| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55860 | φυτευτικός | , ή, ό φυ-τευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με το φύτεμα: ~ός: σύνδεσμος (= απόσταση φύτευσης μεταξύ των φυτών). ~ή: περίοδος. ~ό: υλικό (: είδος και ποσότητα φυτών). ~ές: μηχανές. [< μτγν. φυτευτικός] | |
| 55861 | φυτευτός | , ή, ό φυ-τευ-τός επίθ. 1. που έχει φυτευτεί, που βρίσκεται εν μέρει χωμένος στο έδαφος: ~ό: φως κήπου (βλ. χωνευτός). ~ές: πέτρες. ~ά: υποστυλώματα (δοκού).|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: κοχλίας (= μπουζόνι). 2. που τοποθετείται ή εμφυτεύεται σε μέρος του ανθρώπινου σώματος: ~ές: βλεφαρίδες (: ψεύτικες). ~ά: δόντια (= οδοντικά εμφυτεύματα). Βλ. πρόσθετος, τεχνητός. 3. (μτφ.-προφ., για πρόσ.) που έχει τοποθετηθεί αυθαίρετα σε θέση ή αξίωμα κυρ. στο Δημόσιο, για να υπηρετεί τα συμφέροντα εκείνων που τον διόρισαν: Ήρθε ~ στη θέση του προέδρου. Πβ. βαλτός, εγκάθετος. ● επίρρ.: φυτευτά [< αρχ. φυτευτός ‘φυτεμενος’, γαλλ. planté] | |
| 55862 | φυτεύω | φυ-τεύ-ω ρ. (μτβ.) {φύτε-ψε (λόγ.) φύτευ-σε, φυτέ-ψει (λόγ.) φυτεύ-σει, φυτεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -μένος κ. φυτε-μένος, -οντας} 1. βυθίζω στο χώμα σπόρο, ρίζα ή τμήμα φυτού με σκοπό τη βλάστηση και ανάπτυξή του· γενικότ. καλλιεργώ μια έκταση με φυτά: ~ δέντρα/λαχανικά/λουλούδια στον κήπο. ~ψα λίγο μαϊντανό στη γλάστρα. Στην αυλή μου έχω ~ψει τριανταφυλλιές. ~μένη: οροφή (βλ. πράσινη). ~μένο: ενυδρείο. ΑΝΤ. εκ-, ξε-ριζώνω, ξεπατώνω.|| ~ψε είκοσι στρέμματα αμπέλι.|| (μτφ.) ~ψε τον σπόρο της αμφιβολίας. 2. (μτφ.) βάζω βαθιά, χώνω: Του ~ψε μια σφαίρα (= τον πυροβόλησε) στην καρδιά. Πβ. καρφώνω, μπήγω. [< 1: αρχ. φυτεύω] | |
| 55863 | φυτικός | , ή, ό φυ-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με τα φυτά ή προέρχεται από αυτά: ~ός: κόσμος. ~ή: ανάπτυξη/γη (: χώμα)/διατροφή/παραγωγή. ~ό: βασίλειο. ~οί: ιστοί/οργανισμοί. ~ές: ορμόνες (= φυτορμόνες)/ουσίες/πρωτεΐνες/στερόλες. ~ά: (βλαστο)κύτταρα/είδη. Αποζημίωση για ζημιές στο ~ό κεφάλαιο. Κέντημα/ψηφιδωτό με ~ό διάκοσμο. (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ό: κόσμημα (βλ. ανθέμιο).|| ~ή: βαφή/κρέμα/μαργαρίνη/σαντιγί. ~ό: λίπασμα/λίπος (βλ. φυτίνη)/ρόφημα/τυρί. ~ές: τροφές. ~ά: εκχυλίσματα/έλαια/καλλυντικά (βλ. βιολογικά)/οιστρογόνα (: ομάδα ουσιών που προέρχονται από ~ά τρόφιμα)/προϊόντα/συμπληρώματα διατροφής/φάρμακα/χρώματα. Υδρογονωμένα ~ά λιπαρά. Βλ. ξηρο~. ΑΝΤ. ζωικός1 2. ΦΥΣΙΟΛ. που σχετίζεται με το αυτόνομο νευρικό σύστημα: ~ές: λειτουργίες (π.χ. αναπνοή). Βλ. νευρο~.|| (ΙΑΤΡ.) Ασθενείς σε ~ή κατάσταση. Πβ. φυτό. ● ΣΥΜΠΛ.: φυτικό οξύ: βασική μορφή αποθήκευσης του φωσφόρου σε πολλούς φυτικούς ιστούς και ιδ. σε ποικιλίες σιτηρών και φασολιών (σύμβ. C6H18P6O24). [< αγγλ. phytic acid] , αυτόνομο/φυτικό νευρικό σύστημα βλ. αυτόνομος, φυτικές/διαιτητικές ίνες βλ. διαιτητικός1, φυτικός άνθρακας βλ. άνθρακας [< 1: αρχ. φυτικός 2: γαλλ. végétal] | |
| 55864 | φυτίνη | φυ-τί-νη ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. φυτικό μαγειρικό λίπος σε στερεή μορφή: Σοτάρω το κρέας με ~. Λιώνετε δύο κουταλιές ~. Πβ. μαργαρίνη. 2. ΧΗΜ. οργανοφωσφορική ένωση, μείγμα αλάτων μαγνησίου και ασβεστίου με φυτικό οξύ, η οποία απαντά σε σπόρους φυτών, κυρ. δημητριακών. Βλ. -ίνη, ινοσιτόλη. [< 1: αγγλ. εμπορ. ονομασ. Phytin, 1905 2: γαλλ. phytine, αγγλ. phytin] | |
| 55865 | φυτό | φυ-τό ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. ζωντανός οργανισμός που συνήθ. φυτρώνει στο έδαφος, δεν διαθέτει αισθητήρια, κινητήρια όργανα και νεύρα, και χαρακτηρίζεται από την ικανότητα φωτοσύνθεσης: αειθαλές/έρπον/ετήσιο/πολυετές/ποώδες/τροπικό/υδρόβιο/φυλλοβόλο ~. Ανθοκομικά/διακοσμητικά/κτηνοτροφικά/μελισσοκομικά/πράσινα/ψεύτικα ~ά. Ανώτερα/κατώτερα ~ά. ~ά εσωτερικού χώρου. Άνθη/είδη κήπου-~ά. Ζώα και ~ά της περιοχής. Το γένος/το λουλούδι/τα μέρη (βλ. βλαστός, κορμός, ρίζα, φύλλο)/οι σπόροι ενός ~ού. Εκχυλίσματα των ~ών ... Αναπνοή/λίπανση/φαρμακευτικές ιδιότητες/φυσιολογία των ~ών. Σύνθεση ~ών σε καλάθι. Βιοτεχνολογία/γενετική βελτίωση/έκθεση ~ών. Το ~ αναπτύσσεται/ανθίζει/μαράθηκε/φύτρωσε. Καλλιεργώ/κλαδεύω/μπολιάζω/περιποιούμαι/ποτίζω/ραντίζω/φυτεύω ένα ~. Βλ. βλάστηση, βότανα, δέντρο, κηπευτικά, λαχανικά, πρωτόφυτα, χλωρίδα. 2. (μτφ.-προφ.) για άτομο του οποίου οι φυσικές και νοητικές λειτουργίες έχουν υποστεί σοβαρή βλάβη, συνήθ. εξαιτίας ατυχήματος ή αρρώστιας: Έμεινε ~. Βλ. κλινικός θάνατος, κώμα. 3. (μτφ.-μειωτ.) για μαθητή, σπουδαστή ή φοιτητή που διαβάζει υπερβολικά ή για άνθρωπο χωρίς κριτική ικανότητα. Πβ. σπασίκλας. ● Υποκ.: φυτάριο (το): μόνο στη σημ. 1., φυτούλι (το) ● Μεγεθ.: φυτούκλα (η) & φύτουκλας (ο): στη σημ. 3. Βλ. -ούκλα., φύτουλας (ο): στη σημ. 3. Βλ. -ουλας. ● ΣΥΜΠΛ.: ενεργειακά φυτά/ενεργειακές καλλιέργειες: ΟΙΚΟΛ. που μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην παραγωγή βιοκαυσίμων. Βλ. βιο-ενέργεια, -μάζα, -ντίζελ, αραβόσιτος, βαμβάκι, ελαιοκράμβη, τεύτλο., αναρριχώμενα φυτά βλ. αναρριχώμενος, αρωματικά φυτά βλ. αρωματικός, καλλωπιστικά φυτά βλ. καλλωπιστικός, σαρκοφάγα/σαρκοβόρα φυτά βλ. σαρκοφάγος [< αρχ. φυτόν] | |
| 55867 | φυτοβένθος | φυ-το-βέν-θος ουσ. (ουδ.): ΩΚΕΑΝ. φυτικοί οργανισμοί που βρίσκονται στον βυθό υδάτινου οικοσυστήματος. Βλ. ζωοβένθος, φυτοπλαγκτόν. [< αγγλ. phytobenthos, 1931, γερμ. Phytobenthos] | |
| 55868 | φυτοβιολογία | φυ-το-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος της βιολογίας που μελετά τα φυτά· βοτανική. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. φυτολογία [< γαλλ. phytobiologie, αγγλ. phytobiology] | |
| 55869 | φυτογεωγραφία | φυ-το-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. γεωβοτανική. Βλ. ζωογεωγραφία. [< γαλλ. phytogéographie, αγγλ. phytogeοgraphy] | |
| 55870 | φυτογεωγραφικός | , ή, ό φυ-το-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη φυτογεωγραφία: ~ή: μελέτη. Σπάνια είδη φυτών με ιδιαίτερη ~ή σημασία. [< γαλλ. phytogéographique, αγγλ. phytogeographic(al)] | |
| 55871 | φυτοδοχείο | [φυτοδοχεῖο] φυ-το-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): δοχείο, συνήθ. πήλινο ή πλαστικό, στο οποίο φυτεύονται καλλωπιστικά κυρ. φυτά. Πβ. γλάστρα. | |
| 55872 | φυτοζωώ | [φυτοζωῶ] φυ-το-ζω-ώ ρ. (αμτβ.) {φυτοζω-είς ... -ώντας, εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. ζω σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας και στέρησης: Από τότε που έμεινε άνεργος ~εί. ΣΥΝ. ψευτοζώ 2. (μτφ.) παρακμάζω, υπολειτουργώ: Πολλές επιχειρήσεις ~ούν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. [< γαλλ. végéter] | |
| 55873 | φυτοθεραπεία | φυ-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & φυτοθεραπευτική: θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στη χρήση φυτών ή φυτικών εκχυλισμάτων. Βλ. -θεραπεία, εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική. [< γαλλ. phytothérapie, 1924, αγγλ. phytotherapy] | |
| 55874 | φυτοθεραπευτικός | , ή, ό φυ-το-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυτοθεραπεία: ~ό: σκεύασμα. ~ά: προϊόντα. | |
| 55875 | φυτοκάλυψη | φυ-το-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη ορισμένης έκτασης με φυτά: ~ του εδάφους. Βλ. δασο-, εδαφο-κάλυψη. | |
| 55876 | φυτοκοινωνία | φυ-το-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) & φυτοκοινότητα: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των φυτών ενός βιότοπου. Βλ. βιοκοινότητα. [< αγγλ. phytocoenosis] | |
| 55877 | φυτοκοινωνιολογία | φυ-το-κοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΟΙΚΟΛ. κλάδος που ερευνά τη δομή, τη σύνθεση και την αλληλεπίδραση των φυτοκοινωνιών: δασική ~. [< αγγλ. phytosociology, 1917, γαλλ. phytosociologie, 1936] | |
| 55878 | φυτοκοινωνιολογικός | , ή, ό φυ-το-κοι-νω-νι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με τη φυτοκοινωνιολογία: ~ή: έρευνα/μελέτη. [< γαλλ. phytosociologique] | |
| 55879 | φυτοκομία | φυ-το-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. συστηματική καλλιέργεια φυτών και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. -κομία. [< πβ. μτγν. φυτοκομία ‘καλλιέργεια ή φροντίδα των αμπελιών’] | |
| 55880 | φυτοκομικός | , ή, ό φυ-το-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη φυτοκομία: ~ές: εργασίες. ~ά: προϊόντα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ