| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55819 | φυσικός | , ή, ό φυ-σι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με τη φύση, προέρχεται από αυτή, υπάρχει ή συμβαίνει σε αυτή· που δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινης δραστηριότητας ή παρέμβασης: ~ός: κόσμος/πλούτος. ~οί: κίνδυνοι/νόμοι. ~ές: διεργασίες/πηγές. ~ά: μνημεία/τοπία/χαρακτηριστικά (εδαφών). Προστασία της ~ής κληρονομιάς. Οι ~οί εχθροί των ζώων/φυτών.|| ~ός: αερισμός/(ΑΣΤΡΟΝ.) δορυφόρος (βλ. φεγγάρι)/χλοοτάπητας (ΑΝΤ. πλαστικός). ~ό: λιμάνι/λίπασμα/μετάξι/οχυρό. ~ά: καλλυντικά/προϊόντα (πβ. βιολογικός, οικολογικός, οργανικός). ΑΝΤ. τεχνητός.|| (ΦΥΣ.) ~ή: μετεωρολογία/σταθερά. ~ό: εκκρεμές. ~ές: ιδιότητες. ~ά: φαινόμενα (βλ. μετα~, παρα~, υπερ~, ψυχο~). Βλ. ακτινο~, αστρο~, βιο~, γεω~. 2. που σχετίζεται με το σώμα· σωματικός: ~ός: πόνος. ~ή: αναπηρία/βία/δύναμη/προσπάθεια. ~ές: ανάγκες/δραστηριότητες (: περπάτημα, τρέξιμο)/ικανότητες. ~ή: άμυνα/αντίσταση του οργανισμού στις ασθένειες. Δεν έχει τα ~ά προσόντα για να γίνει μοντέλο (: την κατάλληλη σωματική διάπλαση). Βλ. πνευματ-, ψυχ-ικός.|| Πέθανε από ~ά αίτια. 3. που δεν είναι επίκτητος ή αποτέλεσμα επέμβασης· εκ γενετής: ~ή: ομορφιά. ~ό: χρώμα μαλλιών. Είναι ~ή κοκκινομάλλα.|| ~ό: μακιγιάζ (: που δεν γίνεται αντιληπτό). Μέικ απ για ~ό αποτέλεσμα. ΑΝΤ. ψεύτικος. 4. αναμενόμενος, κανονικός, ομαλός, φυσιολογικός: ~ή: ανάπτυξη/αντίδραση/συνέπεια. ~ό: επακόλουθο. ~ή εξέλιξη/πορεία των πραγμάτων. Μου είπε ότι χωρίζουμε σαν κάτι εντελώς ~ό. Βλ. λογικός.|| ~ός: τοκετός (βλ. καισαρική). ΑΝΤ. αφύσικος (2) 5. (μτφ.) ανεπιτήδευτος, αυθόρμητος, ειλικρινής: ~ή: ερμηνεία/ευγένεια. Με ~ό ύφος (= με φυσικότητα). ΑΝΤ. προσποιητός, υποκριτικός (1), ψεύτικος (1) 6. (για γονείς ή παιδιά) βιολογικός. ΑΝΤ. θετός (1) ● Ουσ.: Φυσικό (το) (προφ.): το τμήμα Φυσικής (του πανεπιστημίου). ● επίρρ.: φυσικώς [-ῶς] (λόγ.): από τη φύση: θέση/χερσόνησος ~ οχυρωμένη. Πβ. φυσικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικές επιστήμες: που ασχολούνται με τη μελέτη της φύσης και των νόμων που τη διέπουν (αστρονομία, βιολογία, γεωλογία, ζωολογία, μετεωρολογία, φυσική, χημεία). Πβ. θετικές επιστήμες. Βλ. ανθρωπιστικές επιστήμες. [< γαλλ. sciences naturelles] , φυσική γλώσσα: ΓΛΩΣΣ. που έχει αναπτυχθεί με φυσικό τρόπο και συνδέεται με την ιστορία και την κοινωνία της κοινότητας που τη χρησιμοποιεί. Βλ. μητρική/πρώτη γλώσσα.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Επεξεργασία ~ής ~ας (βλ. αυτόματη μετάφραση). ΑΝΤ. τεχνητή γλώσσα [< αγγλ. natural language] , φυσική ελευθερία: το δικαίωμα κάποιου να ενεργεί κατά βούληση, με μόνο περιορισμό τις σωματικές του ικανότητες., φυσική εξέταση: ΙΑΤΡ. επισκόπηση, ψηλάφηση, επίκρουση και ακρόαση ασθενή., φυσική θρησκεία: ΘΡΗΣΚ. που βασίζεται στη λογική, την ηθική και τη μελέτη της φύσης. Βλ. φυσιοκρατία. [< αγγλ. natural religion] , φυσική ιστορία 1. ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. (με κεφαλ. Φ,Ι) μελέτη της φύσης, κυρ. των ζώων, των φυτών και των απολιθωμάτων τους: Μουσείο ~ής ~ας. Βλ. βοτανική, ζωο-, φυτο-λογία. 2. εξελικτική πορεία: η ~ ~ μιας νόσου.|| Η ~ ~ του Σύμπαντος. [< αγγλ. natural history] , φυσική κατάσταση 1. η σωματική υγεία ενός ανθρώπου: Βρίσκεται σε άριστη/καλή ~ ~ (πβ. ευεξία, ευρωστία). Βελτίωση/διατήρηση της ~ής ~ης. Ασκήσεις/προπόνηση για ~ ~ και αντοχή. Πβ. φίτνες, φόρμα. 2. ΦΥΣ.-ΧΗΜ. καθεμία από τις τρεις μορφές (αέρια, υγρή, στερεή) στις οποίες μπορεί να βρεθεί η ύλη. [< 1: γαλλ. état physique 2: αγγλ. state of matter] , φυσική πρόσβαση : ΠΛΗΡΟΦ. τρόπος προστασίας υπολογιστών, δικτύων ή προγραμμάτων, κατά τον οποίο η πρόσβαση ενός ατόμου σε αυτά δεν γίνεται από απόσταση, αλλά μόνο με επαφή. [< αγγλ. physical access] , φυσικό μονοπώλιο: ΟΙΚΟΝ. τομέας της αγοράς τον οποίο μπορεί να εξυπηρετεί καλύτερα μία επιχείρηση απ' ό,τι περισσότερες. , φυσικό πρόσωπο: ΝΟΜ. κάθε άνθρωπος ως φορέας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Βλ. νομικό πρόσωπο. [< γερμ. natürliche Person] , φυσικός αριθμός: ΜΑΘ. οι αριθμοί 0,1,2,3, ... 105, 106, 107, ... οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να δηλωθεί σειρά ή πλήθος., φυσικός/μητρικός ομιλητής: ΓΛΩΣΣ. που μιλά τη μητρική του γλώσσα. [< αγγλ. native speaker] , (φυσικό) μεταλλικό νερό βλ. νερό, τεχνητά δάκρυα βλ. δάκρυ, υγροποιημένο φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικές καλλονές βλ. καλλονή, φυσική ανθρωπολογία βλ. ανθρωπολογία, φυσική ασφάλεια βλ. ασφάλεια, φυσική γέφυρα βλ. γέφυρα, φυσική γεωγραφία βλ. γεωγραφία, φυσική επιλογή βλ. επιλογή, φυσική ιατρική βλ. ιατρική, φυσική καλλιέργεια βλ. καλλιέργεια, φυσική καταλληλότητα βλ. καταλληλότητα, φυσική καταστροφή βλ. καταστροφή, φυσική μητέρα βλ. μητέρα, φυσική/σωματική/αθλητική αγωγή βλ. αγωγή, φυσικό αέριο βλ. αέριο, φυσικό αντικείμενο βλ. αντικείμενο, φυσικό δίκαιο βλ. δίκαιο, φυσικό μέγεθος βλ. μέγεθος, φυσικό περιβάλλον βλ. περιβάλλον, φυσικοί πόροι βλ. πόρος, φυσικός αυτουργός βλ. αυτουργός, φυσικός δικαστής βλ. δικαστής, φυσικός χυμός βλ. χυμός, φυσικός/φυσιολογικός θάνατος βλ. θάνατος ● ΦΡ.: από φυσικού του/της (προφ.): από τη φύση του/της: ~ ~ είχε κλίση προς τη μουσική. Είναι ξανθιά ~ ~ της. Πβ. εκ γενετής, εκ φύσεως., είναι φυσικό: είναι λογικό, αυτονόητο, αποδεκτό: ~ ~ να ανησυχούν για σένα οι γονείς σου., εκ του φυσικού: με βάση το φυσικό πρότυπο: ζωγραφική/σχέδια ~ ~., φυσικώ τω λόγω βλ. λόγος [< αρχ. φυσικός, γαλλ. naturel, physique, αγγλ. natural, physical] | |
| 55820 | φυσικός | φυ-σι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας με αντικείμενο μελέτης τη φυσική· ειδικότ. καθηγητής φυσικής: θεωρητικός/πυρηνικός ~. [< γαλλ. physicien] | |
| 55821 | φυσικότητα | φυ-σι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): ειλικρίνεια και απλότητα στη συμπεριφορά, απουσία επιτήδευσης: ~ διαλόγου/ομιλίας. (για ηθοποιό:) Παίζει με ~. Βλ. αμεσ-, αυθεντικ-ότητα, αυθορμητισμός.|| Η ~ μιας κίνησης/των χρωμάτων. Βλ. -ότητα. [< μτγν. φυσικότης, 1ος π.Χ. αι., γερμ. Natürlichkeit] | |
| 55822 | φυσικοχημεία | φυ-σι-κο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τα χημικά φαινόμενα και συστήματα, εφαρμόζοντας τις αρχές της φυσικής: εφαρμοσμένη ~. ~ περιβάλλοντος/πολυμερών/τροφίμων/υλικών. 2. (προφ.) φυσική και χημεία. [< γαλλ. physicochimie, αγγλ. physico-chemistry, 1934] | |
| 55823 | φυσικοχημικός | , ή, ό φυ-σι-κο-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φυσικοχημεία: ~ός: χαρακτηρισμός (σωματιδίων). ~ή: ανάλυση/επεξεργασία. [< γαλλ. physicochimique, αγγλ. physico-chemical] | |
| 55824 | φυσικοχημικός | φυ-σι-κο-χη-μι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στη φυσικοχημεία· ειδικότ. καθηγητής φυσικής και χημείας. [< γαλλ. physicochimiste, αγγλ. physico-chemist] | |
| 55825 | φυσιο- | πρόθημα με αναφορά 1. στη φύση, το φυσικό περιβάλλον: ~λατρία.|| ~γνωσία.|| ~γραφία. 2. στις φυσιολογικές λειτουργίες ενός οργανισμού: ~θεραπευτής (πβ. φυσικο-).|| ~παθολογία. 3. στα χαρακτηριστικά του προσώπου: ~γνωμιστής. | |
| 55826 | φυσιογνωμία | φυ-σι-ο-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. τα χαρακτηριστικά του προσώπου ανθρώπου ή της όψης πράγματος: Είναι πολύ γνωστή ~. Έχει γλυκιά ~ (πβ. εμφάνιση, παρουσιαστικό, φιζίκ).|| Έχει αλλάξει η ~ (= εικόνα) της πόλης. Πβ. προφίλ, ταυτότητα. 2. σημαντική προσωπικότητα: κορυφαία πολιτική ~. Σπουδαία ~ της τέχνης. Έχει αναδειχθεί σε εμβληματική/ηγετική ~. ΣΥΝ. μορφή (3) [< αρχ. φυσιογνωμονία, πβ. φυσιογνωμία 'μελέτη της φύσης', γαλλ. physionomie, αγγλ. physiognomy] | |
| 55827 | φυσιογνωμική | φυ-σι-ο-γνω-μι-κή ουσ. (θηλ.): ερμηνεία και περιγραφή του χαρακτήρα ενός ατόμου με βάση την εξωτερική του εμφάνιση και ιδ. τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: κινεζική ~. Βλ. μορφοψυχο-, προσωπο-λογία. [< γαλλ. physiognomie, αγγλ. physiognomy] | |
| 55828 | φυσιογνωμικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γνω-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυσιογνωμία: ~ός: έλεγχος (βλ. φέις κοντρόλ). ~ή: ανάλυση/ομοιότητα. ~ά: γνωρίσματα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ● επίρρ.: φυσιογνωμικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. physionomique, αγγλ. physiognomic] | |
| 55829 | φυσιογνωμιστής | φυ-σι-ο-γνω-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. φυσιογνωμίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται (επαγγελματικά) με τη φυσιογνωμική. [< γαλλ. physionomiste, αγγλ. physiognomist] | |
| 55830 | φυσιογνωσία | φυ-σι-ο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. γνώση, μελέτη του φυσικού κόσμου. Βλ. -γνωσία. 2. (παλαιότ.) φυσικές επιστήμες. [< γερμ. Naturkunde] | |
| 55831 | φυσιογνώστης | φυ-σι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φυσιογνώστρια} 1. γνώστης, μελετητής του φυσικού κόσμου. Πβ. φυσιοδίφης. 2. (παλαιότ.) φυσικός επιστήμονας. Βλ. -γνώστης. | |
| 55832 | φυσιογνωστικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυσιογνωσία: ~ές: επιστήμες. | |
| 55833 | φυσιογραφία | φυ-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Φ, παλαιότ.): ΓΕΩΓΡ. φυσική γεωγραφία. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. physiographie, αγγλ. physiography] | |
| 55834 | φυσιογραφικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που αναφέρεται στη φυσιογραφία: ~ός: χάρτης. ~οί: σχηματισμοί. Βλ. γεωλογικός. [< γαλλ. physiographique, αγγλ. physiographic] | |
| 55835 | φυσιοδίφης | φυ-σι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ.): συστηματικός μελετητής της χλωρίδας, της πανίδας και των ορυκτών: ερασιτέχνης/λόγιος ~. Βλ. φυσιο-γνώστης, -λάτρης. [< γερμ. Naturforscher, γαλλ. naturaliste] | |
| 55836 | φυσιοδιφικός | , ή, ό φυ-σι-ο-δι-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φυσιοδίφη και το αντικείμενο μελέτης του: περιοχή με ~ό ενδιαφέρον. Περιοδικό ~ού περιεχομένου. | |
| 55837 | φυσιοθεραπεία | βλ. φυσικοθεραπεία | |
| 55838 | φυσιοθεραπευτής | βλ. φυσικοθεραπευτής |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ