Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56420-56440]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55947φωνητήριος, α, ο φω-νη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την παραγωγή φωνής: ~α: όργανα. Πβ. φωνητικός. Βλ. -τήριος. [< μτγν. φωνητήριος]
55948φωνητικήφω-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με την άρθρωση και την ακουστική πρόσληψη των φθόγγων: ακουστική (: εξετάζει τη μετάδοση των φθόγγων με τη μορφή ηχητικών κυμάτων)/αρθρωτική (: μελετά την παραγωγή των φθόγγων από τα ανθρώπινα φωνητικά όργανα)/πειραματική ~. Βλ. φωνολογία.|| Διορθωτική ~. 2. ΜΟΥΣ. μεθοδολογία για τη συστηματική εξάσκηση και ανάπτυξη της ανθρώπινης φωνής με σκοπό το τραγούδι (π.χ. σωστή αναπνοή, στάση σώματος, εκτέλεση αρχής και τέλους μιας νότας): ασκήσεις/μαθήματα/σπουδές ~ής. [< 1: γαλλ. phonétique, αγγλ. phonetics]
55949φωνητικός, ή, ό φω-νη-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται ή συντελεί στην παραγωγή φωνής: ~ά: σήματα.|| ~ή: οδός. ~οί: μύες. ~ά: όργανα. Πβ. φωνητήριος.|| (ΜΟΥΣ., που σχετίζεται με το τραγούδι:) ~ή: μουσική (: γραμμένη για φωνές μονωδών ή χορωδιών με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων· βλ. οργαν-, ορχηστρ-ικός)/τέχνη. ~ό: συγκρότημα/σύνολο/ταλέντο. ~οί: αυτοσχεδιασμοί. ~ές: τεχνικές. ~ά: μέρη (: τα χορωδιακά μέρη μιας σύνθεσης· βλ. άλτο, σοπράνο). Γυναικείο ~ό κουαρτέτο. Ερμηνεύτρια με σπάνια ~ή ποιότητα/με εκπληκτικές ~ές δυνατότητες. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που γίνεται μέσω φωνής ή που χρησιμοποιεί φωνή: ~ός: έλεγχος/πλοηγός. ~ή: αναγνώριση/αναζήτηση/εγγραφή/εισαγωγή/ενεργοποίηση/επικοινωνία/πύλη/συνομιλία/τεχνολογία/τηλεφωνία/υπαγόρευση. ~ές: εντολές/εφαρμογές/οδηγίες. ~ά: δεδομένα/μηνύματα (πβ. ηχητικά). Προηγμένες ~ές λειτουργίες/υπηρεσίες. 3. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τους φθόγγους ή τη φωνητική: ~ή: γραφή/διαφοροποίηση. ~ό: περιβάλλον/σύστημα. ~ές: αλλοιώσεις/μεταβολές. ~ά: χαρακτηριστικά. Βλ. γραμματ-, μορφολογ-, συντακτ-ικός. ● Ουσ.: φωνητικά (τα): ΜΟΥΣ. τα μέρη ενός μουσικού κομματιού που τραγουδιούνται: βασικά/δεύτερα/γυναικεία/οπερετικά ~. ● επίρρ.: φωνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητική ορθογραφία: ΓΛΩΣΣ. στην οποία κάθε φθόγγος του φωνητικού συστήματος μιας γλώσσας αποδίδεται με ένα και μόνο γράφημα. Βλ. ιστορική ορθογραφία., διεθνές φωνητικό αλφάβητο βλ. αλφάβητο, φωνητικές χορδές βλ. χορδή, φωνητική κλήση βλ. κλήση, φωνητική μεταγραφή βλ. μεταγραφή, φωνητική τοποθέτηση βλ. τοποθέτηση, φωνητικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, φωνητικός κειμενογράφος βλ. κειμενογράφος [< μτγν. φωνητικός, γαλλ. phonétique, αγγλ. phonetic, γαλλ.-αγγλ. vocal]
55951φωνιατρικήφω-νι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΙΑΤΡ. κλάδος πoυ ασχολείται με τη φώνηση και μελετά τις διαταραχές της ομιλίας. Βλ. ακουολογία, λογοθεραπεία, -ιατρική. [< γαλλ. phoniatrie, περ. 1945, αγγλ. phoniatry, 1947]
55953φωνο- & φωνό- & φων-επίθημα που αναφέρεται 1. ΤΕΧΝΟΛ. στην ανθρώπινη φωνή ή γενικότ. τους ήχους: φωνο-ληψία (πβ. ηχο-).|| (παλαιότ.) Φωνό-γραφος. 2. ΓΛΩΣΣ. στα φωνήματα ή τους φθόγγους μιας γλώσσας: φωνο-λογία.|| Φων-ιατρική.
55954φωνογράφησηφω-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αποτύπωση φωνής, μουσικής κυρ. σε φωνόγραφο. Πβ. ηχογράφηση, φωνογραφία. Βλ. -γράφηση.
55955φωνογραφίαφω-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική αποτύπωσης και αναπαραγωγής του λόγου και της μουσικής σε ειδικό κύλινδρο ή δίσκο. Πβ. φωνογράφηση. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. phonographie, αγγλ. phonography]
55956φωνογραφικός, ή, ό φω-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη φωνογραφία ή τον φωνόγραφο. [< γαλλ. phonographique, αγγλ. phonographic]
55957φωνογράφοςφω-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & φωνόγραφος (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμόφωνο. [< γαλλ. phonographe, αμερικ. phonograph]
55958φωνογραφώ[φωνογραφῶ] φω-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) (παλαιότ.): ηχογραφώ σε δίσκο. Βλ. -γραφώ.
55959φωνολήπτηςφω-νο-λή-πτης ουσ. (αρσ.): τεχνικός ειδικευμένος στη φωνοληψία. Πβ. ηχολήπτης. Βλ. -λήπτης.
55960φωνοληπτικός, ή, ό φω-νο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φωνοληψία: ~ά: μηχανήματα. Πβ. ηχοληπτικός.
55961φωνοληψίαφω-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών για την εγγραφή φωνής: αίθουσα ~ας. Πβ. ηχοληψία. Βλ. -ληψία.
55962φωνόλιθοςφω-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. γκριζοπράσινο ηφαιστειακό πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από αστρίους· διασπάται σε λεπτές πλάκες, από την κρούση των οποίων παράγεται χαρακτηριστικός ήχος. [< γαλλ. phonolit(h)e, αγγλ. phonolite]
55963φωνολογίαφω-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο έρευνας τα φωνήματα ενός γλωσσικού συστήματος: ιστορική/λεξική/συγκριτική ~. Πβ. φωνηματική, φωνημική. Βλ. -λογία, μορφο~, φωνητική. [< γερμ. Phonologie, γαλλ. phonologie, αγγλ. phonology]
55964φωνολογικός, ή, ό φω-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη φωνολογία: ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/δομή/επεξεργασία/μονάδα (βλ. φώνημα). ~ό: σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: δεξιότητες/διαταραχές. Πβ. φωνηματ-, φωνημ-ικός. ● επίρρ.: φωνολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωνολογική επίγνωση & φωνολογική ενημερότητα: η ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει και να χειρίζεται τα φωνήματα και να τα ταυτοποιεί με τα αντίστοιχα γραπτά σύμβολα, τα γραφήματα. [< γερμ. phonologisch, αγγλ. phonologic(al)]
55965φωνομετρίαφω-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέτρηση της έντασης και άλλων ιδιοτήτων των ήχων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. phonométrie, γερμ. Phonometrie, αγγλ. phonometry]
55966φωνόμετροφω-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μετρά την ένταση ή τη συχνότητα των ήχων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. phonomètre, γερμ. Phonometer, αγγλ. phonometer]
55967φωνομοντάζφω-νο-μο-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μοντάζ φωνών που έχουν μαγνητοφωνηθεί: δυσφημιστικό/κατασκευασμένο ~. Βλ. φωτομοντάζ. [< γαλλ. phonomontage]
55968φωνόνιοφω-νό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωνονί-ου}: ΦΥΣ. το κβάντο της ενέργειας που μπορεί να μεταφερθεί με μηχανικές ταλαντώσεις σε έναν κρύσταλλο. Βλ. φωτόνιο. [< αγγλ. phonon, 1932, γαλλ. ~, περ. 1965]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.