Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56280-56300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55804φυσίατροςφυ-σί-α-τρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυσική ιατρική. Βλ. -ίατρος. [< αγγλ. physiatrist, 1946, γαλλ. physiatre, 1988]
55805φύσιγγαφύ-σιγ-γα ουσ. (θηλ.) {φυσίγγων}: ΦΑΡΜΑΚ. μικρός κυλινδρικός περιέκτης σκευάσματος, ιδ. φαρμάκου· συνεκδ. το περιεχόμενό του: γυάλινη ~ των ... ml. Ενέσιμο διάλυμα σε ~. ~ες εμβολίου/ινσουλίνης/μίας χρήσης. ΣΥΝ. αμπούλα [< μτγν. φῦσιγξ 'μικρή φουσκάλα']
55806φυσίγγιο & φυσίγγιφυ-σίγ-γι-ο ουσ. (ουδ.) {φυσιγγί-ου (σπάν.) -ιού | συνηθέστ. στον πληθ.} 1. ΣΤΡΑΤ. πυρομαχικό φορητού πυροβόλου όπλου, αποτελούμενο από κάλυκα, μέσα στον οποίο υπάρχει καψούλι, πυρίτιδα, βύσμα και σκάγια: κυνηγετικά/σκοπευτικά ~α. ~α καραμπίνας/περιστρόφου/πιστολιού/τουφεκιού. ~α διασποράς. ΣΥΝ. φισέκι (2) 2. (κατ' επέκτ.) μικρή φιάλη υγρού ή σκόνης: ~α μελάνης/τόνερ για εκτυπωτή. Πβ. φύσιγγα. [< γαλλ. cartouche]
55807φυσιγγιοθήκηφυ-σιγ-γι-ο-θή-κη ουσ. (θηλ.): δεσμίδα φυσιγγίων, που τροφοδοτεί αυτόματα όπλο· γενικότ. θήκη για φυσίγγια. Πβ. παλάσκα. Βλ. -θήκη. ΣΥΝ. φισεκλίκι [< γαλλ. cartouchière]
55808φυσικάφυ-σι-κά επίρρ. 1. βεβαίως, προφανώς, ασφαλώς, οπωσδήποτε: Και, ~, δεν μπορώ να μην αναφερθώ ...|| (ως μονολεκτική απάντηση:) -Ξέρεις να μαγειρεύεις; -~! 2. ανεπιτήδευτα, απροσποίητα, αβίαστα: Γελά/μιλά ~. Οι λέξεις μου βγήκαν ~ κι αυθόρμητα. 3. από τη φύση, με φυσικό τρόπο, όχι τεχνητά: Ορμόνη που παράγεται ~ από τον οργανισμό. Πβ. φυσικώς.
55809φυσικήφυ-σι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΦΥΣ. επιστήμη που μελετά την ύλη, τον χώρο, τον χρόνο και την ενέργεια, καθώς και τις αλληλεπιδράσεις τους· συνεκδ. το διδασκόμενο μάθημα και το αντίστοιχο βιβλίο: ατμοσφαιρική (= ~ της ατμόσφαιρας)/ατομική/βιολογική/εφαρμοσμένη/ηλιακή/θεωρητική/κβαντική/κλασική/πειραματική/υπολογιστική ~. ~ περιβάλλοντος/πολυμερών/υλικών/υψηλών ενεργειών/του χάους. Αξιώματα/θεωρίες/νόμοι της ~ής. Εργαστήριο/Νόμπελ/πειράματα ~ής. Βλ. αστρο~, βιο~, γεω~, μετα~, μικρο~, ραδιο~, ψυχο~, ακουστική, δυναμική, ηλεκτρονική, κινητική, κυματική, μηχανική, οπτική, φωτονική, ηλεκτρισμός, μαγνητισμός, ραδιολογία, ρεολογία, θετικές επιστήμες, φυσικές επιστήμες. ● ΣΥΜΠΛ.: ιατρική φυσική: κλάδος που μελετά την επίδραση της ραδιενέργειας στον ανθρώπινο οργανισμό και τις εφαρμογές της στη διάγνωση και θεραπεία διαφόρων παθήσεων. Πβ. ακτινοφυσική. [< αγγλ. medical physics] , αστροσωματιδιακή φυσική βλ. αστροσωματιδιακός, πυρηνική φυσική βλ. πυρηνικός, στατιστική φυσική βλ. στατιστικός [< αρχ. φυσική, γαλλ. physique, αγγλ. physics]
55810φυσικοθεραπείαφυ-σι-κο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & φυσιοθεραπεία: θεραπευτική μέθοδος η οποία αποσκοπεί στην αποκατάσταση προβλημάτων που προέρχονται από τραυματισμούς, ασθένειες ή ειδικές παθήσεις, με τη χρήση φυσικών μέσων και τεχνικών· η αντίστοιχη ειδικότητα του παραϊατρικού κλάδου ή το σχετικό πρόγραμμα που ακολουθεί ένας ασθενής ή καθεμιά από τις προγραμματισμένες συνεδρίες: ~ για αντιμετώπιση αθλητικών κακώσεων (αθλητική ~)/αρθρίτιδας/άσθματος/εγκεφαλικού/καρδιοαναπνευστικών προβλημάτων/μειωμένης κινητικότητας/νευρολογικών ασθενειών/οσφυαλγίας. ~ με διαθερμία/έλξεις/θερμά ή ψυχρά επιθέματα/μαλάξεις/παθητική κίνηση/υπερήχους.|| Κάνει ~ες για το πόδι του. Βλ. -θεραπεία, τενς. [< γαλλ. physiothérapie, 1903, αγγλ. physiotherapy, περ. 1900, physical therapy, 1919, ιταλ. fisioterapia, 1907]
55811φυσικοθεραπευτής, φυσικοθεραπεύτριαφυ-σι-κο-θε-ρα-πευ-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.) & φυσιοθεραπευτής, φυσιοθεραπεύτρια: επαγγελματίας ειδικός στη φυσικοθεραπεία. Βλ. κινησιοθεραπευτής. [< πβ. γαλλ. physiothérapeute, αγγλ. physiotherapist, 1923]
55812φυσικοθεραπευτικός, ή, ό φυ-σι-κο-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ. & φυσιοθεραπευτικός: που σχετίζεται με τη φυσικοθεραπεία ή τον φυσικοθεραπευτή: ~ή: αγωγή/αντιμετώπιση (κινητικών προβλημάτων)/αποκατάσταση/παρέμβαση. ~ό: κέντρο. ~ές: ασκήσεις. [< πβ. αγγλ. physiotherapeutic, περ. 1900]
55813φυσικομαθηματικός, ή, ό φυ-σι-κο-μα-θη-μα-τι-κός επίθ. (παλαιότ.): που σχετίζεται με τη φυσική και τα μαθηματικά. [< γαλλ. physicomathématique, αγγλ. physico-mathematical]
55814φυσικομαθηματικόςφυ-σι-κο-μα-θη-μα-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (παλαιότ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φυσική και τα μαθηματικά· ειδικότ. καθηγητής φυσικής και μαθηματικών.
55815φυσικοπαθητικήφυ-σι-κο-πα-θη-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. εναλλακτική μορφή ιατρικής που βασίζει τη θεραπεία σε φυσικούς παράγοντες και και ανάλογες μεθόδους (κατάλληλη διατροφή, γυμναστική, μασάζ, φυτοθεραπεία). [< γαλλ. naturopathie, 1972, αγγλ. naturopathy, 1901]
55816φυσικοπαθητικόςφυ-σι-κο-πα-θη-τι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): γιατρός ειδικευμένος στη φυσικοπαθητική: οστεοπαθητικός-~. [< γαλλ. naturopathe, 1972, αγγλ. naturopath, 1901]
55817φυσικοποίησηφυ-σι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φυσικοποιώ: ~ του ρατσισμού. Βλ. κανονικοποίηση.
55819φυσικός, ή, ό φυ-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη φύση, προέρχεται από αυτή, υπάρχει ή συμβαίνει σε αυτή· που δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας ή παρέμβασης: ~ός: κόσμος/πλούτος. ~οί: κίνδυνοι/νόμοι. ~ές: διεργασίες/πηγές. ~ά: μνημεία/τοπία/χαρακτηριστικά (εδαφών). Προστασία της ~ής κληρονομιάς. Οι ~οί εχθροί των ζώων/φυτών.|| ~ός: αερισμός/(ΑΣΤΡΟΝ.) δορυφόρος (βλ. φεγγάρι)/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. πλαστικός). ~ό: λιμάνι/λίπασμα/μετάξι/οχυρό. ~ά: καλλυντικά/προϊόντα (πβ. βιολογικός, οικολογικός, οργανικός). ΑΝΤ. τεχνητός.|| (ΦΥΣ.) ~ή: μετεωρολογία/σταθερά. ~ό: εκκρεμές. ~ές: ιδιότητες. ~ά: φαινόμενα (βλ. μετα~, παρα~, υπερ~, ψυχο~). Βλ. ακτινο~, αστρο~, βιο~, γεω~. 2. που σχετίζεται με το σώμα· σωματικός: ~ός: πόνος. ~ή: αναπηρία/βία/δύναμη/προσπάθεια. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες (: περπάτημα, τρέξιμο)/ικανότητες. ~ή: άμυνα/αντίσταση του οργανισμού στις ασθένειες. Δεν έχει τα ~ά προσόντα για να γίνει μοντέλο (: την κατάλληλη σωματική διάπλαση). Βλ. πνευματ-, ψυχ-ικός.|| Πέθανε από ~ά αίτια. 3. που δεν είναι επίκτητος ή αποτέλεσμα επέμβασης· εκ γενετής: ~ή: ομορφιά. ~ό: χρώμα μαλλιών. Είναι ~ή κοκκινομάλλα.|| ~ό: μακιγιάζ (: που δεν γίνεται αντιληπτό). Μέικ απ για ~ό αποτέλεσμα. ΑΝΤ. ψεύτικος. 4. αναμενόμενος, κανονικός, ομαλός, φυσιολογικός: ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/συνέπεια. ~ό: επακόλουθο. ~ή εξέλιξη/πορεία των πραγμάτων. Μου είπε ότι χωρίζουμε σαν κάτι εντελώς ~ό. Βλ. λογικός.|| ~ός: τοκετός (βλ. καισαρική). ΑΝΤ. αφύσικος (2) 5. (μτφ.) ανεπιτήδευτος, αυθόρμητος, ειλικρινής: ~ή: ερμηνεία/ευγένεια. Με ~ό ύφος (= με φυσικότητα). ΑΝΤ. προσποιητός, υποκριτικός (1), ψεύτικος (1) 6. (για γονείς ή παιδιά) βιολογικός. ΑΝΤ. θετός (1) ● Ουσ.: Φυσικό (το) (προφ.): το τμήμα Φυσικής (του πανεπιστημίου). ● επίρρ.: φυσικώς [-ῶς] (λόγ.): από τη φύση: θέση/χερσόνησος ~ οχυρωμένη. Πβ. φυσικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικές επιστήμες: που ασχολούνται με τη μελέτη της φύσης και των νόμων που τη διέπουν (αστρονομία, βιολογία, γεωλογία, ζωολογία, μετεωρολογία, φυσική, χημεία). Πβ. θετικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές επιστήμες. [< γαλλ. sciences naturelles] , φυσική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. που έχει αναπτυχθεί με φυσικό τρόπο και συνδέεται με την ιστορία και την κοινωνία της κοινότητας που τη χρησιμοποιεί. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επεξεργασία ~ής ~ας (βλ. αυτόματη μετάφραση). ΑΝΤ. τεχνητή γλώσσα [< αγγλ. natural language] , φυσική ελευθερία: το δικαίωμα κάποιου να ενεργεί κατά βούληση, με μόνο περιορισμό τις σωματικές του ικανότητες., φυσική εξέταση: ΙΑΤΡ. επισκόπηση, ψηλάφηση, επίκρουση και ακρόαση ασθενή., φυσική θρησκεία: ΘΡΗΣΚ. που βασίζεται στη λογική, την ηθική και τη μελέτη της φύσης. Βλ. φυσιοκρατία. [< αγγλ. natural religion] , φυσική ιστορία 1. ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. (με κεφαλ. Φ,Ι) μελέτη της φύσης, κυρ. των ζώων, των φυτών και των απολιθωμάτων τους: Μουσείο ~ής ~ας. Βλ. βοτανική, ζωο-, φυτο-λογία. 2. εξελικτική πορεία: η ~ ~ μιας νόσου.|| Η ~ ~ του Σύμπαντος. [< αγγλ. natural history] , φυσική κατάσταση 1. η σωματική υγεία ενός ανθρώπου: Βρίσκεται σε άριστη/καλή ~ ~ (πβ. ευεξία, ευρωστία). Βελτίωση/διατήρηση της ~ής ~ης. Ασκήσεις/προπόνηση για ~ ~ και αντοχή. Πβ. φίτνες, φόρμα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθεμία από τις τρεις μορφές (αέρια, υγρή, στερεή) στις οποίες μπορεί να βρεθεί η ύλη. [< 1: γαλλ. état physique 2: αγγλ. state of matter] , φυσική πρόσβαση : ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος προστασίας υπολογιστών, δικτύων ή προγραμμάτων, κατά τον οποίο η πρόσβαση ενός ατόμου σε αυτά δεν γίνεται από απόσταση, αλλά μόνο με επαφή. [< αγγλ. physical access] , φυσικό μονοπώλιο: ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς τον οποίο μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα μία επιχείρηση απ' ό,τι περισσότερες. , φυσικό πρόσωπο: ΝΟΜ. κάθε άνθρωπος ως φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Βλ. νομικό πρόσωπο. [< γερμ. natürliche Person] , φυσικός αριθμός: ΜΑΘ. οι αριθμοί 0,1,2,3, ... 105, 106, 107, ... οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να δηλωθεί σειρά ή πλήθος., φυσικός/μητρικός ομιλητής: ΓΛΩΣΣ. που μιλά τη μητρική του γλώσσα. [< αγγλ. native speaker] , (φυσικό) μεταλλικό νερό βλ. νερό, τεχνητά δάκρυα βλ. δάκρυ, υγροποιημένο φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικές καλλονές βλ. καλλονή, φυσική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, φυσική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, φυσική γέφυρα βλ. γέφυρα, φυσική γεωγραφία βλ. γεωγραφία, φυσική επιλογή βλ. επιλογή, φυσική ιατρική βλ. ιατρική, φυσική καλλιέργεια βλ. καλλιέργεια, φυσική καταλληλότητα βλ. καταλληλότητα, φυσική καταστροφή βλ. καταστροφή, φυσική μητέρα βλ. μητέρα, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή, φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, φυσικό δίκαιο βλ. δίκαιο, φυσικό μέγεθος βλ. μέγεθος, φυσικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, φυσικοί πόροι βλ. πόρος, φυσικός αυτουργός βλ. αυτουργός, φυσικός δικαστής βλ. δικαστής, φυσικός χυμός βλ. χυμός, φυσικός/φυσιολογικός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: από φυσικού του/της (προφ.): από τη φύση του/της: ~ ~ είχε κλίση προς τη μουσική. Είναι ξανθιά ~ ~ της. Πβ. εκ γενετής, εκ φύσεως., είναι φυσικό: είναι λογικό, αυτονόητο, αποδεκτό: ~ ~ να ανησυχούν για σένα οι γονείς σου., εκ του φυσικού: με βάση το φυσικό πρότυπο: ζωγραφική/σχέδια ~ ~., φυσικώ τω λόγω βλ. λόγος [< αρχ. φυσικός, γαλλ. naturel, physique, αγγλ. natural, physical]
55820φυσικός

φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φυσική· ειδικότ. καθηγητής φυσικής: θεωρητικός/πυρηνικός ~. [< γαλλ. physicien]

55821φυσικότηταφυ-σι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ειλικρίνεια και απλότητα στη συμπεριφορά, απουσία επιτήδευσης: ~ διαλόγου/ομιλίας. (για ηθοποιό:) Παίζει με ~. Βλ. αμεσ-, αυθεντικ-ότητα, αυθορμητισμός.|| Η ~ μιας κίνησης/των χρωμάτων. Βλ. -ότητα. [< μτγν. φυσικότης, 1ος π.Χ. αι., γερμ. Natürlichkeit]
55822φυσικοχημείαφυ-σι-κο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τα χημικά φαινόμενα και συστήματα, εφαρμόζοντας τις αρχές της φυσικής: εφαρμοσμένη ~. ~ περιβάλλοντος/πολυμερών/τροφίμων/υλικών. 2. (προφ.) φυσική και χημεία. [< γαλλ. physicochimie, αγγλ. physico-chemistry, 1934]
55823φυσικοχημικός, ή, ό φυ-σι-κο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φυσικοχημεία: ~ός: χαρακτηρισμός (σωματιδίων). ~ή: ανάλυση/επεξεργασία. [< γαλλ. physicochimique, αγγλ. physico-chemical]
55824φυσικοχημικόςφυ-σι-κο-χη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη φυσικοχημεία· ειδικότ. καθηγητής φυσικής και χημείας. [< γαλλ. physicochimiste, αγγλ. physico-chemist]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.