| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55881 | φυτοκόμος | φυ-το-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ειδικός που ασχολείται συστηματικά με τη φυτοκομία. Βλ. -κόμος. [< μτγν. φυτοκόμος ‘κηπουρός, αμπελουργός’] | |
| 55882 | φυτοκτόνο | φυ-το-κτό-νο ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΓΕΩΠ. χημικό παρασκεύασμα που χρησιμοποιείται για την καταστροφή παρασιτικών κυρ. φυτών. Βλ. -κτόνο. | |
| 55883 | φυτολογία | φυ-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): ΒΟΤ. βοτανική. Βλ. -λογία. ΣΥΝ. βοτανολογία [< γαλλ. phytologie, αγγλ. phytology] | |
| 55884 | φυτολογικός | , ή, ό φυ-το-λο-γι-κός επίθ. (παλαιότ.): ΒΟΤ. που σχετίζεται με τη φυτολογία ή τον φυτολόγο: ~ό: λεξικό. ΣΥΝ. βοτανικός, βοτανολογικός [< γαλλ. phytologique, αγγλ. phytological] | |
| 55885 | φυτολόγιο | φυ-το-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) 1. οργανωμένη και ταξινομημένη συλλογή σπόρων ή αποξηραμένων δειγμάτων φυτών, η οποία εξυπηρετεί κυρ. επιστημονικούς σκοπούς· συνεκδ. το μαθητικό συνήθ. τετράδιο που χρησιμοποιείται για τη συγκέντρωση και διαφύλαξη αντίστοιχου υλικού. Πβ. βοτανολόγιο. Βλ. -λόγιο. 2. βιβλίο που περιγράφει αναλυτικά τις ιδιότητες των φυτών. [< γαλλ. herbier] | |
| 55886 | φυτολόγος | φυ-το-λό-γος ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη φυτολογία. Βλ. -λόγος. ΣΥΝ. βοτανολόγος [< γαλλ. phytologiste, αγγλ. phytologist] | |
| 55887 | φυτοοιστρογόνα | φυ-το-οι-στρο-γό-να ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΧ. φυτικές ουσίες που μιμούνται τη δράση των οιστρογόνων, όταν εισάγονται στον ανθρώπινο οργανισμό: ~ σόγιας. Βλ. στεροειδή. [< αγγλ. phytoestrogens, 1964] | |
| 55888 | φυτοορμόνη | φυ-το-ορ-μό-νη ουσ. (θηλ.) & φυτορμόνη & φυτική ορμόνη: ΒΟΤ. οργανική ουσία που βρίσκεται στους φυτικούς ιστούς και ρυθμίζει την αύξηση και ανάπτυξη των φυτών. Βλ. αγροχημεία, αυξίνη, κυτοκινίνη. ΣΥΝ. φυτορ(ρ)υθμιστική ουσία [< αγγλ. phytohormone, 1933, plant hormone, 1932, γαλλ. phytohormone, 1953] | |
| 55889 | φυτοπαθογόνος | , ος, ο φυ-το-πα-θο-γό-νος επίθ.: (κυρ. για μικροοργανισμό) που αποτελεί αιτία ασθένειας, ανωμαλίας στη μορφή και φυσιολογία των φυτών: ~οι: μύκητες (εδάφους). ~α: βακτήρια.|| (ως ουσ.) Προστασία της χλωρίδας από τα ~α. Βλ. -γόνος, φυτοπαράσιτο. [< αγγλ. phytopathogenic, 1925] | |
| 55890 | φυτοπαθολογία | φυ-το-πα-θο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. επιστημονικός κλάδος που έχει ως αντικείμενο μελέτης τη συμπτωματολογία, τη διάγνωση και την καταπολέμηση των ασθενειών των φυτών· συνεκδ. το αντίστοιχο μάθημα: ειδική/οικολογική ~. [< γαλλ. phytopathologie, αγγλ. phytopathology] | |
| 55891 | φυτοπαθολογικός | , ή, ό φυ-το-πα-θο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη φυτοπαθολογία ή γενικότ. με τις ασθένειες των φυτών: ~ή: εταιρεία. ~ό: ινστιτούτο/συνέδριο. ~ές: προσβολές καλλιεργειών. [< γαλλ. phytopathologique, αγγλ. phytopathological] | |
| 55892 | φυτοπαθολόγος | φυ-το-πα-θο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας που έχει ως αντικείμενο έρευνας τη φυτοπαθολογία: γεωπόνος-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. phytopathologue, αγγλ. phytopathologist] | |
| 55893 | φυτοπαράσιτο | φυ-το-πα-ρά-σι-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: παράσιτο που προσβάλλει τα φυτά. Βλ. βακτήριο, μύκητας, νηματώδεις, περονόσπορος, φυτοπαθογόνος. [< αγγλ. phytoparasite] | |
| 55894 | φυτοπλαγκτόν | φυ-το-πλα-γκτόν ουσ. (ουδ.) & φυτοπλαγκτό: ΒΙΟΛ. μικρού μεγέθους υδρόβιοι φυτικοί οργανισμοί που σχηματίζουν αποικίες και ακολουθούν την κίνηση του νερού: τοξικό ~. Βιοµάζα του ~. Βλ. ζωοπλαγκτόν. [< αγγλ. phytoplankton, γαλλ. phytoplancton, 1905] | |
| 55895 | φυτοπροστασία | φυ-το-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): προφύλαξη των φυτών από παράσιτα και ασθένειες με χρήση ειδικών ουσιών: βιολογική ~. ~ του βαμβακιού/της ελιάς. Μέθοδοι/μέτρα/μορφές/οδηγίες ~ας. Βλ. φυτοτεχνία. | |
| 55896 | φυτοπροστατευτικός | , ή, ό φυ-το-προ-στα-τευ-τι-κός επίθ.: που συντελεί στην προστασία των φυτών: ~ές: ουσίες. ~ά: μέσα/προϊόντα (βλ. ακαρεο-, εντομο-κτόνο). | |
| 55897 | φυτορρυθμιστικός | , ή, ό φυ-τορ-ρυθ-μι-στι-κός επίθ. & φυτορυθμιστικός: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: φυτορ(ρ)υθμιστική ουσία: ΒΟΤ. φυτοορμόνη. | |
| 55899 | φυτοστοιχεία | [φυτοστοιχεῖα] φυ-το-στοι-χεί-α ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΧ. φυτικές ουσίες που περιέχονται σε φρούτα, λαχανικά και συμπληρώματα διατροφής και είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη και υγεία του οργανισμού: αντιοξειδωτικά ~. | |
| 55900 | φυτοτεχνία | φυ-το-τε-χνί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. το σύνολο των καλλιεργητικών μεθόδων και τεχνικών που εφαρμόζονται στη φυτική παραγωγή· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. δασοπονία, δενδροκομία, κηπουρική, -τεχνία. [< γαλλ. phytotechnie, αγγλ. phytotechny] | |
| 55901 | φυτοτεχνικός | , ή, ό φυ-το-τε-χνι-κός επίθ.: ΓΕΩΠ. που σχετίζεται με τη φυτοτεχνία: ~ή: διαµόρφωση/μελέτη. ~ές: εργασίες. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ