| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55825 | φυσιο- | πρόθημα με αναφορά 1. στη φύση, το φυσικό περιβάλλον: ~λατρία.|| ~γνωσία.|| ~γραφία. 2. στις φυσιολογικές λειτουργίες ενός οργανισμού: ~θεραπευτής (πβ. φυσικο-).|| ~παθολογία. 3. στα χαρακτηριστικά του προσώπου: ~γνωμιστής. | |
| 55826 | φυσιογνωμία | φυ-σι-ο-γνω-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. τα χαρακτηριστικά του προσώπου ανθρώπου ή της όψης πράγματος: Είναι πολύ γνωστή ~. Έχει γλυκιά ~ (πβ. εμφάνιση, παρουσιαστικό, φιζίκ).|| Έχει αλλάξει η ~ (= εικόνα) της πόλης. Πβ. προφίλ, ταυτότητα. 2. σημαντική προσωπικότητα: κορυφαία πολιτική ~. Σπουδαία ~ της τέχνης. Έχει αναδειχθεί σε εμβληματική/ηγετική ~. ΣΥΝ. μορφή (3) [< αρχ. φυσιογνωμονία, πβ. φυσιογνωμία 'μελέτη της φύσης', γαλλ. physionomie, αγγλ. physiognomy] | |
| 55827 | φυσιογνωμική | φυ-σι-ο-γνω-μι-κή ουσ. (θηλ.): ερμηνεία και περιγραφή του χαρακτήρα ενός ατόμου με βάση την εξωτερική του εμφάνιση και ιδ. τα χαρακτηριστικά του προσώπου του: κινεζική ~. Βλ. μορφοψυχο-, προσωπο-λογία. [< γαλλ. physiognomie, αγγλ. physiognomy] | |
| 55828 | φυσιογνωμικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γνω-μι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυσιογνωμία: ~ός: έλεγχος (βλ. φέις κοντρόλ). ~ή: ανάλυση/ομοιότητα. ~ά: γνωρίσματα/στοιχεία/χαρακτηριστικά. ● επίρρ.: φυσιογνωμικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. physionomique, αγγλ. physiognomic] | |
| 55829 | φυσιογνωμιστής | φυ-σι-ο-γνω-μι-στής ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. φυσιογνωμίστρια}: πρόσωπο που ασχολείται (επαγγελματικά) με τη φυσιογνωμική. [< γαλλ. physionomiste, αγγλ. physiognomist] | |
| 55830 | φυσιογνωσία | φυ-σι-ο-γνω-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. γνώση, μελέτη του φυσικού κόσμου. Βλ. -γνωσία. 2. (παλαιότ.) φυσικές επιστήμες. [< γερμ. Naturkunde] | |
| 55831 | φυσιογνώστης | φυ-σι-ο-γνώ-στης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φυσιογνώστρια} 1. γνώστης, μελετητής του φυσικού κόσμου. Πβ. φυσιοδίφης. 2. (παλαιότ.) φυσικός επιστήμονας. Βλ. -γνώστης. | |
| 55832 | φυσιογνωστικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γνω-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυσιογνωσία: ~ές: επιστήμες. | |
| 55833 | φυσιογραφία | φυ-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Φ, παλαιότ.): ΓΕΩΓΡ. φυσική γεωγραφία. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. physiographie, αγγλ. physiography] | |
| 55834 | φυσιογραφικός | , ή, ό φυ-σι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΓΕΩΓΡ. που αναφέρεται στη φυσιογραφία: ~ός: χάρτης. ~οί: σχηματισμοί. Βλ. γεωλογικός. [< γαλλ. physiographique, αγγλ. physiographic] | |
| 55835 | φυσιοδίφης | φυ-σι-ο-δί-φης ουσ. (αρσ.): συστηματικός μελετητής της χλωρίδας, της πανίδας και των ορυκτών: ερασιτέχνης/λόγιος ~. Βλ. φυσιο-γνώστης, -λάτρης. [< γερμ. Naturforscher, γαλλ. naturaliste] | |
| 55836 | φυσιοδιφικός | , ή, ό φυ-σι-ο-δι-φι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φυσιοδίφη και το αντικείμενο μελέτης του: περιοχή με ~ό ενδιαφέρον. Περιοδικό ~ού περιεχομένου. | |
| 55837 | φυσιοθεραπεία | βλ. φυσικοθεραπεία | |
| 55838 | φυσιοθεραπευτής | βλ. φυσικοθεραπευτής | |
| 55839 | φυσιοθεραπευτικός | , ή, ό βλ. φυσικοθεραπευτικός | |
| 55840 | φυσιοκράτης | φυ-σι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της φυσιοκρατίας. Βλ. -κράτης. [< γαλλ. physiocrate, αγγλ. physiocrat] | |
| 55841 | φυσιοκρατία | φυ-σι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ) 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομική θεωρία του 18ου αι. σύμφωνα με την οποία η πολιτική σέβεται τους φυσικούς νόμους και η γεωργία είναι η βασική πλουτοπαραγωγική πηγή. Βλ. -κρατία. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη και ότι η φύση είναι η πηγή δημιουργίας του κόσμου. Βλ. φυσική θρησκεία. ΣΥΝ. νατουραλισμός (2) [< γαλλ. physiocratie, αγγλ. physiocracy] | |
| 55842 | φυσιοκρατικός | , ή, ό φυ-σι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη φυσιοκρατία: ~ή: θρησκεία/φιλοσοφία. ● επίρρ.: φυσιοκρατικά [< γαλλ. physiocratique, αγγλ. physiocratic] | |
| 55843 | φυσιολάτρης | φυ-σι-ο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. φυσιολάτρισσα}: πρόσωπο που αγαπά και σέβεται τη φύση, που επιδιώκει και απολαμβάνει την επαφή με το φυσικό περιβάλλον: ~ οικολόγος/ορειβάτης/πεζοπόρος/περιηγητής. Βλ. -λάτρης, φυσιοδίφης. [< γερμ. Naturfreund] | |
| 55844 | φυσιολατρία | φυ-σι-ο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): αγάπη και σεβασμός για τη φύση, που εκδηλώνεται κυρ. με την απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος: τουρισμός ~ας. Βλ. -λατρία. [< γερμ. Liebe zur Natur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ