Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56340-56360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55867φυτοβένθοςφυ-το-βέν-θος ουσ. (ουδ.): ΩΚΕΑΝ. φυτικοί οργανισμοί που βρίσκονται στον βυθό υδάτινου οικοσυστήματος. Βλ. ζωοβένθος, φυτοπλαγκτόν. [< αγγλ. phytobenthos, 1931, γερμ. Phytobenthos]
55868φυτοβιολογίαφυ-το-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος της βιολογίας που μελετά τα φυτά· βοτανική. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. φυτολογία [< γαλλ. phytobiologie, αγγλ. phytobiology]
55869φυτογεωγραφίαφυ-το-γε-ω-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΓΕΩΓΡ. γεωβοτανική. Βλ. ζωογεωγραφία. [< γαλλ. phytogéographie, αγγλ. phytogeοgraphy]
55870φυτογεωγραφικός, ή, ό φυ-το-γε-ω-γρα-φι-κός επίθ.: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. που σχετίζεται με τη φυτογεωγραφία: ~ή: μελέτη. Σπάνια είδη φυτών με ιδιαίτερη ~ή σημασία. [< γαλλ. phytogéographique, αγγλ. phytogeographic(al)]
55871φυτοδοχείο[φυτοδοχεῖο] φυ-το-δο-χεί-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): δοχείο, συνήθ. πήλινο ή πλαστικό, στο οποίο φυτεύονται καλλωπιστικά κυρ. φυτά. Πβ. γλάστρα.
55872φυτοζωώ[φυτοζωῶ] φυ-το-ζω-ώ ρ. (αμτβ.) {φυτοζω-είς ... -ώντας, εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} 1. ζω σε συνθήκες μεγάλης ανέχειας και στέρησης: Από τότε που έμεινε άνεργος ~εί. ΣΥΝ. ψευτοζώ 2. (μτφ.) παρακμάζω, υπολειτουργώ: Πολλές επιχειρήσεις ~ούν εξαιτίας της οικονομικής κρίσης. [< γαλλ. végéter]
55873φυτοθεραπείαφυ-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.) & φυτοθεραπευτική: θεραπευτική μέθοδος που βασίζεται στη χρήση φυτών ή φυτικών εκχυλισμάτων. Βλ. -θεραπεία, εναλλακτική ιατρική, ομοιοπαθητική. [< γαλλ. phytothérapie, 1924, αγγλ. phytotherapy]
55874φυτοθεραπευτικός, ή, ό φυ-το-θε-ρα-πευ-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυτοθεραπεία: ~ό: σκεύασμα. ~ά: προϊόντα.
55875φυτοκάλυψηφυ-το-κά-λυ-ψη ουσ. (θηλ.) (επίσ.): κάλυψη ορισμένης έκτασης με φυτά: ~ του εδάφους. Βλ. δασο-, εδαφο-κάλυψη.
55876φυτοκοινωνίαφυ-το-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.) & φυτοκοινότητα: ΟΙΚΟΛ. το σύνολο των φυτών ενός βιότοπου. Βλ. βιοκοινότητα. [< αγγλ. phytocoenosis]
55877φυτοκοινωνιολογίαφυ-το-κοι-νω-νι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΟΙΚΟΛ. κλάδος που ερευνά τη δομή, τη σύνθεση και την αλληλεπίδραση των φυτοκοινωνιών: δασική ~. [< αγγλ. phytosociology, 1917, γαλλ. phytosociologie, 1936]
55878φυτοκοινωνιολογικός, ή, ό φυ-το-κοι-νω-νι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΛ. που σχετίζεται με τη φυτοκοινωνιολογία: ~ή: έρευνα/μελέτη. [< γαλλ. phytosociologique]
55879φυτοκομίαφυ-το-κο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. συστηματική καλλιέργεια φυτών και ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. -κομία. [< πβ. μτγν. φυτοκομία ‘καλλιέργεια ή φροντίδα των αμπελιών’]
55880φυτοκομικός, ή, ό φυ-το-κο-μι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη φυτοκομία: ~ές: εργασίες. ~ά: προϊόντα.
55881φυτοκόμοςφυ-το-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός που ασχολείται συστηματικά με τη φυτοκομία. Βλ. -κόμος. [< μτγν. φυτοκόμος ‘κηπουρός, αμπελουργός’]
55882φυτοκτόνοφυ-το-κτό-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΠ. χημικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την καταστροφή παρασιτικών κυρ. φυτών. Βλ. -κτόνο.
55883φυτολογίαφυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΟΤ. βοτανική. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. βοτανολογία [< γαλλ. phytologie, αγγλ. phytology]
55884φυτολογικός, ή, ό φυ-το-λο-γι-κός επίθ. (παλαιότ.): ΒΟΤ. που σχετίζεται με τη φυτολογία ή τον φυτολόγο: ~ό: λεξικό. ΣΥΝ. βοτανικός, βοτανολογικός [< γαλλ. phytologique, αγγλ. phytological]
55885φυτολόγιοφυ-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. οργανωμένη και ταξινομημένη συλλογή σπόρων ή αποξηραμένων δειγμάτων φυτών, η οποία εξυπηρετεί κυρ. επιστημονικούς σκοπούς· συνεκδ. το μαθητικό συνήθ. τετράδιο που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και διαφύλαξη αντίστοιχου υλικού. Πβ. βοτανολόγιο. Βλ. -λόγιο. 2. βιβλίο που περιγράφει αναλυτικά τις ιδιότητες των φυτών. [< γαλλ. herbier]
55886φυτολόγοςφυ-το-λό-γος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη φυτολογία. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. βοτανολόγος [< γαλλ. phytologiste, αγγλ. phytologist]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.