| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55922 | φωκομελία | φω-κο-με-λί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. σπανιότατη συγγενής πάθηση κατά την οποία τα βρέφη γεννιούνται με απευθείας έκφυση των άκρων χεριών από τους ώμους και των άκρων ποδιών από την ισχιακή χώρα. Βλ. θαλιδομίδη, τερατογένεση. [< γαλλ. phocomèle, αγγλ. phocomelia] | |
| 55923 | φωλεά | βλ. φωλιά | |
| 55924 | φωλεοποίηση | φω-λε-ο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) (επιστ.): κατασκευή φωλιάς, κυρ. για ωοτοκία: θέσεις/περίοδος ~ης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. nidification] | |
| 55925 | φωλεύει | φω-λεύ-ει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. σε ενεστ. κ. παρατ.} (λογοτ.): φωλιάζει: Τα πουλιά ~ουν στα γύρω δέντρα.|| (μτφ.) Η ελπίδα ~ στην καρδιά του (πβ. ριζώνει). Βλ. εμ~. [< αρχ. φωλεύω] | |
| 55926 | φώλι | φώ-λι ουσ. (ουδ.) & φώλος (ο): το ψεύτικο συνήθ. αβγό που τοποθετείται στη φωλιά, για να κάνει την κότα να γεννήσει εκεί. [< φωλιά] | |
| 55927 | φωλιά | φω-λιά ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) φωλεά 1. χώρος ή κατασκευή όπου γεννούν τα ζώα, ιδ. τα πτηνά, και προστατεύονται τόσο τα ίδια όσο και τα νεογνά τους: εξωτερική/πλαστική/τεχνητή/υπόγεια ~. ~ιές των μυρμηγκιών (= μυρμηγκοφωλιές)/χελιδονιών (= χελιδονοφωλιές). Προστασία των ~ιών από τη θήρευση. Τα πουλιά κάνουν/φτιάχνουν/χτίζουν τη ~ τους. Βλ. μονιά. 2. (μτφ.) οτιδήποτε έχει παρόμοιο σχήμα: μεταλλική ~ (ηχείων).|| (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ιές με γέμιση/πατάτας. ~ιές από κανταΐφι. Σαλάτα σε ~ παρμεζάνας.|| (ΣΤΡΑΤ.) ~ πολυβόλων (: οχυρωμένος χώρος όπου τοποθετείται πολυβόλο). 3. (μτφ.) χώρος συγκέντρωσης, προστασίας, συνήθ. πολλών ανθρώπων: ζεστή/οικογενειακή/παιδική ~. Πβ. καταφύγιο.|| ~ τρομοκρατών. Πβ. άντρο, κρησφύγετο, λημέρι.|| Τη δική του ~ απέκτησε ο πολιτιστικός σύλλογος. Πβ. στέγη. 4. ΟΙΚΟΔ. εσοχή, συνήθ. τοίχου ή εργαλείου: ~ άξονα. Ανοίγω ~ιές για στήριξη δοκών. 5. ΤΕΧΝΟΛ. είδος υποδοχής για τη συγκράτηση ενός εξαρτήματος: ~ ντίζας. ● Υποκ.: φωλίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτική φωλιά: μυστικός χώρος, συνήθ. σπίτι, συνάντησης και κυρ. συνεύρεσης εραστών: κρυφή ~ ~. [< γαλλ. nid d'amour, love nest, 1919] , πυροσβεστική φωλιά: μεταλλικό κιβώτιο, συνήθ. κόκκινου χρώματος, που περιέχει μέσα πυρόσβεσης και τοποθετείται σε κτίρια ή υπαίθριους χώρους σε καθορισμένα σημεία για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης φωτιάς., σύνδρομο της άδειας φωλιάς: ΨΥΧΟΛ. αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης και μοναξιάς που νιώθουν ορισμένοι γονείς, όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και φεύγουν από το πατρικό σπίτι. [< αγγλ. empty-nest syndrome, 1965] ● ΦΡ.: έχει λερωμένη/χεσμένη τη φωλιά του (προφ.): για κάποιον που έχει κάνει κάτι μεμπτό, άξιο επίκρισης. [< αρχ. φωλεά, γαλλ. nid, αγγλ. nest] | |
| 55928 | φωλιάζει | φω-λιά-ζει ρ. (αμτβ.) {φώλια-σε, -σμένος} 1. (για ζώο, πτηνό) φτιάχνει φωλιά και κατοικεί, προστατεύεται ή/και αναπαράγεται σε αυτή: Στη λίμνη/στον υδροβιότοπο ~ουν σπάνια πουλιά. ΣΥΝ. φωλεύει. 2. (μτφ., για συναίσθημα) ριζώνει: Το μίσος/ο φόβος ~σε για τα καλά μέσα του/στην καρδιά/ψυχή του. Πβ. εμφωλεύει. ● φωλιάζω: τρυπώνω, χώνομαι: ~σε στην αγκαλιά του. Πβ. κουρνιάζω.|| Ο οικισμός είναι ~σμένος σε έναν όρμο.|| (ΠΛΗΡΟΦ., για κάτι που εμπεριέχεται σε κάτι άλλο:) ~σμένη: εντολή. ~σμένοι: βρόγχοι. | |
| 55929 | φώλιασμα | φώ-λια-σμα ουσ. (ουδ.) {φωλιάσμ-ατος} 1. κατασκευή φωλιάς, παραμονή σε φωλιά: θέσεις/όχθες κατάλληλες για ~. Τόπος ~ατος. Βλ. ξε~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. ενσωμάτωση δομής μέσα σε άλλη παρόμοιου τύπου: ~ των μεταβλητών. [< 2: αγγλ. nesting, 1957] | |
| 55930 | φώλος | βλ. φώλι | |
| 55931 | φώναγμα | φώ-ναγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): δυνατή φωνή. | |
| 55932 | φωνάζω | φω-νά-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {φώνα-ξα, φωνά-ξω, φωνάζ-οντας} 1. μιλώ ή λέω κάτι δυνατά σε κάποιον, κραυγάζω: Δεν χρειάζεται να ~εις μέσα στο αυτί μου. Μη ~εις. Σταμάτα να ~εις! Τι ~εις έτσι; ~ζε σαν υστερικός. Πβ. κραυγάζω, ξεφωνίζω, ουρλιάζω, σκούζω, φωνασκώ.|| Το ~ εδώ και καιρό ότι ... Οι διαδηλωτές γέμισαν την πλατεία, ~οντας διάφορα συνθήματα. ~ξε βοήθεια/ζήτω/παρών. Περιμένω να ~ξουν το όνομά μου. ΑΝΤ. ψιθυρίζω. 2. (ειδικότ.) εκδηλώνω κάποιο αρνητικό κυρ. συναίσθημα, βάζοντας τις φωνές: Και μετά μου λες να μην ~! Τι τον έχει πιάσει και ~ει συνέχεια; Μου ήρθε να ~ξω από τον πόνο/τη χαρά. Οι αντίπαλοι φώναζαν για τη διαιτησία (πβ. γκρινιάζω, διαμαρτύρομαι).|| Μην μου ~εις! Του ~ξαν για τους κακούς βαθμούς που πήρε (πβ. επιπλήττω, μαλώνω). 3. λέω δυνατά το όνομα κάποιου ή τον αποκαλώ με ορισμένο τρόπο: Δεν ακούς που σε ~ τόση ώρα; Με ~ξε κανείς; Θα περιμένεις, μέχρι να σε ~ξουν. Μπορείτε να με ~ετε με το μικρό μου. Τον λένε Κωνσταντίνο, αλλά τον ~ουν Ντίνο. Πώς ~ετε (= λέτε) τον σκύλο σας; Οι φίλοι του τον ~ουν ψηλό. Πβ. προσφωνώ. 4. καλώ κάποιον ή κάτι να έρθει κάπου: ~ξα τον κλειδαρά. Φώναξέ μου τον σερβιτόρο. Αν συνεχίσετε να κάνετε φασαρία, θα ~ξω την αστυνομία. Μου ~εις σε παρακαλώ ένα ταξί; Πβ. ειδοποιώ.|| Στη γιορτή ~ξα (= προσκάλεσα) και μια οικογενειακή φίλη. ● ΦΡ.: το πράγμα φωνάζει (από μόνο του/από μακριά) (προφ.-μτφ.): είναι ολοφάνερο: Και να μη θέλουμε να το παραδεχτούμε, δυστυχώς ~ ~., φωνάζει ο κλέφτης, να φοβηθεί/για να φύγει ο νοικοκύρης βλ. κλέφτης, φωνάζω τον κατάλογο βλ. κατάλογος [< μεσν. φωνάζω] | |
| 55933 | φωνακλάδικος | , η, ο φω-να-κλά-δι-κος επίθ. (προφ.): που χαρακτηρίζεται από δυνατές φωνές: ~η: παρέα. Βλ. θορυβώδης. | |
| 55934 | φωνακλάς | φω-να-κλάς επίθ./ουσ. {-άδες | θηλ. φωνακλ-ού, ουδ. φωνακλάδ-ικο} (προφ.): (για πρόσ.) που μιλάει δυνατά· κατ' επέκτ. που αντιδρά με νευρικότητα και φωνές: Είναι ~ και δεν έχει καθόλου υπομονή. ~ού: γυναίκα. ~ικο: μωρό.|| (ως ουσ.) Δεν αντέχω τους ~άδες. | |
| 55935 | φωνασκία | φω-να-σκί-α ουσ. (θηλ.) {συνήθ. στον πληθ.} (λόγ.): μεγαλόφωνη ομιλία που προκαλεί ενόχληση· κατ' επέκτ. έντονη, υπερβολική αντίδραση: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση με ηρεμία και χωρίς ~ες. Βλ. -ασκία. [< αρχ. φωνασκία 'εξάσκηση της φωνής'] | |
| 55936 | φωνασκώ | [φωνασκῶ] φω-να-σκώ ρ. (αμτβ.) {φωνασκ-είς ...· εύχρ. μόνο σε ενεστ. κ. παρατ.} (λόγ.): μιλώ με δυνατή φωνή, συνήθ. ενοχλώντας τους άλλους: ~ούν στα τηλεπαράθυρα. Το ακροατήριο ~ούσε εναντίον του κατηγορουμένου. Πβ. φωνάζω. [< πβ. μτγν. φωνασκῶ 'ασκώ τη φωνή, εξασκούμαι στην απαγγελία'] | |
| 55937 | φωναχτός | , ή, ό φω-να-χτός επίθ. (προφ.) 1. που λέγεται ή γίνεται ηχηρά, μεγαλόφωνα: ~ή: ανάγνωση. Πβ. μεγαλόφωνος. ΑΝΤ. βουβός, χαμηλόφωνος, ψιθυριστός. 2. (μτφ.) φανερός, χτυπητός: ~ές: αποδείξεις (= αδιάσειστες). ● επίρρ.: φωναχτά ● ΦΡ.: στα φωναχτά: μιλώντας δυνατά: Του έκανε ερωτήσεις ~ ~. | |
| 55938 | φωνή | φω-νή ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο ήχων που παράγονται από τις περιοδικές δονήσεις των φωνητικών χορδών, οι οποίες προκαλούνται από τη διέλευση αέρα: αγγελική/άγρια/αδύνατη/ανδρική/ανθρώπινη/απαλή/αποφασιστική/βαθιά/βραχνή/βροντερή/γλυκιά/γνώριμη/γυναικεία/διαπεραστική/δυνατή/ερωτική/ήρεμη/σιγανή/σοβαρή/στεντόρεια/τραχιά/χαρακτηριστική/ψιθυριστή/ψιλή ~. Η έκταση/η ένταση/το εύρος/το μέταλλο/ο τόνος/το ύψος/η χροιά/το χρώμα της ~ής. Διαταραχές της ~ής (βλ. αλαλία, α-, δυσ-φωνία). Ούρλιαξε με όλη τη δύναμη της ~ής του. Μίλησε με πνιγμένη/σπασμένη/τρεμάμενη ~. Κατάλαβα από τη ~ του ότι κάτι τρέχει. Πβ. λαλιά.|| Καναρίνια ~ής. Μιμείται ~ές ζώων (βλ. γάβγ-, νιαούρ-ισμα)/πουλιών (βλ. κελάηδημα, τιτίβισμα).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Δίκτυο/επεξεργασία/μετάδοση/μεταφορά/τεχνολογία/υπηρεσίες ~ής. Αναγνώριση ~ής (: από υπολογιστή). Συνθέτης ~ής. || Βρήκε/έχασε τη ~ του (: την ικανότητα να μιλά).|| (συνεκδ.) Ραδιοφωνική ~ (: εκφωνητής). Κοίτα, είπε μια ~ (: κάποιος) δίπλα μου. 2. έντονη, δυνατή ομιλία, κραυγή: ~ές και κακό για το τίποτα. Μας ξεκούφανε με τις ~ές του (πβ. ουρλιαχτό, στριγγλιά). Το σχολείο γέμισε παιδικές ~ές. Ξεσήκωσαν πάλι τη γειτονιά με τις ~ές τους. Πβ. οχλαγωγία, φασαρία.|| Χαμήλωσε τη ~ (= την ένταση) της τηλεόρασης. 3. ΜΟΥΣ. σύνολο μουσικών ήχων που παράγονται από τις φωνητικές χορδές με σκοπό το τραγούδι· συνεκδ. η αντίστοιχη ικανότητα: αισθαντική/εκφραστική/εξαίσια/θεϊκή/ιδιαίτερη/καλή/μελωδική/φάλτσα/χαρισματική/ψεύτικη (= φαλτσέτο)/ωραία ~.|| Έχει ~ τενόρου. (προφ.-ειρων.) Από ~ κορμάρα (: για πολύ εμφανίσιμη, αλλά ατάλαντη τραγουδίστρια).|| Έχει δουλέψει τη ~ της (βλ. φωνητική). Η ~ του έχει σπάσει (= χαλάσει).|| Τραγούδια για ~ και ορχήστρα/πιάνο. 4. ΜΟΥΣ. καθένα από τα μελωδικά κομμάτια σε μια φωνητική ή ορχηστρική σύνθεση, μελωδική γραμμή: βασική/πρώτη (= πρίμο)/δεύτερη (= σεκόντο) ~. Πβ. φωνητικά.|| Χορωδία μικτών ~ών (: τα ιδιαίτερα μέρη μιας χορωδιακής σύνθεσης· βλ. άλτο, μπάσος, σοπράνο, τενόρος). Βλ. αντι-, μονο-, ομο-, πολυ-φωνία. 5. (συνεκδ.) τραγουδιστής: οι μεγάλες ~ές του ελληνικού πενταγράμμου. Είναι η καλύτερη λαϊκή ~. Είναι μία από τις σημαντικότερες ~ές της όπερας. 6. (μτφ.) άποψη, γνώμη που εκφράζεται δημόσια· το μέσο έκφρασης μιας άποψης: ακραίες/αντιπολιτευόμενες/μετριοπαθείς/φιλελεύθερες ~ές. ~ές αγανάκτησης/αντίδρασης/δυσαρέσκειας (πβ. κραυγή). Η ~ της μειοψηφίας. Η ~ των μαθητών/μεταναστών/φοιτητών. Ενώνουμε τις ~ές μας για ένα καλύτερο αύριο. Πρέπει να ακουστεί η ~ των δημοτών.|| Η παράταξή μας αποτελεί τη ~ των νέων. 7. (μτφ.) εσωτερική ώθηση για κάποια ενέργεια, παρόρμηση: η ~ του αίματος/του καθήκοντος/της συνείδησης/της ψυχής. Ακολούθησε/άκουσε τη ~ της καρδιάς του (: τα συναισθήματά του). Επικράτησε η ~ της λογικής. Μια ~ μέσα του τον παρότρυνε να συνεχίσει.|| Η ~ της φύσης.|| Ακούω ~ές (: ως ένδειξη ψυχικής διαταραχής). 8. ΓΡΑΜΜ. μορφολογική διάκριση των ρημάτων, η οποία εκφράζεται με την κατάληξη: ενεργητική/μέση/παθητική ~. Βλ. διάθεση. ● φωνές (οι) (λογοτ.): ήχοι: οι ~ του δάσους/της θάλασσας/της νύχτας. ● Υποκ.: φωνίτσα (η): κυρ. στις σημ. 1, 2., φωνούλα (η): κυρ. στις σημ. 1, 2. ● Μεγεθ.: φωνάρα (η): στις σημ. 2, 5. Βλ. αγριο~, γαϊδουρο~. ● ΣΥΜΠΛ.: μπάσα φωνή βλ. μπάσος, συνθετική φωνή βλ. συνθετικός, φωνή διαμαρτυρίας βλ. διαμαρτυρία, φωνητικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο ● ΦΡ.: βάζω/μπήγω/πατάω τις φωνές (προφ.): φωνάζω πολύ ή δυνατά, συνήθ. από φόβο ή θυμό: Ή με αφήνεις να φύγω ή ~ ~. Απορώ πώς κρατήθηκα και δεν έβαλα ~ (βλ. νευριάζω). Πανικοβλήθηκε και πάτησε ~. Αισθάνεται άσχημα που έμπηξε ~ στο παιδί (πβ. μαλώνω). Πριν μου βάλεις ~, άκουσέ με.|| Αν δε σε ακούνε, βάλε μια φωνή., γεγωνυία τη φωνή [γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ] (αρχαιοπρ.): μεγαλόφωνα: Η πρόταση ψηφίστηκε ~ ~., δίνω φωνή σε κάποιον/κάτι (μτφ.): επιτρέπω σε κάποιον να εκφράσει τις απόψεις του, τα συναισθήματά του, να διαμαρτυρηθεί δημοσίως ή καθιστώ κάτι γνωστό: Τα Μέσα Ενημέρωσης οφείλουν να ~ουν φωνή στους εργαζόμενους και στα αιτήματά τους.|| Η ταινία έδωσε ~ σε άγνωστα κομμάτια της ελληνικής ιστορίας., έχω φωνή (μτφ.): έχω το δικαίωμα, την ευκαιρία να εκφράσω την άποψή μου: Στο διαδίκτυο ο καθένας ~ει ~. Εκπροσωπούμε όσους δεν ~ουν ~., με μια φωνή 1. (μτφ.) ομόφωνα: Οι ένοικοι διαμαρτυρήθηκαν όλοι ~ ~ για ... ΣΥΝ. με ένα στόμα 2. σε περιπτώσεις που δύο ή περισσότερα άτομα λένε κάτι ταυτόχρονα: Του είπαν/ευχήθηκαν όλοι ~ ~ "χρόνια πολλά"., υψώνω/σηκώνω τη φωνή μου: μιλώ δυνατά ή έντονα, φωνάζω κυρ. λόγω θυμού· κατ' επέκτ. διαμαρτύρομαι: Μη μου ~εις εμένα τη ~. Αγρίεψε και ~σε τον τόνο της φωνής της.|| (μτφ.) Διανοούμενοι έχουν αρχίσει να ~ουν ~ τους εναντίον ..., χαμηλώνω τη φωνή μου: μιλώ πιο σιγά ή πιο ήπια: Χαμήλωσε λίγο ~ σου και άκουσέ με., κατά φωνή κι ο γάιδαρος βλ. γάιδαρος, κλείνει η φωνή μου βλ. κλείνω, ούτε φωνή ούτε ακρόαση βλ. ακρόαση, σέρνω/σύρω φωνή βλ. σέρνω, φωνή βοώντος εν τη ερήμω βλ. βοώ, φωνή καμπάνα βλ. καμπάνα1, φωνή λαού, οργή Θεού βλ. οργή [< αρχ. φωνή, γαλλ. voix, αγγλ. voice] | |
| 55939 | φωνήεν | [φωνῆεν] φω-νή-εν ουσ. (ουδ.) {φωνή-εντος | -εντα, -έντων}: ΓΛΩΣΣ. φθόγγος της γλώσσας που παράγεται στις παλλόμενες φωνητικές χορδές με ανεμπόδιστη διέλευση του εκπνεόμενου αέρα και μπορεί να σχηματίσει μόνος του συλλαβή· συνεκδ. γράμμα που αναπαριστά αυτό τον φθόγγο: αρχικό/θεματικό/συνδετικό/τελικό/τονιζόμενο ~. Ανοικτά/ενδιάμεσα/κλειστά ~εντα. Κεντρικά/οπίσθια/πρόσθια ~εντα. Τα ~εντα της γερμανικής/της τουρκικής γλώσσας. Τα ~εντα της ελληνικής γλώσσας είναι πέντε (: /α/, /e/, /i/, /o/ και /u/).|| Πληκτρολογώ ένα ~. Βλ. δίφθογγος, δίψηφος, σύμφωνο. ● ΣΥΜΠΛ.: πάθη συμφώνων/φωνηέντων βλ. πάθος ● ΦΡ.: λέω/ψιθυρίζω δυο/μερικά φωνήεντα (σε κάποιον) & εξηγώ/σπικάρω/ψελλίζω δυο/μερικά φωνήντα (αργκό): του μιλώ, συνήθ. επιπλήττοντάς τον: Έλα να σου πω ~ ~! [< αρχ. φωνῆεν] | |
| 55940 | φωνηεντικός | , ή, ό φω-νη-ε-ντι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το φωνήεν: ~ός: φθόγγος. ~ή: αρμονία. ~ό: σύστημα (πβ. φωνηεντισμός). ~ά: φωνήματα. | |
| 55941 | φωνηεντισμός | φω-νη-ε-ντι-σμός ουσ. (αρσ.) ΓΛΩΣΣ. 1. τρόπος εκφοράς των φωνηέντων: ιδιώματα με βόρειο/νότιο ~ό. Διαχωρισμός των διαλέκτων με κριτήριο τον ~ό. Βλ. κώφωση. 2. το φωνηεντικό σύστημα μιας γλώσσας. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. vocalisme] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ