| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55798 | φυσερό | φυ-σε-ρό ουσ. (ουδ.): συσκευή διοχέτευσης αέρα: ~ για καθαρισμό φωτογραφικών φακών. Σκούπα-~. Πβ. φυσητήρας. Βλ. -ερό. ΣΥΝ. φυσούνα (3) | |
| 55799 | φύση | φύ-ση ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως} 1. (κ. με κεφαλ. Φ) το σύνολο της χλωρίδας, της πανίδας και των γεωγραφικών σχηματισμών ως μέρος της εξωτερικής επιφάνειας της Γης, το οποίο αποτελεί το περιβάλλον στο οποίο ζει ο άνθρωπος: αγνή/άγρια/παρθένα ~. Η μητέρα ~. Τα αγαθά/το βασίλειο/το μεγαλείο/τα μυστήρια/οι νόμοι/η πολυμορφία/η σοφία της ~ης. Πβ. κόσμος, σύμπαν, φυσικό περιβάλλον. Βλ. βιοποικιλότητα.|| Εκμετάλλευση/εξερεύνηση/προστασία της ~ης (βλ. οικολογία). Αρμονική συνύπαρξη ανθρώπου-~ης. Ο σεβασμός στη ~. 2. εξοχή: η ελληνική ~. Διακοπές/δραστηριότητες/εκδρομή/επιστροφή/πεζοπορία στη ~. Ζω στη ~. Πβ. ύπαιθρος. 3. η βιολογική, σωματική ή ψυχική υπόσταση ενός ατόμου: η ανδρική/γυναικεία/παιδική ~. Ο άνθρωπος από τη ~ του είναι κοινωνικός (: είναι γνώρισμά του).|| Ανήσυχη/ευαίσθητη/καλλιτεχνική (βλ. ταμπεραμέντο)/μελαγχολική ~. Πβ. ιδιοσυγκρασία, προσωπικότητα, φυσιογνωμία, χαρακτήρας.|| Ασθενική/γερή/ευπαθής ~. Πβ. κράση, οργανισμός, φυσική κατάσταση, φυσικό.|| Δεν μπορείς να πηγαίνεις ενάντια στη ~ σου. Δεν είναι στη ~ του να λέει ψέματα (: δεν το συνηθίζει).|| (ΘΕΟΛ.) Οι δύο φύσεις του Χριστού (: θεϊκή και ανθρώπινη). 4. οι ιδιότητες που ορίζουν ένα φαινόμενο ή ένα αντικείμενο και το διακρίνουν από άλλα: η χημική ~ των ενζύμων.|| Η ~ μιας ασθένειας. Κείμενο νομικής ~ης. Δικαστικές ή άλλης ~ης διαφορές. Ερωτήσεις/προβλήματα τεχνικής ~εως. Πβ. είδος, μορφή, ποιόν. ● ΣΥΜΠΛ.: θαύμα της φύσης (εμφατ.): οτιδήποτε υπάρχει στη φύση και προκαλεί τον θαυμασμό: Οι καταρράκτες είναι ένα (μοναδικό/πραγματικό) ~ ~., λάθος/τέρας/έκτρωμα της φύσης (εμφατ.): για κάποιον ή κάτι που παρουσιάζει μια ανωμαλία, που αποκλίνει από το φυσιολογικό ή το συνηθισμένο· πολύ άσχημο(ς). Πβ. τέρας ασχήμιας., νεκρή φύση & (σπάν.-λόγ.) νεκρά φύση/φύσις: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφικός πίνακας που αναπαριστά άνθη, φρούτα ή αντικείμενα καθημερινής χρήσης: ~ ~ με ανοιξιάτικα λουλούδια/μήλα. Πβ. ρωπογραφία. [< γαλλ. nature morte] , δεύτερη φύση βλ. δεύτερος, μνημείο της φύσης βλ. μνημείο, προστασία του (φυσικού) περιβάλλοντος βλ. προστασία, τα στοιχεία της φύσης βλ. στοιχείο ● ΦΡ.: εκ φύσεως (λόγ.): φύσει: Είναι ~ ~ αισιόδοξος/ολιγόλογος. [< λατ. de natura] , έξις, δευτέρα φύσις (αρχαιοπρ.): για να δηλωθεί ότι η συνήθεια είναι τόσο ισχυρή, ώστε μοιάζει να ανήκει στα εγγενή χαρακτηριστικά κάποιου., κατά φύσιν/φύση (επιστ.): σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης. Βλ. φυσιολογικός., παρά φύσιν/φύση (επιστ.): αντίθετα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσης ή κατ' επέκτ. με τις επιταγές της λογικής ή της ηθικής: (ΝΟΜ.) ~ ~ ασέλγεια (: μεταξύ αρρένων)/συνουσία (= σοδομισμός· βλ. πρωκτικός).|| ~ ~ κατάσταση (= αφύσικη)., παρά φύση έδρα βλ. έδρα, πάσης φύσεως/φύσης βλ. πας, πάσα, παν [< αρχ. φύσις, γαλλ.-αγγλ. nature] | |
| 55800 | φύσημα | φύ-ση-μα ουσ. (ουδ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φυσώ: δυνατό ~. ~ της μύτης/τρομπέτας. Μορφοποίηση γυαλιού με ~ (βλ. φυσητός). Έσβησε το κερί μ' ένα ~.|| Το ~ του βοριά. Πβ. πνοή.|| Ακούγεται ένα ~ από το μηχάνημα. 2. ΙΑΤΡ. ασυνήθιστος ήχος που γίνεται αντιληπτός με το στηθοσκόπιο: αθώο/διαστολικό/καρδιακό/παθολογικό/συστολικό ~. Βλ. ακροαστικά. ● ΦΡ.: με το πρώτο φύσημα (του αέρα/ανέμου) (μτφ.): με τις πρώτες δυσκολίες: Ευκαιριακή λύση που καταρρέει ~ ~., δίνω/τρώω φύσημα βλ. δίνω [< 1: αρχ. φύσημα 2: γαλλ. souffle] | |
| 55801 | φυσητήρας | φυ-ση-τή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή εκτόξευσης αέρα: ~ ρινισμάτων/σκόνης/χιονιού. Βενζινοκίνητος ~-αναρροφητήρας φύλλων. Πβ. φυσερό. Βλ. -τήρας. 2. ΖΩΟΛ. οπή στο πάνω μέρος του κεφαλιού των φαλαινών, από την οποία εξέρχεται ο αέρας που έχουν στους πνεύμονες, όταν αναδύονται στην επιφάνεια της θάλασσας. 3. ΖΩΟΛ. γένος τεράστιων κητών (επιστ. ονομασ. Physeter macrocephalus) με μεγάλο κεφάλι. [< αρχ. φυσητήρ] | |
| 55802 | φυσητός | , ή, ό φυ-ση-τός επίθ.: που έχει παραχθεί με εμφύσηση αέρα. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσητό γυαλί βλ. γυαλί [< μτγν. φυσητός] | |
| 55803 | φυσιατρική | φυ-σι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΙΑΤΡ. φυσική ιατρική (και αποκατάσταση). [< αγγλ. physiatrics, physiatry, 1947, γαλλ. physiatrie, 1986] | |
| 55804 | φυσίατρος | φυ-σί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυσική ιατρική. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. physiatrist, 1946, γαλλ. physiatre, 1988] | |
| 55805 | φύσιγγα | φύ-σιγ-γα ουσ. (θηλ.) {φυσίγγων}: ΦΑΡΜΑΚ. μικρός κυλινδρικός περιέκτης σκευάσματος, ιδ. φαρμάκου· συνεκδ. το περιεχόμενό του: γυάλινη ~ των ... ml. Ενέσιμο διάλυμα σε ~. ~ες εμβολίου/ινσουλίνης/μίας χρήσης. ΣΥΝ. αμπούλα [< μτγν. φῦσιγξ 'μικρή φουσκάλα'] | |
| 55806 | φυσίγγιο & φυσίγγι | φυ-σίγ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {φυσιγγί-ου (σπάν.) -ιού | συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΣΤΡΑΤ. πυρομαχικό φορητού πυροβόλου όπλου, αποτελούμενο από κάλυκα, μέσα στον οποίο υπάρχει καψούλι, πυρίτιδα, βύσμα και σκάγια: κυνηγετικά/σκοπευτικά ~α. ~α καραμπίνας/περιστρόφου/πιστολιού/τουφεκιού. ~α διασποράς. ΣΥΝ. φισέκι (2) 2. (κατ' επέκτ.) μικρή φιάλη υγρού ή σκόνης: ~α μελάνης/τόνερ για εκτυπωτή. Πβ. φύσιγγα. [< γαλλ. cartouche] | |
| 55807 | φυσιγγιοθήκη | φυ-σιγ-γι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): δεσμίδα φυσιγγίων, που τροφοδοτεί αυτόματα όπλο· γενικότ. θήκη για φυσίγγια. Πβ. παλάσκα. Βλ. -θήκη. ΣΥΝ. φισεκλίκι [< γαλλ. cartouchière] | |
| 55808 | φυσικά | φυ-σι-κά επίρρ. 1. βεβαίως, προφανώς, ασφαλώς, οπωσδήποτε: Και, ~, δεν μπορώ να μην αναφερθώ ...|| (ως μονολεκτική απάντηση:) -Ξέρεις να μαγειρεύεις; -~! 2. ανεπιτήδευτα, απροσποίητα, αβίαστα: Γελά/μιλά ~. Οι λέξεις μου βγήκαν ~ κι αυθόρμητα. 3. από τη φύση, με φυσικό τρόπο, όχι τεχνητά: Ορμόνη που παράγεται ~ από τον οργανισμό. Πβ. φυσικώς. | |
| 55809 | φυσική | φυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΥΣ. επιστήμη που μελετά την ύλη, τον χώρο, τον χρόνο και την ενέργεια, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική (= ~ της ατμόσφαιρας)/ατομική/βιολογική/εφαρμοσμένη/ηλιακή/θεωρητική/κβαντική/κλασική/πειραματική/υπολογιστική ~. ~ περιβάλλοντος/πολυμερών/υλικών/υψηλών ενεργειών/του χάους. Αξιώματα/θεωρίες/νόμοι της ~ής. Εργαστήριο/Νόμπελ/πειράματα ~ής. Βλ. αστρο~, βιο~, γεω~, μετα~, μικρο~, ραδιο~, ψυχο~, ακουστική, δυναμική, ηλεκτρονική, κινητική, κυματική, μηχανική, οπτική, φωτονική, ηλεκτρισμός, μαγνητισμός, ραδιολογία, ρεολογία, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρική φυσική: κλάδος που μελετά την επίδραση της ραδιενέργειας στον ανθρώπινο οργανισμό και τις εφαρμογές της στη διάγνωση και θεραπεία διαφόρων παθήσεων. Πβ. ακτινοφυσική. [< αγγλ. medical physics] , αστροσωματιδιακή φυσική βλ. αστροσωματιδιακός, πυρηνική φυσική βλ. πυρηνικός, στατιστική φυσική βλ. στατιστικός [< αρχ. φυσική, γαλλ. physique, αγγλ. physics] | |
| 55810 | φυσικοθεραπεία | φυ-σι-κο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & φυσιοθεραπεία: θεραπευτική μέθοδος η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση προβλημάτων που προέρχονται από τραυματισμούς, ασθένειες ή ειδικές παθήσεις, με τη χρήση φυσικών μέσων και τεχνικών· η αντίστοιχη ειδικότητα του παραϊατρικού κλάδου ή το σχετικό πρόγραμμα που ακολουθεί ένας ασθενής ή καθεμιά από τις προγραμματισμένες συνεδρίες: ~ για αντιμετώπιση αθλητικών κακώσεων (αθλητική ~)/αρθρίτιδας/άσθματος/εγκεφαλικού/καρδιοαναπνευστικών προβλημάτων/μειωμένης κινητικότητας/νευρολογικών ασθενειών/οσφυαλγίας. ~ με διαθερμία/έλξεις/θερμά ή ψυχρά επιθέματα/μαλάξεις/παθητική κίνηση/υπερήχους.|| Κάνει ~ες για το πόδι του. Βλ. -θεραπεία, τενς. [< γαλλ. physiothérapie, 1903, αγγλ. physiotherapy, περ. 1900, physical therapy, 1919, ιταλ. fisioterapia, 1907] | |
| 55811 | φυσικοθεραπευτής, φυσικοθεραπεύτρια | φυ-σι-κο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) & φυσιοθεραπευτής, φυσιοθεραπεύτρια: επαγγελματίας ειδικός στη φυσικοθεραπεία. Βλ. κινησιοθεραπευτής. [< πβ. γαλλ. physiothérapeute, αγγλ. physiotherapist, 1923] | |
| 55812 | φυσικοθεραπευτικός | , ή, ό φυ-σι-κο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ. & φυσιοθεραπευτικός: που σχετίζεται με τη φυσικοθεραπεία ή τον φυσικοθεραπευτή: ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (κινητικών προβλημάτων)/αποκατάσταση/παρέμβαση. ~ό: κέντρο. ~ές: ασκήσεις. [< πβ. αγγλ. physiotherapeutic, περ. 1900] | |
| 55813 | φυσικομαθηματικός | , ή, ό φυ-σι-κο-μα-θη-μα-τι-κός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τη φυσική και τα μαθηματικά. [< γαλλ. physicomathématique, αγγλ. physico-mathematical] | |
| 55814 | φυσικομαθηματικός | φυ-σι-κο-μα-θη-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φυσική και τα μαθηματικά· ειδικότ. καθηγητής φυσικής και μαθηματικών. | |
| 55815 | φυσικοπαθητική | φυ-σι-κο-πα-θη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εναλλακτική μορφή ιατρικής που βασίζει τη θεραπεία σε φυσικούς παράγοντες και και ανάλογες μεθόδους (κατάλληλη διατροφή, γυμναστική, μασάζ, φυτοθεραπεία). [< γαλλ. naturopathie, 1972, αγγλ. naturopathy, 1901] | |
| 55816 | φυσικοπαθητικός | φυ-σι-κο-πα-θη-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυσικοπαθητική: οστεοπαθητικός-~. [< γαλλ. naturopathe, 1972, αγγλ. naturopath, 1901] | |
| 55817 | φυσικοποίηση | φυ-σι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φυσικοποιώ: ~ του ρατσισμού. Βλ. κανονικοποίηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ