| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55845 | φυσιολατρικός | , ή, ό φυ-σι-ο-λα-τρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη φυσιολατρία και τους φυσιολάτρες: ~ός: οδηγός/περίπατος/(ορειβατικός) σύλλογος/τουρισμός. ~ή: διαδρομή/εκδρομή/ζωή/περιήγηση. Βλ. οικολογικός. | |
| 55846 | φυσιολογία | φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις λειτουργίες του οργανισμού των έμβιων όντων: αθλητική/γενική/εφαρμοσμένη/παθολογική ~.|| ~ της αναπνοής/του βελονισμού/της καρδιάς/του κυκλοφορικού συστήματος/του ύπνου/των φυτών. Βλ. ηλεκτρο~, νευρο~, οικο~, παθο~, ψυχο~, φυσιοπαθολογία. [< αρχ. φυσιολογία 'έρευνα σχετικά με τα φυσικά φαινόμενα', γαλλ. physiologie, αγγλ. physiology] | |
| 55847 | φυσιολογικός | , ή, ό φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. που υπάρχει ή εξελίσσεται ομαλά, σύμφωνα με τη φύση και τους κανόνες της: ~ός: τοκετός. ~ή: ακοή/συχνότητα (κενώσεων). ~ό: δέρμα. ~οί: παλμοί (βλ. αρρυθμία). ~ές: τιμές (αιματολογικής εξέτασης). ~ά: κύτταρα. Το βάρος του είναι ~ό για την ηλικία του. Μη ~ή (= παθολογική) μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων. Πβ. κανονικός, ομαλός, φυσικός. ΑΝΤ. ανώμαλος.|| ~ός: πόνος. ~ή: απώλεια βάρους/θερμοκρασία (σώματος)/πίεση/φθορά της όρασης.|| ~ός: άνθρωπος/έφηβος. Πβ. νορμάλ. 2. που κυμαίνεται εντός επιτρεπτών ορίων, αναμενόμενος: ~ή: ζωή. ΑΝΤ. αλλόκοτος, αφύσικος.|| ~ή: εξέλιξη/ήττα. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη φυσιολογία: ~ή: ανατομία/οπτική. Βλ. ηλεκτρο~, νευρο~, παθο~, ψυχο~. ● επίρρ.: φυσιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικός/φυσιολογικός θάνατος βλ. θάνατος, φυσιολογικός ορός βλ. ορός [< μτγν. φυσιολογικός, γαλλ. physiologique, αγγλ. physiological] | |
| 55848 | φυσιολόγος | φυ-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη φυσιολογία: ~ φυτών. Βλ. -λόγος. [< αρχ. φυσιολόγος 'μελετητής της φύσης', γαλλ. physiologue, αγγλ. physiologist] | |
| 55849 | φυσιοπαθολογία | φυ-σι-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η επιστημονική μελέτη της διαταραχής των φυσιολογικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας: ~ του αίματος/της αναπαραγωγής/της φωνής. Βλ. φυσιολογία. [< γαλλ. physiopathologie, αγγλ. physiopathology] | |
| 55850 | φυσιοπαθολογικός | , ή, ό φυ-σι-ο-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυσιοπαθολογία. [< γαλλ. physiopathologique, αγγλ. physiopathological] | |
| 55851 | φυσομανά | [φυσομανᾷ] φυ-σο-μα-νά ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} & φυσομανάει (προφ.): φυσά με ένταση και διάρκεια: Ο βοριάς ~. Πβ. λυσσομανά, μανιάζει. Βλ. -μανά. | |
| 55852 | φυσούνα | φυ-σού-να ουσ. (θηλ.) 1. κλειστή πτυσσόμενη κατασκευή μέσω της οποίας οδηγούνται οι επιβάτες από την έξοδο του αεροδρομίου στο αεροπλάνο ή οι παίκτες από τα αποδυτήρια στον αγωνιστικό χώρο. 2. χώρος με πτυσσόμενο τοίχωμα στη μέση διπλών λεωφορείων. Πβ. φυσαρμόνικα. 3. φυσερό. | |
| 55853 | φυσώ | [φυσῶ] φυ-σώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φυσ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | φυσ-ούσε κ. φύσ-αγε, -ηξε (σπάν.) -ησε, -ημένος} & φυσάω 1. {στο γ' πρόσ.} έχει (δυνατό) αέρα: Χθες ~αγε όλη μέρα. ~ηξε βοριάς/νοτιάς.|| (μτφ.) ~ηξε άνεμος αισιοδοξίας/αλλαγής. Πβ. πνέω. 2. βγάζω αέρα, συνήθ. από το στόμα: ~ τον καφέ/τη σούπα (: για να κρυώσει). ~ τη σφυρίχτρα (= σφυρίζω)/φλογέρα. ~ηξε τη σκόνη. Βάζουμε φωτιά στο προσάναμμα και ~άμε για να μη σβήσει. ~ηξε δυνατά και έσβησε τα κεράκια της τούρτας.|| ~ τη μύτη μου (: ξεφυσώ για να καθαρίσω τα ρουθούνια).|| Ο αέρας ~ούσε τα μαλλιά της. Βλ. ανεμίζω. 3. (αργκό) για κάποιον ή κάτι που είναι πολύ ωραίο, εντυπωσιακό: Το αυτοκίνητο/μηχάνημα ~άει. ● ΦΡ.: το/τα φυσάει (μτφ.-προφ.): έχει πολλά χρήματα, είναι πλούσιος: Το ~ το χρήμα. Πρέπει να τα ~/να τον ~ τον παρά., φυσάω και ξεφυσάω: αναπνέω έντονα, συνήθ. λόγω άγχους, αναστάτωσης, δυσφορίας ή εκνευρισμού: Τι ~άς και ~άς συνέχεια; Ηρέμησε!, όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει βλ. μύλος, όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος, το φυσάω και δεν κρυώνει βλ. κρυώνω, φυσάει άλλος αέρας βλ. αέρας [< αρχ. φυσῶ] | |
| 55854 | φυτεία | φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.) {φυτειών}: περιοχή μεγάλης έκτασης που καλλιεργείται με συγκεκριμένα φυτά· συνεκδ. το σύνολο των φυτών αυτών: ~ κακάο/καπνού/καφέ/μπαχαρικών. Δενδρώδεις/τεχνητές ~ες.|| Καταστροφή της ~ας. [< μτγν. φυτεία 'φύτεμα', γαλλ.-αγγλ. plantation] | |
| 55856 | φύτεμα | φύ-τε-μα ουσ. (ουδ.) & φύτευμα: η ενέργεια του φυτεύω: ~ δέντρων/εποχιακών λουλουδιών. Σπόροι για ~. [< αρχ. φύτευμα 'φυτό'] | |
| 55857 | φύτευση | φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): φύτεμα: ~ δενδρυλλίων. [< αρχ. φύτευσις] | |
| 55858 | φυτευτήρι | φυ-τευ-τή-ρι ουσ. (ουδ.): εργαλείο κηπουρικής με μυτερή άκρη, με το οποίο διανοίγονται μικροί λάκκοι στο χώμα για φύτεμα ή μεταφύτευση. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. φυτευτής (2) [< αρχ. φυτευτήριον 'μόσχευμα, φυτώριο'] | |
| 55859 | φυτευτής | φυ-τευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που φυτεύει κάτι. 2. φυτευτήρι: ~ βολβών. [< 1: μεσν. φυτευτής] | |
| 55860 | φυτευτικός | , ή, ό φυ-τευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φύτεμα: ~ός: σύνδεσμος (= απόσταση φύτευσης μεταξύ των φυτών). ~ή: περίοδος. ~ό: υλικό (: είδος και ποσότητα φυτών). ~ές: μηχανές. [< μτγν. φυτευτικός] | |
| 55861 | φυτευτός | , ή, ό φυ-τευ-τός επίθ. 1. που έχει φυτευτεί, που βρίσκεται εν μέρει χωμένος στο έδαφος: ~ό: φως κήπου (βλ. χωνευτός). ~ές: πέτρες. ~ά: υποστυλώματα (δοκού).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: κοχλίας (= μπουζόνι). 2. που τοποθετείται ή εμφυτεύεται σε μέρος του ανθρώπινου σώματος: ~ές: βλεφαρίδες (: ψεύτικες). ~ά: δόντια (= οδοντικά εμφυτεύματα). Βλ. πρόσθετος, τεχνητός. 3. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) που έχει τοποθετηθεί αυθαίρετα σε θέση ή αξίωμα κυρ. στο Δημόσιο, για να υπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που τον διόρισαν: Ήρθε ~ στη θέση του προέδρου. Πβ. βαλτός, εγκάθετος. ● επίρρ.: φυτευτά [< αρχ. φυτευτός ‘φυτεμενος’, γαλλ. planté] | |
| 55862 | φυτεύω | φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {φύτε-ψε (λόγ.) φύτευ-σε, φυτέ-ψει (λόγ.) φυτεύ-σει, φυτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος κ. φυτε-μένος, -οντας} 1. βυθίζω στο χώμα σπόρο, ρίζα ή τμήμα φυτού με σκοπό τη βλάστηση και ανάπτυξή του· γενικότ. καλλιεργώ μια έκταση με φυτά: ~ δέντρα/λαχανικά/λουλούδια στον κήπο. ~ψα λίγο μαϊντανό στη γλάστρα. Στην αυλή μου έχω ~ψει τριανταφυλλιές. ~μένη: οροφή (βλ. πράσινη). ~μένο: ενυδρείο. ΑΝΤ. εκ-, ξε-ριζώνω, ξεπατώνω.|| ~ψε είκοσι στρέμματα αμπέλι.|| (μτφ.) ~ψε τον σπόρο της αμφιβολίας. 2. (μτφ.) βάζω βαθιά, χώνω: Του ~ψε μια σφαίρα (= τον πυροβόλησε) στην καρδιά. Πβ. καρφώνω, μπήγω. [< 1: αρχ. φυτεύω] | |
| 55863 | φυτικός | , ή, ό φυ-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τα φυτά ή προέρχεται από αυτά: ~ός: κόσμος. ~ή: ανάπτυξη/γη (: χώμα)/διατροφή/παραγωγή. ~ό: βασίλειο. ~οί: ιστοί/οργανισμοί. ~ές: ορμόνες (= φυτορμόνες)/ουσίες/πρωτεΐνες/στερόλες. ~ά: (βλαστο)κύτταρα/είδη. Αποζημίωση για ζημιές στο ~ό κεφάλαιο. Κέντημα/ψηφιδωτό με ~ό διάκοσμο. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ό: κόσμημα (βλ. ανθέμιο).|| ~ή: βαφή/κρέμα/μαργαρίνη/σαντιγί. ~ό: λίπασμα/λίπος (βλ. φυτίνη)/ρόφημα/τυρί. ~ές: τροφές. ~ά: εκχυλίσματα/έλαια/καλλυντικά (βλ. βιολογικά)/οιστρογόνα (: ομάδα ουσιών που προέρχονται από ~ά τρόφιμα)/προϊόντα/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χρώματα. Υδρογονωμένα ~ά λιπαρά. Βλ. ξηρο~. ΑΝΤ. ζωικός1 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με το αυτόνομο νευρικό σύστημα: ~ές: λειτουργίες (π.χ. αναπνοή). Βλ. νευρο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ασθενείς σε ~ή κατάσταση. Πβ. φυτό. ● ΣΥΜΠΛ.: φυτικό οξύ: βασική μορφή αποθήκευσης του φωσφόρου σε πολλούς φυτικούς ιστούς και ιδ. σε ποικιλίες σιτηρών και φασολιών (σύμβ. C6H18P6O24). [< αγγλ. phytic acid] , αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα βλ. αυτόνομος, φυτικές/διαιτητικές ίνες βλ. διαιτητικός1, φυτικός άνθρακας βλ. άνθρακας [< 1: αρχ. φυτικός 2: γαλλ. végétal] | |
| 55864 | φυτίνη | φυ-τί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό μαγειρικό λίπος σε στερεή μορφή: Σοτάρω το κρέας με ~. Λιώνετε δύο κουταλιές ~. Πβ. μαργαρίνη. 2. ΧΗΜ. οργανοφωσφορική ένωση, μείγμα αλάτων μαγνησίου και ασβεστίου με φυτικό οξύ, η οποία απαντά σε σπόρους φυτών, κυρ. δημητριακών. Βλ. -ίνη, ινοσιτόλη. [< 1: αγγλ. εμπορ. ονομασ. Phytin, 1905 2: γαλλ. phytine, αγγλ. phytin] | |
| 55865 | φυτό | φυ-τό ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ζωντανός οργανισμός που συνήθ. φυτρώνει στο έδαφος, δεν διαθέτει αισθητήρια, κινητήρια όργανα και νεύρα, και χαρακτηρίζεται από την ικανότητα φωτοσύνθεσης: αειθαλές/έρπον/ετήσιο/πολυετές/ποώδες/τροπικό/υδρόβιο/φυλλοβόλο ~. Ανθοκομικά/διακοσμητικά/κτηνοτροφικά/μελισσοκομικά/πράσινα/ψεύτικα ~ά. Ανώτερα/κατώτερα ~ά. ~ά εσωτερικού χώρου. Άνθη/είδη κήπου-~ά. Ζώα και ~ά της περιοχής. Το γένος/το λουλούδι/τα μέρη (βλ. βλαστός, κορμός, ρίζα, φύλλο)/οι σπόροι ενός ~ού. Εκχυλίσματα των ~ών ... Αναπνοή/λίπανση/φαρμακευτικές ιδιότητες/φυσιολογία των ~ών. Σύνθεση ~ών σε καλάθι. Βιοτεχνολογία/γενετική βελτίωση/έκθεση ~ών. Το ~ αναπτύσσεται/ανθίζει/μαράθηκε/φύτρωσε. Καλλιεργώ/κλαδεύω/μπολιάζω/περιποιούμαι/ποτίζω/ραντίζω/φυτεύω ένα ~. Βλ. βλάστηση, βότανα, δέντρο, κηπευτικά, λαχανικά, πρωτόφυτα, χλωρίδα. 2. (μτφ.-προφ.) για άτομο του οποίου οι φυσικές και νοητικές λειτουργίες έχουν υποστεί σοβαρή βλάβη, συνήθ. εξαιτίας ατυχήματος ή αρρώστιας: Έμεινε ~. Βλ. κλινικός θάνατος, κώμα. 3. (μτφ.-μειωτ.) για μαθητή, σπουδαστή ή φοιτητή που διαβάζει υπερβολικά ή για άνθρωπο χωρίς κριτική ικανότητα. Πβ. σπασίκλας. ● Υποκ.: φυτάριο (το): μόνο στη σημ. 1., φυτούλι (το) ● Μεγεθ.: φυτούκλα (η) & φύτουκλας (ο): στη σημ. 3. Βλ. -ούκλα., φύτουλας (ο): στη σημ. 3. Βλ. -ουλας. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες: ΟΙΚΟΛ. που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Βλ. βιο-ενέργεια, -μάζα, -ντίζελ, αραβόσιτος, βαμβάκι, ελαιοκράμβη, τεύτλο., αναρριχώμενα φυτά βλ. αναρριχώμενος, αρωματικά φυτά βλ. αρωματικός, καλλωπιστικά φυτά βλ. καλλωπιστικός, σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά βλ. σαρκοφάγος [< αρχ. φυτόν] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ