Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5620-5640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4702αντιποιούμαι[ἀντιποιοῦμαι] α-ντι-ποι-ού-μαι ρ. (μτβ.) {αντιποιείται ...· εύχρ. στον ενεστ., σπανιότ. αντιποι-ήθηκε}: ΝΟΜ. οικειοποιούμαι παράνομα ξένο δικαίωμα, ιδιοκτησία ή εκμεταλλεύομαι εξουσία που κατέχω: Πρόσωπο που ~είται τις αρμοδιότητες του εισαγγελέα/την άσκηση δημόσιας υπηρεσίας/την ιατρική ιδιότητα. Πβ. ιδιοποιούμαι, σφετερίζομαι. [< αρχ. ἀντιποιοῦμαι]
4703αντιπολεμικός, ή, ό [ἀντιπολεμικός] α-ντι-πο-λε-μι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στον πόλεμο: ~ός: αγώνας. ~ή: διαδήλωση/πορεία. ~ό: κίνημα/συλλαλητήριο. ~ά: συνθήματα/τραγούδια. ~ή-αντιιμπεριαλιστική κίνηση. ΑΝΤ. φιλοπόλεμος [< πβ. αγγλ. antiwar]
4704αντιπολιτεύομαι[ἀντιπολιτεύομαι] α-ντι-πο-λι-τεύ-ο-μαι ρ. (μτβ.) {αντιπολιτεύ-τηκε (λόγ. -θηκε), συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. ασκώ αντιπολίτευση, συνήθ. ως προς αυτόν που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας κάποιου θεσμού (κυβέρνησης, σωματείου). ΑΝΤ. συμπολιτεύομαι 2. (μτφ.) αντιτάσσομαι, αντιτίθεμαι, εναντιώνομαι: Υπονομεύει και ~εται την προσπάθειά μου. [< αρχ. ἀντιπολιτεύομαι ‘είμαι στην αντιπολίτευση’]
4705αντιπολιτευόμενος, η, ο [ἀντιπολιτευόμενος] α-ντι-πο-λι-τευ-ό-με-νος επίθ.: που ασκεί αντιπολίτευση: ~ος: Τύπος. ~η: εφημερίδα. ~ο: κόμμα. Πβ. αντι-κυβερνητικός, -πολιτευτικός.|| (ως ουσ.) Κυβερνώντες και ~οι. ΑΝΤ. συμπολιτευόμενος, φιλοκυβερνητικός
4706αντιπολίτευση[ἀντιπολίτευση] α-ντι-πο-λί-τευ-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΟΛΙΤ. οι πολιτικές δυνάμεις, τα κόμματα που αντιτίθενται στην κυβέρνηση και γενικότ. η αντίπαλη δύναμη κάποιας ηγεσίας: (εξω)κοινοβουλευτική/μείζων (: η ισχυρότερη παράταξη της αντιπολίτευσης)/ελάσσων (: το σύνολο των αντιπολιτευόμενων παρατάξεων εκτός της μείζονος ~ης) ~. Ο αρχηγός της ~ης. Πέρασε στην ~. Σύσσωμη η ~ επικρίνει το νέο φορολογικό νομοσχέδιο. ΑΝΤ. συμπολίτευση 2. ενέργεια που εναντιώνεται στην κυρίαρχη πολιτική γραμμή, συνήθ. της κυβέρνησης: δυναμική/εποικοδομητική/εσωκομματική/σκληρή ~. Ασκώ/κάνω ~. Πβ. αντίπραξη. ● ΣΥΜΠΛ.: αξιωματική αντιπολίτευση: ΠΟΛΙΤ. το δεύτερο σε δύναμη κόμμα της Βουλής. [< γαλλ. opposition]
4707αντιπολιτευτικός, ή, ό [ἀντιπολιτευτικός] α-ντι-πο-λι-τευ-τι-κός επίθ.: ΠΟΛΙΤ. που στοχεύει στην αντιπολίτευση ή σχετίζεται με αυτή: ~ός: συνασπισμός/τύπος (πβ. αντιπολιτευόμενος). ~ή: γραμμή/δράση/κριτικήρητορική/τακτική. ~ό: μέτωπο. ~ά: πυρά. Ανέβηκαν οι ~οί τόνοι. ΑΝΤ. φιλοκυβερνητικός [< γαλλ. oppositionnel]
4708αντιπολιτικός, ή, ό [ἀντιπολιτικός] α-ντι-πο-λι-τι-κός επίθ.: που αντιτίθεται στην πολιτική, κυρ. τη δημοκρατική: γενικό ~ό κλίμα και αμφισβήτηση θεσμών. Βλ. απολιτικός. [< γαλλ. anti-politique, αγγλ. antipolitical]
4709αντιπραγματισμός[ἀντιπραγματισμός] α-ντι-πραγ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. άμεση ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών χωρίς χρήματα. Πβ. ανταλλακτικό εμπόριο. Βλ. σε είδος.
4710αντίπραξη[ἀντίπραξη] α-ντί-πρα-ξη ουσ. (θηλ.) (λόγ.): πράξη που στοχεύει στην ανατροπή άλλης: οργανωμένη ~. Κάνω ~ σε κάποιον/κάτι. Πβ. αντενέργεια, αντίδραση, εναντίωση. Βλ. σύμπραξη. [< μτγν. ἀντίπραξις]
4711αντιπραξικόπημα[ἀντιπραξικόπημα] α-ντι-πρα-ξι-κό-πη-μα ουσ. (ουδ.): πραξικόπημα που αποσκοπεί στην ανατροπή καθεστώτος, το οποίο κατέλαβε την εξουσία με άλλο πραξικόπημα: στρατιωτικό ~. [< πβ.αγγλ. countercoup]
4712αντιπροεδρία[ἀντιπροεδρία] α-ντι-προ-ε-δρί-α ουσ. (θηλ.): το αξίωμα ή συνεκδ. η θητεία του αντιπροέδρου: ανάληψη της ~ας. Εκλογή στη θέση της ~ας. Υποψήφιος για την ~. (Κατ)έχει/του ανατέθηκε η ~ του κόμματος/συμβουλίου. Παραιτήθηκε από την ~. Βλ. προεδρία. [< γαλλ. vice-présidence]
4713αντιπρόεδρος[ἀντιπρόεδρος] α-ντι-πρό-ε-δρος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που είναι δεύτερο στην ιεραρχία μετά τον πρόεδρο: πρώην/τέως ~. ~ της Βουλής/της εταιρείας/του κόμματος/της κυβέρνησης/του συλλόγου. Ανέλαβε/διετέλεσε ~. Προήχθη σε ~ο του Αρείου Πάγου. Παραιτήθηκε ο ~ ... Αποχώρηση/εκλογή/θητεία (του) ~έδρου. [< γαλλ. vice-président, γερμ. Vizepräsident]
4714αντιπροπαγάνδα[ἀντιπροπαγάνδα] α-ντι-προ-πα-γάν-δα ουσ. (θηλ.): προπαγάνδα η οποία στοχεύει στην εξουδετέρωση άλλης προπαγάνδας.[< γαλλ. contre-ropagande, 1931]
4715αντιπρόπερσι[ἀντιπρόπερσι] α-ντι-πρό-περ-σι επίρρ.: τρία χρόνια πριν. Βλ. πέρσι, πρόπερσι, φέτος, του χρόνου.
4716αντιπροσφέρω[ἀντιπροσφέρω] α-ντι-προ-σφέ-ρω ρ. (μτβ.) {αντιπροσέφερα}: ανταποδίδω προσφορά που μου έγινε: ~ αγάπη/δώρα. [< αρχ. ἀντιπροσφέρω]
4717αντιπροσφορά[ἀντιπροσφορά] α-ντι-προ-σφο-ρά ουσ. (θηλ.): προσφορά που ανταγωνίζεται άλλη: απόρριψη/υποβολή ~άς. Κάνω ~. Δεν θα γίνει δεκτή καμία ~. [< γαλλ. contre-offre]
4718αντιπροσωπεία[ἀντιπροσωπεία] α-ντι-προ-σω-πεί-α ουσ. (θηλ.) & αντιπροσωπία 1. (περιληπτ.) σύνολο ατόμων που ενεργούν ως αντιπρόσωποι άλλων για συγκεκριμένο σκοπό: διεθνής/ελληνική/μόνιμη/στρατιωτική/τριμελής ~. ~ εργαζομένων/της Ευρωπαϊκής Επιτροπής/της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Συνάντηση με ~ της ΓΣΕΕ. Η ~ θα μεταβεί ... ΣΥΝ. αποστολή (3) 2. εκπροσώπηση εταιρείας για τη διάθεση των προϊόντων της και συνεκδ. η επιχείρηση που την αναλαμβάνει: αποκλειστική/εμπορική/επίσημη ~. ~ αυτοκινήτων/γεωργικών μηχανημάτων/υποδημάτων. Εργάζεται σε ~ φαρμάκων. ~ες-εισαγωγές-εμπόριο. Πβ. αντιπροσώπευση. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική αντιπροσωπεία: η Βουλή, το κοινοβούλιο μιας χώρας. [< γαλλ. Assemblée nationale] , διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία βλ. διπλωματικός [< γαλλ. représentation]
4719αντιπροσώπευση[ἀντιπροσώπευση] α-ντι-προ-σώ-πευ-ση ουσ. (θηλ.): ανάληψη του ρόλου του αντιπροσώπου, εκπροσώπηση: δικαστική/εμπορική/νομική (πβ. πληρεξουσιότητα) ~. Αποκλειστική ~ των προϊόντων μιας εταιρείας στο εξωτερικό (πβ. αντιπροσωπεία). Δικαίωμα/σύμβαση ~ης.|| ~ θρησκευτικών ομάδων/μεταναστών/των πολιτών στη Βουλή. Φορείς ~ης εργοδοτών-εργαζομένων.|| (ΠΟΛΙΤ.) Η αρχή της ~ης. Το σύστημα της αναλογικής ~ης. Δημοκρατικοί θεσμοί ~ης. [< γαλλ. représentation]
4720αντιπροσωπευτικός, ή, ό [ἀντιπροσωπευτικός] α-ντι-προ-σω-πευ-τι-κός επίθ. 1. που εμφανίζει, συγκεντρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά ορισμένου συνόλου: ~ός: τύπος. ~ή: εικόνα/προσωπικότητα (πβ. εμβληματικός). ~ό: παράδειγμα. ~ά: κείμενα. Ζωγράφος ~ της εποχής του. ~ά έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας. Το ~ότερο άλμπουμ του συγκροτήματος. Πβ. χαρακτηριστικός. 2. που αντιπροσωπεύει κάποιον ή κάτι: ~ός: φορέας. ~ό: γραφείο. ~ά: όργανα. (ΠΟΛΙΤ.) ~ά: σώματα (: βουλή, γερουσία). ● επίρρ.: αντιπροσωπευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό συγκρότημα: ΑΘΛ. Εθνική Ομάδα: Το ~ μας ~. [< αγγλ. representative team] , αντιπροσωπευτική/έμμεση δημοκρατία βλ. δημοκρατία, αντιπροσωπευτικό δείγμα βλ. δείγμα [< γαλλ. représentatif]
4721αντιπροσωπευτικότητα[ἀντιπροσωπευτικότητα] α-ντι-προ-σω-πευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιπροσωπευτικού: υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ των αιρετών διοικητικών οργάνων/πολιτικών κομμάτων στη Βουλή. Πβ. αντιπροσώπευση.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ ενός δείγματος. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. représentativité, 1954]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.