλι. 3. ζυμάρι· κατ' επέκτ. εύπλαστο μείγμα. || (στην οδοντιατρική:) Ενδοδοντικά ~ατα. ~ατα έμφραξης. ● ΦΡ.: του ιδίου φυράματος βλ. ίδιος1 [< μτγν. φύραμα 'ζυμάρι']
55791φύρδηνφύρ-δην επίρρ. (αρχαιοπρ.): μόνο στη ● ΦΡ.: φύρδην μίγδην: ανάκατα, άνω-κάτω: ρούχα πεταμένα ~ ~ στα συρτάρια. ΣΥΝ. άρτζι μπούρτζι, τουρλού τουρλού [< αρχ. φύρδην]
55792φυρονεριάφυ-ρο-νε-ριά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): άμπωτη. ΑΝΤ. φουσκονεριά
55793φυσαλίδαφυ-σα-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. {συνηθέστ. στον πληθ.} μικρός, διαφανής σφαιρικός σχηματισμός συνήθ. μέσα σε υγρό, που δημιουργείται από τη συγκέντρωση αέρα: οι ~ες της σαμπάνιας. Πβ. μπουρμπουλήθρα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Προστατευτικό περιτύλιγμα με ~ες (= θύλακες αέρα, κυψελίδες). Φάκελος με ~ες. 2. ΙΑΤΡ. μικρή κύστη που περιέχει ορώδες υγρό. Πβ. φλύκταινα, φουσκάλα. 3. ΒΟΤ. θαμνώδες φυτό (γένος Physalis)· ειδικότ. ο μικρός, πορτοκαλί ή κοκκινωπός, γλυκόξινος καρπός του, ο οποίος χρησιμοποιείται κυρ. στη ζαχαροπλαστική ως γαρνιτούρα. [< μτγν. φυσαλλίς 3: πβ. γαλλ.-αγγλ. physalis]
55794φυσαλιδώδης, ης, ες φυ-σα-λι-δώ-δης επίθ. {φυσαλιδώδ-ους | -εις (ουδ. -η)}: ΙΑΤΡ. που συνοδεύεται από την εμφάνιση φυσαλίδων: ~ης: στοματίτιδα. ~ες: εξάνθημα. ~ νόσος των χοίρων. Βλ. -ώδης.
55795φυσαρμόνικαφυ-σαρ-μό-νι-κα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. μικρό μακρόστενο μεταλλικό πνευστό όργανο με γλωσσίδια τοποθετημένα μέσα σε μικρούς αεραγωγούς, τα οποία πάλλονται με το φύσημα ή ρούφηγμα του αέρα, παράγοντας μουσικούς φθόγγους: διατονική ~. ΣΥΝ. αρμόνικα 2. (κατ' επέκτ.) καθετί πτυσσόμενο, που μοιάζει με ακορντεόν: (ως παραθετικό σύνθ.) διαφανής αρχειοθήκη/λεωφορείο (= αρθρωτό, διπλό· βλ. φυσούνα)/πόρτα-~. [< γερμ. Harmonika, ιταλ. fisarmonica]
55796φυσάωβλ. φυσώ
55797φύσειφύ-σει επίρρ. (λόγ.): (για γνώρισμα που έχει κάποιος) από τη φύση του, εκ γενετής: ~ αισιόδοξος/καλός. Βλ. νόμω. ΣΥΝ. εκ φύσεως ● ΦΡ.: φύσει αδύνατον (εμφατ.): εντελώς αδύνατον: Είναι ~ ~ να επιτευχθεί ο στόχος που έχει θέσει., φύσει και θέσει: (για τόπο ή άνθρωπο) από τη φύση και τη θέση του: χωριό ~ ~ μαγικό.|| ~ ~ ηγέτης. [< αρχ. φύσει]
55798φυσερόφυ-σε-ρό ουσ. (ουδ.): συσκευή διοχέτευσης αέρα: ~ για καθαρισμό φωτογραφικών φακών. Σκούπα-~. Πβ. φυσητήρας. Βλ. -ερό. ΣΥΝ. φυσούνα (3)
55799φύση

φύ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως} 1. (κ. με κεφαλ. Φ) το σύνολο της χλωρίδας, της πανίδας και των γεωγραφικών σχηματισμών ως μέρος της εξωτερικής επιφάνειας της Γης, το οποίο αποτελεί το περιβάλλον στο οποίο ζει ο άνθρωπος: αγνή/άγρια/παρθένα ~. Η μητέρα ~. Τα αγαθά/το βασίλειο/το μεγαλείο/τα μυστήρια/οι νόμοι/η πολυμορφία/η σοφία της ~ης. Πβ. κόσμος, σύμπαν, φυσικό περιβάλλον. Βλ. βιοποικιλότητα.|| Εκμετάλλευση/εξερεύνηση/προστασία της ~ης (βλ. οικολογία). Αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου-~ης. Ο σεβασμός στη ~. 2. εξοχή: η ελληνική ~. Διακοπές/δραστηριότητες/εκδρομή/επιστροφή/πεζοπορία στη ~. Ζω στη ~. Πβ. ύπαιθρος. 3. η βιολογική, σωματική ή ψυχική υπόσταση ενός ατόμου: η ανδρική/γυναικεία/παιδική ~. Ο άνθρωπος από τη ~ του είναι κοινωνικός (: είναι γνώρισμά του).|| Ανήσυχη/ευαίσθητη/καλλιτεχνική (βλ. ταμπεραμέντο)/μελαγχολική ~. Πβ. ιδιοσυγκρασία, προσωπικότητα, φυσιογνωμία, χαρακτήρας.|| Ασθενική/γερή/ευπαθής ~. Πβ. κράση, οργανισμός, φυσική κατάσταση, φυσικό.|| Δεν μπορείς να πηγαίνεις ενάντια στη ~ σου. Δεν είναι στη ~ του να λέει ψέματα (: δεν το συνηθίζει).|| (ΘΕΟΛ.) Οι δύο φύσεις του Χριστού (: θεϊκή και ανθρώπινη). 4. οι ιδιότητες που ορίζουν ένα φαινόμενο ή ένα αντικείμενο και το διακρίνουν από άλλα: η χημική ~ των ενζύμων.|| Η ~ μιας ασθένειας. Κείμενο νομικής ~ης. Δικαστικές ή άλλης ~ης διαφορές. Ερωτήσεις/προβλήματα τεχνικής ~εως. Πβ. είδος, μορφή, ποιόν. ● ΣΥΜΠΛ.: θαύμα της φύσης (εμφατ.): οτιδήποτε υπάρχει στη φύση και προκαλεί τον θαυμασμό: Οι καταρράκτες είναι ένα (μοναδικό/πραγματικό) ~ ~., λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι που παρουσιάζει μια ανωμαλία, που αποκλίνει από το φυσιολογικό ή το συνηθισμένο· πολύ άσχημο(ς). Πβ. τέρας ασχήμιας., νεκρή φύση & (σπάν.-λόγ.) νεκρά φύση/φύσις: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφικός πίνακας που αναπαριστά άνθη, φρούτα ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης: ~ ~ με ανοιξιάτικα λουλούδια/μήλα. Πβ. ρωπογραφία. [< γαλλ. nature morte] , δεύτερη φύση βλ. δεύτερος, μνημείο της φύσης βλ. μνημείο, προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. προστασία, τα στοιχεία της φύσης βλ. στοιχείο ● ΦΡ.: εκ φύσεως (λόγ.): φύσει: Είναι ~ ~ αισιόδοξος/ολιγόλογος. [< λατ. de natura] , έξις, δευτέρα φύσις (αρχαιοπρ.): για να δηλωθεί ότι η συνήθεια είναι τόσο ισχυρή, ώστε μοιάζει να ανήκει στα εγγενή χαρακτηριστικά κάποιου., κατά φύσιν/φύση (επιστ.): σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης. Βλ. φυσιολογικός., παρά φύσιν/φύση (επιστ.): αντίθετα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης ή κατ' επέκτ. με τις επιταγές της λογικής ή της ηθικής: (ΝΟΜ.) ~ ~ ασέλγεια (: μεταξύ αρρένων)/συνουσία (= σοδομισμός· βλ. πρωκτικός).|| ~ ~ κατάσταση (= αφύσικη)., παρά φύση έδρα βλ. έδρα, πάσης φύσεως/φύσης βλ. πας, πάσα, παν [< αρχ. φύσις, γαλλ.-αγγλ. nature]

55800φύσημαφύ-ση-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φυσώ: δυνατό ~. ~ της μύτης/τρομπέτας. Μορφοποίηση γυαλιού με ~ (βλ. φυσητός). Έσβησε το κερί μ' ένα ~.|| Το ~ του βοριά. Πβ. πνοή.|| Ακούγεται ένα ~ από το μηχάνημα. 2. ΙΑΤΡ. ασυνήθιστος ήχος που γίνεται αντιληπτός με το στηθοσκόπιο: αθώο/διαστολικό/καρδιακό/παθολογικό/συστολικό ~. Βλ. ακροαστικά. ● ΦΡ.: με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) (μτφ.): με τις πρώτες δυσκολίες: Ευκαιριακή λύση που καταρρέει ~ ~., δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω [< 1: αρχ. φύσημα 2: γαλλ. souffle]
55801φυσητήραςφυ-ση-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εκτόξευσης αέρα: ~ ρινισμάτων/σκόνης/χιονιού. Βενζινοκίνητος ~-αναρροφητήρας φύλλων. Πβ. φυσερό. Βλ. -τήρας. 2. ΖΩΟΛ. οπή στο πάνω μέρος του κεφαλιού των φαλαινών, από την οποία εξέρχεται ο αέρας που έχουν στους πνεύμονες, όταν αναδύονται στην επιφάνεια της θάλασσας. 3. ΖΩΟΛ. γένος τεράστιων κητών (επιστ. ονομασ. Physeter macrocephalus) με μεγάλο κεφάλι. [< αρχ. φυσητήρ]
55802φυσητός, ή, ό φυ-ση-τός επίθ.: που έχει παραχθεί με εμφύσηση αέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσητό γυαλί βλ. γυαλί [< μτγν. φυσητός]
55803φυσιατρικήφυ-σι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΙΑΤΡ. φυσική ιατρική (και αποκατάσταση). [< αγγλ. physiatrics, physiatry, 1947, γαλλ. physiatrie, 1986]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.