| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4695 | αντιπληροφόρηση | [ἀντιπληροφόρηση] α-ντι-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): πληροφόρηση από άλλη οπτική γωνία, συνήθ. αντίθετη προς την κυρίαρχη. | |
| 4696 | αντιπλοίαρχος | [ἀντιπλοίαρχος] α-ντι-πλοί-αρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. υψηλόβαθμος αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος, ανώτερος από τον πλωτάρχη και κατώτερος από τον πλοίαρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντισυνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς, τον αντισμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας και τον αντιπύραρχο της Πυροσβεστικής. | |
| 4697 | αντιπνευματικός | , ή, ό [ἀντιπνευματικός] α-ντι-πνευ-μα-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στα πνευματικά και πολιτιστικά αγαθά ή αδιαφορεί για αυτά: ~ή: εποχή. [< αγγλ. antispiritual, γαλλ. anti-spirituel] | |
| 4698 | αντίποδας | [ἀντίποδας] α-ντί-πο-δας ουσ. (αρσ.) (απαιτ. λεξιλόγ.) 1. κατάσταση ή άποψη που είναι τελείως αντίθετη με κάποια άλλη: Ο ολοκληρωτισμός αποτελεί τον ~α της δημοκρατίας. 2. ΓΕΩΔ. {συνήθ. στον πληθ.} σημείο της επιφάνειας της Γης που είναι διαμετρικά αντίθετο με κάποιο άλλο: Η ελληνική διασπορά στους Αντίποδες (= στην Αυστραλία). ● ΦΡ.: στον αντίποδα: σε πλήρη αντίθεση: ~~ αυτής της άποψης.Θέσεις που βρίσκονται ~ ~ της ιστορικής αλήθειας. Ο ρεαλισμός αναπτύχθηκε στους ~ες του ρομαντισμού. [< 1: γαλλ.-αγγλ. antipode 2: αρχ. ἀντίπους] | |
| 4699 | αντιποίηση | [ἀντιποίηση] α-ντι-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. παράνομη οικειοποίηση δικαιώματος, ξένης ιδιοκτησίας ή κατάχρηση εξουσίας: ~ άσκησης επαγγέλματος/στολής (π.χ. αστυνομικού)/τίτλου (σπουδών). Πβ. ιδιοποίηση, σφετερισμός. Βλ. -ποίηση. ● ΣΥΜΠΛ.: αντιποίηση Αρχής: άσκηση εξουσίας χωρίς νόμιμο δικαίωμα. [< γαλλ. usurpation de pouvoir] [< μτγν. ἀντιποίησις 'διεκδίκηση, αξίωση', γαλλ. usurpation] | |
| 4700 | αντιποιητικός | , ή, ό [ἀντιποιητικός] α-ντι-ποι-η-τι-κός επίθ. 1. που αντιτίθεται στους κανόνες της ποίησης: ~ή: γλώσσα. ~ό: ύφος. ΑΝΤ. ποιητικός (1) 2. (μτφ.) πεζός, ρεαλιστικός και κατ' επέκτ. κυνικός: ~ή: πραγματικότητα. ● επίρρ.: αντιποιητικά [< πβ. μτγν. ἀντιποιητικός ‘που εγείρει αξιώσεις’, γερμ. antipoetisch, γαλλ. antipoétique] | |
| 4701 | αντίποινα | [ἀντίποινα] α-ντί-ποι-να ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (συνηθέστ.) αντιποίνων, σπανιότ. στον εν. αντίποινο} 1. πράξη αντεκδίκησης: σκληρά/στρατιωτικά ~. Απειλούν με ~. Προέβησαν/προχώρησαν σε ~. Υπό τον φόβο αντιποίνων. 2. ΝΟΜ. περιοριστικά μέτρα ενός κράτους έναντι άλλου που έχει παραβεί τους διεθνείς εμπορικούς ή άλλους κανόνες. Πβ. αντίμετρα. Βλ. εμπάργκο. [< αρχ. τά ἀντίποινα] | |
| 4702 | αντιποιούμαι | [ἀντιποιοῦμαι] α-ντι-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αντιποιείται ...· εύχρ. στον ενεστ., σπανιότ. αντιποι-ήθηκε}: ΝΟΜ. οικειοποιούμαι παράνομα ξένο δικαίωμα, ιδιοκτησία ή εκμεταλλεύομαι εξουσία που κατέχω: Πρόσωπο που ~είται τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα/την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας/την ιατρική ιδιότητα. Πβ. ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι. [< αρχ. ἀντιποιοῦμαι] | |
| 4703 | αντιπολεμικός | , ή, ό [ἀντιπολεμικός] α-ντι-πο-λε-μι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον πόλεμο: ~ός: αγώνας. ~ή: διαδήλωση/πορεία. ~ό: κίνημα/συλλαλητήριο. ~ά: συνθήματα/τραγούδια. ~ή-αντιιμπεριαλιστική κίνηση. ΑΝΤ. φιλοπόλεμος [< πβ. αγγλ. antiwar] | |
| 4704 | αντιπολιτεύομαι | [ἀντιπολιτεύομαι] α-ντι-πο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιπολιτεύ-τηκε (λόγ. -θηκε), συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ασκώ αντιπολίτευση, συνήθ. ως προς αυτόν που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας κάποιου θεσμού (κυβέρνησης, σωματείου). ΑΝΤ. συμπολιτεύομαι 2. (μτφ.) αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι: Υπονομεύει και ~εται την προσπάθειά μου. [< αρχ. ἀντιπολιτεύομαι ‘είμαι στην αντιπολίτευση’] | |
| 4705 | αντιπολιτευόμενος | , η, ο [ἀντιπολιτευόμενος] α-ντι-πο-λι-τευ-ό-με-νος επίθ.: που ασκεί αντιπολίτευση: ~ος: Τύπος. ~η: εφημερίδα. ~ο: κόμμα. Πβ. αντι-κυβερνητικός, -πολιτευτικός.|| (ως ουσ.) Κυβερνώντες και ~οι. ΑΝΤ. συμπολιτευόμενος, φιλοκυβερνητικός | |
| 4706 | αντιπολίτευση | [ἀντιπολίτευση] α-ντι-πο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. οι πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα που αντιτίθενται στην κυβέρνηση και γενικότ. η αντίπαλη δύναμη κάποιας ηγεσίας: (εξω)κοινοβουλευτική/μείζων (: η ισχυρότερη παράταξη της αντιπολίτευσης)/ελάσσων (: το σύνολο των αντιπολιτευόμενων παρατάξεων εκτός της μείζονος ~ης) ~. Ο αρχηγός της ~ης. Πέρασε στην ~. Σύσσωμη η ~ επικρίνει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. ΑΝΤ. συμπολίτευση 2. ενέργεια που εναντιώνεται στην κυρίαρχη πολιτική γραμμή, συνήθ. της κυβέρνησης: δυναμική/εποικοδομητική/εσωκομματική/σκληρή ~. Ασκώ/κάνω ~. Πβ. αντίπραξη. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιωματική αντιπολίτευση: ΠΟΛΙΤ. το δεύτερο σε δύναμη κόμμα της Βουλής. [< γαλλ. opposition] | |
| 4707 | αντιπολιτευτικός | , ή, ό [ἀντιπολιτευτικός] α-ντι-πο-λι-τευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που στοχεύει στην αντιπολίτευση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: συνασπισμός/τύπος (πβ. αντιπολιτευόμενος). ~ή: γραμμή/δράση/κριτικήρητορική/τακτική. ~ό: μέτωπο. ~ά: πυρά. Ανέβηκαν οι ~οί τόνοι. ΑΝΤ. φιλοκυβερνητικός [< γαλλ. oppositionnel] | |
| 4708 | αντιπολιτικός | , ή, ό [ἀντιπολιτικός] α-ντι-πο-λι-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην πολιτική, κυρ. τη δημοκρατική: γενικό ~ό κλίμα και αμφισβήτηση θεσμών. Βλ. απολιτικός. [< γαλλ. anti-politique, αγγλ. antipolitical] | |
| 4709 | αντιπραγματισμός | [ἀντιπραγματισμός] α-ντι-πραγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. άμεση ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών χωρίς χρήματα. Πβ. ανταλλακτικό εμπόριο. Βλ. σε είδος. | |
| 4710 | αντίπραξη | [ἀντίπραξη] α-ντί-πρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πράξη που στοχεύει στην ανατροπή άλλης: οργανωμένη ~. Κάνω ~ σε κάποιον/κάτι. Πβ. αντενέργεια, αντίδραση, εναντίωση. Βλ. σύμπραξη. [< μτγν. ἀντίπραξις] | |
| 4711 | αντιπραξικόπημα | [ἀντιπραξικόπημα] α-ντι-πρα-ξι-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.): πραξικόπημα που αποσκοπεί στην ανατροπή καθεστώτος, το οποίο κατέλαβε την εξουσία με άλλο πραξικόπημα: στρατιωτικό ~. [< πβ.αγγλ. countercoup] | |
| 4712 | αντιπροεδρία | [ἀντιπροεδρία] α-ντι-προ-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα ή συνεκδ. η θητεία του αντιπροέδρου: ανάληψη της ~ας. Εκλογή στη θέση της ~ας. Υποψήφιος για την ~. (Κατ)έχει/του ανατέθηκε η ~ του κόμματος/συμβουλίου. Παραιτήθηκε από την ~. Βλ. προεδρία. [< γαλλ. vice-présidence] | |
| 4713 | αντιπρόεδρος | [ἀντιπρόεδρος] α-ντι-πρό-ε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που είναι δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον πρόεδρο: πρώην/τέως ~. ~ της Βουλής/της εταιρείας/του κόμματος/της κυβέρνησης/του συλλόγου. Ανέλαβε/διετέλεσε ~. Προήχθη σε ~ο του Αρείου Πάγου. Παραιτήθηκε ο ~ ... Αποχώρηση/εκλογή/θητεία (του) ~έδρου. [< γαλλ. vice-président, γερμ. Vizepräsident] | |
| 4714 | αντιπροπαγάνδα | [ἀντιπροπαγάνδα] α-ντι-προ-πα-γάν-δα ουσ. (θηλ.): προπαγάνδα η οποία στοχεύει στην εξουδετέρωση άλλης προπαγάνδας.[< γαλλ. contre-ropagande, 1931] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ