Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56380-56400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55902φυτοτεχνολογίαφυ-το-τε-χνο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΠ. -ΤΕΧΝΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την εφαρμογή επιστημονικών γνώσεων στη μελέτη προβλημάτων και την εύρεση λύσεων ως προς την ανάπτυξη των φυτών. [< αγγλ. phytotechnology]
55903φυτοτοξικός, ή, ό φυ-το-το-ξι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φυτοτοξικότητα: ~ή: δράση. ~ές: ουσίες. Το σκεύασμα δεν είναι ~ό στις συνιστώμενες δόσεις. [< αγγλ. phytotoxic, 1926]
55904φυτοτοξικότηταφυ-το-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. ζημιά που προκαλείται σε καλλιεργούμενα φυτά από φυτοφάρμακα. [< αγγλ. phytotoxicity, 1945]
55905φυτοφαγίαφυ-το-φα-γί-α ουσ. (θηλ.): χορτοφαγία. Βλ. -φαγία. [< αγγλ. phytophagy]
55906φυτοφαγικός, ή, ό φυ-το-φα-γι-κός επίθ.: χορτοφαγικός: ~ή: δίαιτα/διατροφή.
55907φυτοφάγος, ος/α, ο φυ-το-φά-γος επίθ./ουσ.: χορτοφάγος: (ΖΩΟΛ.) ~α: ακάρεα/έντομα/θηλαστικά/παράσιτα. (ΠΑΛΑΙΟΝΤ.) ~ος: δεινόσαυρος. (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. ζώα). Βλ. σαρκοφάγος.|| (για πρόσ.) Μενού/πιάτο/συμπλήρωμα διατροφής κατάλληλο για ~ους (βλ. κρεατοφάγος). Βλ. -φάγος. [< γαλλ. phytophage, αγγλ. phytophagous]
55908φυτοφάρμακοφυ-το-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άκου}: χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση φυτικών παρασίτων και την πρόληψη ή αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών: απαγορευμένο ~. Βιολογικά/τοξικά ~α. Επικίνδυνα (για το περιβάλλον) ~α. Προϊόντα με κατάλοιπα ~άκων. Ψεκασμός με ~α. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-, παρασιτο-κτόνο. [< πβ. αγγλ. herbicide, 1899, γαλλ. ~, περ. 1930, αγγλ. pesticide, περ. 1925, γαλλ. ~, 1959, γαλλ. désherbant, 1949]
55909φυτοφράκτηςφυ-το-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & φυτοφράχτης: φράχτης αποτελούμενος από σειρά θάμνων ή δέντρων, συνήθ. σε κήπο. Πβ. μπορντούρα.
55910φυτόχωμαφυ-τό-χω-μα: ΓΕΩΠ. χώμα εμπλουτισμένο με οργανικές ουσίες, το οποίο χρησιμοποιείται ως λίπασμα: ~ για γλάστρες/ορχιδέες. Βλ. τύρφη, χούμος, -χωμα.
55911φύτραφύ-τρα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. φύτρο: λάδι ~ας σιταριού (= σιτέλαιο). Σαλάτα με φρέσκες ~ες φασολιών.|| (μτφ.) Οι ~ες των μαλλιών. 2. (μτφ.) γενιά, καταγωγή: γενναία ~. Η ~ των ανθρώπων. Πβ. γένος. Βλ. σόι. [< 2: μτγν. φύτρα]
55912φύτροφύ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. το αρχικό τμήμα του φυτού που βλασταίνει απευθείας από τον σπόρο: ~α δημητριακών. Σαλάτα με ~α σόγιας. Πβ. βλάστημα. 2. (μτφ.) απόγονος ή βαθύτερο αίτιο. [< 1: μεσν. φύτρον]
55913φύτρωμαφύ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. & φύτρωση (η): διαδικασία ανάπτυξης του φυτού, βλάστηση: ~ των σπόρων. Πβ. βλάστημα. 2. εμφάνιση: ~ των δοντιών/μαλλιών.
55914φυτρώνειφυ-τρώ-νει ρ. (αμτβ.) {φύτρω-σε, -μένος} 1. (για φυτό) εμφανίζει ρίζες και βλαστό, βγαίνει από το έδαφος ή το χώμα. Πβ. βλασταίνει, εκβλαστάνει, (εκ)φύεται. ΣΥΝ. ξεφυτρώνει 2. (μτφ.) αναπτύσσεται: ~ουν τρίχες. Τα μπροστινά του δόντια ~σαν (= βγήκαν) στραβά.φυτρώνω: (μτφ.) εμφανίζομαι απρόσμενα: Έχω μεγάλη εμπειρία στον χώρο, δεν ~σα ξαφνικά. Ένας οικισμός ~σε παράνομα σε καμένη έκταση. Πβ. ξετρυπώνω, ξε~. ● ΦΡ.: φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν (προφ.): επεμβαίνει σε θέματα που δεν τον αφορούν: Μη ~εις εκεί που δεν σε ~, κάνοντας αδιάκριτες ερωτήσεις. Πβ. ανακατεύομαι, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού, (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια βλ. μανιτάρι [< μεσν. φυτρώνω]
55915φυτωριακός, ή, ό φυ-τω-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το φυτώριο: ~ή: μονάδα. ~ό: υλικό. ~ές: επιχειρήσεις.
55916φυτώριοφυ-τώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος καλλιέργειας και ανάπτυξης νεαρών φυτών έως τη μεταφύτευσή τους: αμπελουργικό/δασικό/δημοτικό ~. ~ καλλωπιστικών φυτών. ~α ελιάς. Πβ. σπορείο. 2. (μτφ.) περιβάλλον ή φορέας που συμβάλλει στην κατάρτιση νέων κυρ. ανθρώπων, στην καλλιέργεια του ταλέντου τους: ~ επιστημόνων/νέων καλλιτεχνών. Από το ~ της ομάδας θα βγουν οι αυριανοί μεγάλοι παίκτες (βλ. τσικό). Πβ. εκκολαπτήριο, θερμοκήπιο.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ εγκληματιών/τρομοκρατών. [< 1: μτγν. φυτώριον, αγγλ. seminary]
55917φυτωριούχος[φυτωριοῦχος] φυ-τω-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης φυτώριου. Βλ. -ούχος1.
55918φχαριστιέμαιβλ. ευχαριστιέμαι
55919φχαριστώβλ. ευχαριστώ
55920φώκαιναφώ-και-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλαστικό της τάξης των κητωδών (επιστ. ονομασ. Phocoena phocoena), μετρίου μεγέθους, με μαύρο χρώμα, πολλά δόντια και μικρό ρύγχος. [< αρχ. φώκαινα]
55921φώκιαφώ-κια ουσ. (θηλ.) {φωκ-ών (σπάν.) -ιών} 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο σαρκοφάγο θηλαστικό (οικογ. Phocidae), με ατρακτοειδές σώμα το οποίο καλύπτεται με κοντό και στιλπνό γκριζωπό τρίχωμα, μακρουλό κεφάλι, άκρα που σχηματίζουν πτερύγια και υποδόριο λίπος που βοηθά στη διατήρηση της θερμότητας του σώματος· ζει κυρ. σε ψυχρά κλίματα. Βλ. θαλάσσιος ελέφαντας, θαλάσσιο λιοντάρι. 2. (υβριστ.) για γυναίκα, συνήθ. κοντόχοντρη και άσχημη. ● ΣΥΜΠΛ.: φώκια μονάχους μονάχους & μεσογειακή φώκια & (σπάν.) φώκια μοναχός: το σπανιότερο και πλέον απειλούμενο με εξαφάνιση είδος φώκιας (επιστ. ονομασ. Monachus monachus), το οποίο έχει σκούρο χρώμα, μήκος 2-3 μέτρα και βάρος έως 350 κιλά και φιλοξενείται κυρ. στις ελληνικές θάλασσες., φώκια-λεοπάρδαλη βλ. λεοπάρδαλη [< αρχ. φώκη, γαλλ. phoque]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.