| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55839 | φυσιοθεραπευτικός | , ή, ό βλ. φυσικοθεραπευτικός | |
| 55840 | φυσιοκράτης | φυ-σι-ο-κρά-της ουσ. (αρσ.): υποστηρικτής της φυσιοκρατίας. Βλ. -κράτης. [< γαλλ. physiocrate, αγγλ. physiocrat] | |
| 55841 | φυσιοκρατία | φυ-σι-ο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ) 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομική θεωρία του 18ου αι. σύμφωνα με την οποία η πολιτική σέβεται τους φυσικούς νόμους και η γεωργία είναι η βασική πλουτοπαραγωγική πηγή. Βλ. -κρατία. 2. ΦΙΛΟΣ. θεωρία που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κάποια ανώτερη δύναμη και ότι η φύση είναι η πηγή δημιουργίας του κόσμου. Βλ. φυσική θρησκεία. ΣΥΝ. νατουραλισμός (2) [< γαλλ. physiocratie, αγγλ. physiocracy] | |
| 55842 | φυσιοκρατικός | , ή, ό φυ-σι-ο-κρα-τι-κός επίθ.: ΦΙΛΟΣ. που σχετίζεται με τη φυσιοκρατία: ~ή: θρησκεία/φιλοσοφία. ● επίρρ.: φυσιοκρατικά [< γαλλ. physiocratique, αγγλ. physiocratic] | |
| 55843 | φυσιολάτρης | φυ-σι-ο-λά-τρης ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. φυσιολάτρισσα}: πρόσωπο που αγαπά και σέβεται τη φύση, που επιδιώκει και απολαμβάνει την επαφή με το φυσικό περιβάλλον: ~ οικολόγος/ορειβάτης/πεζοπόρος/περιηγητής. Βλ. -λάτρης, φυσιοδίφης. [< γερμ. Naturfreund] | |
| 55844 | φυσιολατρία | φυ-σι-ο-λα-τρί-α ουσ. (θηλ.): αγάπη και σεβασμός για τη φύση, που εκδηλώνεται κυρ. με την απόλαυση του φυσικού περιβάλλοντος: τουρισμός ~ας. Βλ. -λατρία. [< γερμ. Liebe zur Natur] | |
| 55845 | φυσιολατρικός | , ή, ό φυ-σι-ο-λα-τρι-κός επίθ.: που αναφέρεται στη φυσιολατρία και τους φυσιολάτρες: ~ός: οδηγός/περίπατος/(ορειβατικός) σύλλογος/τουρισμός. ~ή: διαδρομή/εκδρομή/ζωή/περιήγηση. Βλ. οικολογικός. | |
| 55846 | φυσιολογία | φυ-σι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος που μελετά τις λειτουργίες του οργανισμού των έμβιων όντων: αθλητική/γενική/εφαρμοσμένη/παθολογική ~.|| ~ της αναπνοής/του βελονισμού/της καρδιάς/του κυκλοφορικού συστήματος/του ύπνου/των φυτών. Βλ. ηλεκτρο~, νευρο~, οικο~, παθο~, ψυχο~, φυσιοπαθολογία. [< αρχ. φυσιολογία 'έρευνα σχετικά με τα φυσικά φαινόμενα', γαλλ. physiologie, αγγλ. physiology] | |
| 55847 | φυσιολογικός | , ή, ό φυ-σι-ο-λο-γι-κός επίθ. 1. που υπάρχει ή εξελίσσεται ομαλά, σύμφωνα με τη φύση και τους κανόνες της: ~ός: τοκετός. ~ή: ακοή/συχνότητα (κενώσεων). ~ό: δέρμα. ~οί: παλμοί (βλ. αρρυθμία). ~ές: τιμές (αιματολογικής εξέτασης). ~ά: κύτταρα. Το βάρος του είναι ~ό για την ηλικία του. Μη ~ή (= παθολογική) μείωση του αριθμού των λευκοκυττάρων. Πβ. κανονικός, ομαλός, φυσικός. ΑΝΤ. ανώμαλος.|| ~ός: πόνος. ~ή: απώλεια βάρους/θερμοκρασία (σώματος)/πίεση/φθορά της όρασης.|| ~ός: άνθρωπος/έφηβος. Πβ. νορμάλ. 2. που κυμαίνεται εντός επιτρεπτών ορίων, αναμενόμενος: ~ή: ζωή. ΑΝΤ. αλλόκοτος, αφύσικος.|| ~ή: εξέλιξη/ήττα. 3. ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που αναφέρεται στη φυσιολογία: ~ή: ανατομία/οπτική. Βλ. ηλεκτρο~, νευρο~, παθο~, ψυχο~. ● επίρρ.: φυσιολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φυσικός/φυσιολογικός θάνατος βλ. θάνατος, φυσιολογικός ορός βλ. ορός [< μτγν. φυσιολογικός, γαλλ. physiologique, αγγλ. physiological] | |
| 55848 | φυσιολόγος | φυ-σι-ο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη φυσιολογία: ~ φυτών. Βλ. -λόγος. [< αρχ. φυσιολόγος 'μελετητής της φύσης', γαλλ. physiologue, αγγλ. physiologist] | |
| 55849 | φυσιοπαθολογία | φυ-σι-ο-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. η επιστημονική μελέτη της διαταραχής των φυσιολογικών λειτουργιών κατά τη διάρκεια μιας ασθένειας: ~ του αίματος/της αναπαραγωγής/της φωνής. Βλ. φυσιολογία. [< γαλλ. physiopathologie, αγγλ. physiopathology] | |
| 55850 | φυσιοπαθολογικός | , ή, ό φυ-σι-ο-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φυσιοπαθολογία. [< γαλλ. physiopathologique, αγγλ. physiopathological] | |
| 55851 | φυσομανά | [φυσομανᾷ] φυ-σο-μα-νά ρ. (αμτβ.) {μόνο στο ενεστ. θ.} & φυσομανάει (προφ.): φυσά με ένταση και διάρκεια: Ο βοριάς ~. Πβ. λυσσομανά, μανιάζει. Βλ. -μανά. | |
| 55852 | φυσούνα | φυ-σού-να ουσ. (θηλ.) 1. κλειστή πτυσσόμενη κατασκευή μέσω της οποίας οδηγούνται οι επιβάτες από την έξοδο του αεροδρομίου στο αεροπλάνο ή οι παίκτες από τα αποδυτήρια στον αγωνιστικό χώρο. 2. χώρος με πτυσσόμενο τοίχωμα στη μέση διπλών λεωφορείων. Πβ. φυσαρμόνικα. 3. φυσερό. | |
| 55853 | φυσώ | [φυσῶ] φυ-σώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φυσ-άς, -ά κ. -άει ..., -ώντας | φυσ-ούσε κ. φύσ-αγε, -ηξε (σπάν.) -ησε, -ημένος} & φυσάω 1. {στο γ' πρόσ.} έχει (δυνατό) αέρα: Χθες ~αγε όλη μέρα. ~ηξε βοριάς/νοτιάς.|| (μτφ.) ~ηξε άνεμος αισιοδοξίας/αλλαγής. Πβ. πνέω. 2. βγάζω αέρα, συνήθ. από το στόμα: ~ τον καφέ/τη σούπα (: για να κρυώσει). ~ τη σφυρίχτρα (= σφυρίζω)/φλογέρα. ~ηξε τη σκόνη. Βάζουμε φωτιά στο προσάναμμα και ~άμε για να μη σβήσει. ~ηξε δυνατά και έσβησε τα κεράκια της τούρτας.|| ~ τη μύτη μου (: ξεφυσώ για να καθαρίσω τα ρουθούνια).|| Ο αέρας ~ούσε τα μαλλιά της. Βλ. ανεμίζω. 3. (αργκό) για κάποιον ή κάτι που είναι πολύ ωραίο, εντυπωσιακό: Το αυτοκίνητο/μηχάνημα ~άει. ● ΦΡ.: το/τα φυσάει (μτφ.-προφ.): έχει πολλά χρήματα, είναι πλούσιος: Το ~ το χρήμα. Πρέπει να τα ~/να τον ~ τον παρά., φυσάω και ξεφυσάω: αναπνέω έντονα, συνήθ. λόγω άγχους, αναστάτωσης, δυσφορίας ή εκνευρισμού: Τι ~άς και ~άς συνέχεια; Ηρέμησε!, όποιος αέρας κι αν φυσά, ο μύλος πάντ' αλέθει βλ. μύλος, όποιος καεί/κάηκε στον/με τον χυλό, φυσάει και το γιαούρτι βλ. χυλός, όπου φυσά(ει) ο άνεμος βλ. άνεμος, το φυσάω και δεν κρυώνει βλ. κρυώνω, φυσάει άλλος αέρας βλ. αέρας [< αρχ. φυσῶ] | |
| 55854 | φυτεία | φυ-τεί-α ουσ. (θηλ.) {φυτειών}: περιοχή μεγάλης έκτασης που καλλιεργείται με συγκεκριμένα φυτά· συνεκδ. το σύνολο των φυτών αυτών: ~ κακάο/καπνού/καφέ/μπαχαρικών. Δενδρώδεις/τεχνητές ~ες.|| Καταστροφή της ~ας. [< μτγν. φυτεία 'φύτεμα', γαλλ.-αγγλ. plantation] | |
| 55856 | φύτεμα | φύ-τε-μα ουσ. (ουδ.) & φύτευμα: η ενέργεια του φυτεύω: ~ δέντρων/εποχιακών λουλουδιών. Σπόροι για ~. [< αρχ. φύτευμα 'φυτό'] | |
| 55857 | φύτευση | φύ-τευ-ση ουσ. (θηλ.): φύτεμα: ~ δενδρυλλίων. [< αρχ. φύτευσις] | |
| 55858 | φυτευτήρι | φυ-τευ-τή-ρι ουσ. (ουδ.): εργαλείο κηπουρικής με μυτερή άκρη, με το οποίο διανοίγονται μικροί λάκκοι στο χώμα για φύτεμα ή μεταφύτευση. Βλ. -τήρι. ΣΥΝ. φυτευτής (2) [< αρχ. φυτευτήριον 'μόσχευμα, φυτώριο'] | |
| 55859 | φυτευτής | φυ-τευ-τής ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που φυτεύει κάτι. 2. φυτευτήρι: ~ βολβών. [< 1: μεσν. φυτευτής] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ