| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55908 | φυτοφάρμακο | φυ-το-φάρ-μα-κο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άκου}: χημικό παρασκεύασμα για την καταπολέμηση φυτικών παρασίτων και την πρόληψη ή αντιμετώπιση των ασθενειών των φυτών: απαγορευμένο ~. Βιολογικά/τοξικά ~α. Επικίνδυνα (για το περιβάλλον) ~α. Προϊόντα με κατάλοιπα ~άκων. Ψεκασμός με ~α. Βλ. εντομο-, ζιζανιο-, μυκητο-, παρασιτο-κτόνο. [< πβ. αγγλ. herbicide, 1899, γαλλ. ~, περ. 1930, αγγλ. pesticide, περ. 1925, γαλλ. ~, 1959, γαλλ. désherbant, 1949] | |
| 55909 | φυτοφράκτης | φυ-το-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & φυτοφράχτης: φράχτης αποτελούμενος από σειρά θάμνων ή δέντρων, συνήθ. σε κήπο. Πβ. μπορντούρα. | |
| 55910 | φυτόχωμα | φυ-τό-χω-μα: ΓΕΩΠ. χώμα εμπλουτισμένο με οργανικές ουσίες, το οποίο χρησιμοποιείται ως λίπασμα: ~ για γλάστρες/ορχιδέες. Βλ. τύρφη, χούμος, -χωμα. | |
| 55911 | φύτρα | φύ-τρα ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. φύτρο: λάδι ~ας σιταριού (= σιτέλαιο). Σαλάτα με φρέσκες ~ες φασολιών.|| (μτφ.) Οι ~ες των μαλλιών. 2. (μτφ.) γενιά, καταγωγή: γενναία ~. Η ~ των ανθρώπων. Πβ. γένος. Βλ. σόι. [< 2: μτγν. φύτρα] | |
| 55912 | φύτρο | φύ-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. το αρχικό τμήμα του φυτού που βλασταίνει απευθείας από τον σπόρο: ~α δημητριακών. Σαλάτα με ~α σόγιας. Πβ. βλάστημα. 2. (μτφ.) απόγονος ή βαθύτερο αίτιο. [< 1: μεσν. φύτρον] | |
| 55913 | φύτρωμα | φύ-τρω-μα ουσ. (ουδ.) 1. & φύτρωση (η): διαδικασία ανάπτυξης του φυτού, βλάστηση: ~ των σπόρων. Πβ. βλάστημα. 2. εμφάνιση: ~ των δοντιών/μαλλιών. | |
| 55914 | φυτρώνει | φυ-τρώ-νει ρ. (αμτβ.) {φύτρω-σε, -μένος} 1. (για φυτό) εμφανίζει ρίζες και βλαστό, βγαίνει από το έδαφος ή το χώμα. Πβ. βλασταίνει, εκβλαστάνει, (εκ)φύεται. ΣΥΝ. ξεφυτρώνει 2. (μτφ.) αναπτύσσεται: ~ουν τρίχες. Τα μπροστινά του δόντια ~σαν (= βγήκαν) στραβά. ● φυτρώνω: (μτφ.) εμφανίζομαι απρόσμενα: Έχω μεγάλη εμπειρία στον χώρο, δεν ~σα ξαφνικά. Ένας οικισμός ~σε παράνομα σε καμένη έκταση. Πβ. ξετρυπώνω, ξε~. ● ΦΡ.: φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν (προφ.): επεμβαίνει σε θέματα που δεν τον αφορούν: Μη ~εις εκεί που δεν σε ~, κάνοντας αδιάκριτες ερωτήσεις. Πβ. ανακατεύομαι, χώνομαι. ΣΥΝ. μπαίνω/εισβάλλω στα χωράφια κάποιου/σε ξένα χωράφια, χώνω τη μύτη/την ουρά/τη μούρη μου κάπου/παντού, (ξε)φυτρώνουν σαν (τα) μανιτάρια βλ. μανιτάρι [< μεσν. φυτρώνω] | |
| 55915 | φυτωριακός | , ή, ό φυ-τω-ρι-α-κός επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με το φυτώριο: ~ή: μονάδα. ~ό: υλικό. ~ές: επιχειρήσεις. | |
| 55916 | φυτώριο | φυ-τώ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -ίου} 1. υπαίθριος ή στεγασμένος χώρος καλλιέργειας και ανάπτυξης νεαρών φυτών έως τη μεταφύτευσή τους: αμπελουργικό/δασικό/δημοτικό ~. ~ καλλωπιστικών φυτών. ~α ελιάς. Πβ. σπορείο. 2. (μτφ.) περιβάλλον ή φορέας που συμβάλλει στην κατάρτιση νέων κυρ. ανθρώπων, στην καλλιέργεια του ταλέντου τους: ~ επιστημόνων/νέων καλλιτεχνών. Από το ~ της ομάδας θα βγουν οι αυριανοί μεγάλοι παίκτες (βλ. τσικό). Πβ. εκκολαπτήριο, θερμοκήπιο.|| (αρνητ. συνυποδ.) ~ εγκληματιών/τρομοκρατών. [< 1: μτγν. φυτώριον, αγγλ. seminary] | |
| 55917 | φυτωριούχος | [φυτωριοῦχος] φυ-τω-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λόγ.): ιδιοκτήτης φυτώριου. Βλ. -ούχος1. | |
| 55918 | φχαριστιέμαι | βλ. ευχαριστιέμαι | |
| 55919 | φχαριστώ | βλ. ευχαριστώ | |
| 55920 | φώκαινα | φώ-και-να ουσ. (θηλ.): ΖΩΟΛ. θηλαστικό της τάξης των κητωδών (επιστ. ονομασ. Phocoena phocoena), μετρίου μεγέθους, με μαύρο χρώμα, πολλά δόντια και μικρό ρύγχος. [< αρχ. φώκαινα] | |
| 55921 | φώκια | φώ-κια ουσ. (θηλ.) {φωκ-ών (σπάν.) -ιών} 1. ΖΩΟΛ. αμφίβιο σαρκοφάγο θηλαστικό (οικογ. Phocidae), με ατρακτοειδές σώμα το οποίο καλύπτεται με κοντό και στιλπνό γκριζωπό τρίχωμα, μακρουλό κεφάλι, άκρα που σχηματίζουν πτερύγια και υποδόριο λίπος που βοηθά στη διατήρηση της θερμότητας του σώματος· ζει κυρ. σε ψυχρά κλίματα. Βλ. θαλάσσιος ελέφαντας, θαλάσσιο λιοντάρι. 2. (υβριστ.) για γυναίκα, συνήθ. κοντόχοντρη και άσχημη. ● ΣΥΜΠΛ.: φώκια μονάχους μονάχους & μεσογειακή φώκια & (σπάν.) φώκια μοναχός: το σπανιότερο και πλέον απειλούμενο με εξαφάνιση είδος φώκιας (επιστ. ονομασ. Monachus monachus), το οποίο έχει σκούρο χρώμα, μήκος 2-3 μέτρα και βάρος έως 350 κιλά και φιλοξενείται κυρ. στις ελληνικές θάλασσες., φώκια-λεοπάρδαλη βλ. λεοπάρδαλη [< αρχ. φώκη, γαλλ. phoque] | |
| 55922 | φωκομελία | φω-κο-με-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σπανιότατη συγγενής πάθηση κατά την οποία τα βρέφη γεννιούνται με απευθείας έκφυση των άκρων χεριών από τους ώμους και των άκρων ποδιών από την ισχιακή χώρα. Βλ. θαλιδομίδη, τερατογένεση. [< γαλλ. phocomèle, αγγλ. phocomelia] | |
| 55923 | φωλεά | βλ. φωλιά | |
| 55924 | φωλεοποίηση | φω-λε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κατασκευή φωλιάς, κυρ. για ωοτοκία: θέσεις/περίοδος ~ης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. nidification] | |
| 55925 | φωλεύει | φω-λεύ-ει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): φωλιάζει: Τα πουλιά ~ουν στα γύρω δέντρα.|| (μτφ.) Η ελπίδα ~ στην καρδιά του (πβ. ριζώνει). Βλ. εμ~. [< αρχ. φωλεύω] | |
| 55926 | φώλι | φώ-λι ουσ. (ουδ.) & φώλος (ο): το ψεύτικο συνήθ. αβγό που τοποθετείται στη φωλιά, για να κάνει την κότα να γεννήσει εκεί. [< φωλιά] | |
| 55927 | φωλιά | φω-λιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) φωλεά 1. χώρος ή κατασκευή όπου γεννούν τα ζώα, ιδ. τα πτηνά, και προστατεύονται τόσο τα ίδια όσο και τα νεογνά τους: εξωτερική/πλαστική/τεχνητή/υπόγεια ~. ~ιές των μυρμηγκιών (= μυρμηγκοφωλιές)/χελιδονιών (= χελιδονοφωλιές). Προστασία των ~ιών από τη θήρευση. Τα πουλιά κάνουν/φτιάχνουν/χτίζουν τη ~ τους. Βλ. μονιά. 2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: μεταλλική ~ (ηχείων).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ιές με γέμιση/πατάτας. ~ιές από κανταΐφι. Σαλάτα σε ~ παρμεζάνας.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολυβόλων (: οχυρωμένος χώρος όπου τοποθετείται πολυβόλο). 3. (μτφ.) χώρος συγκέντρωσης, προστασίας, συνήθ. πολλών ανθρώπων: ζεστή/οικογενειακή/παιδική ~. Πβ. καταφύγιο.|| ~ τρομοκρατών. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, λημέρι.|| Τη δική του ~ απέκτησε ο πολιτιστικός σύλλογος. Πβ. στέγη. 4. ΟΙΚΟΔ. εσοχή, συνήθ. τοίχου ή εργαλείου: ~ άξονα. Ανοίγω ~ιές για στήριξη δοκών. 5. ΤΕΧΝΟΛ. είδος υποδοχής για τη συγκράτηση ενός εξαρτήματος: ~ ντίζας. ● Υποκ.: φωλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική φωλιά: μυστικός χώρος, συνήθ. σπίτι, συνάντησης και κυρ. συνεύρεσης εραστών: κρυφή ~ ~. [< γαλλ. nid d'amour, love nest, 1919] , πυροσβεστική φωλιά: μεταλλικό κιβώτιο, συνήθ. κόκκινου χρώματος, που περιέχει μέσα πυρόσβεσης και τοποθετείται σε κτίρια ή υπαίθριους χώρους σε καθορισμένα σημεία για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης φωτιάς., σύνδρομο της άδειας φωλιάς: ΨΥΧΟΛ. αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης και μοναξιάς που νιώθουν ορισμένοι γονείς, όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και φεύγουν από το πατρικό σπίτι. [< αγγλ. empty-nest syndrome, 1965] ● ΦΡ.: έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του (προφ.): για κάποιον που έχει κάνει κάτι μεμπτό, άξιο επίκρισης. [< αρχ. φωλεά, γαλλ. nid, αγγλ. nest] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ