| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55942 | φωνηεντόληκτος | , η, ο φω-νη-ε-ντό-λη-κτος επίθ.: ΓΡΑΜΜ. που το θέμα του λήγει σε φωνήεν: ~α: ρήματα (π.χ. ακού-ω).|| (ως ουσ.) Τα ~α (ενν. ουσιαστικά) της γ' κλίσης (: στην αρχαία ελληνική). ΑΝΤ. συμφωνόληκτος | |
| 55943 | φώνημα | φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.) {φωνήμ-ατος | -ατα}: ΓΛΩΣΣ. ελάχιστη φωνολογική μονάδα η οποία επιφέρει σημασιολογική διαφοροποίηση σε σχέση με άλλον φθόγγο στην ίδια θέση: Στις λέξεις 'μόνος' και 'κώνος' οι φθόγγοι μ, κ είναι ~ατα. Βλ. -ημα1. [< αρχ. φώνημα ΄φωνή, ήχος φωνής΄, γαλλ. phonème, αγγλ. phoneme, γερμ. Phonem] | |
| 55944 | φωνηματικός | , ή, ό φω-νη-μα-τι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. φωνημικός. ● Ουσ.: φωνηματική (η): φωνημική. [< γαλλ. phonématique, 1931, αγγλ. phonematic, 1935] | |
| 55945 | φωνημικός | , ή, ό φω-νη-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με το φώνημα: ~ή: ανάλυση/ενημερότητα/επίγνωση. ~ό: επίπεδο/σύστημα. Πβ. φωνολογικός. Βλ. φωνητικός. ΣΥΝ. φωνηματικός ● Ουσ.: φωνημική (η): επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των φωνημάτων. Πβ. φωνολογία. ΣΥΝ. φωνηματική [< γαλλ. phonémique, αγγλ. phonemic, 1933] | |
| 2046 | φωνησαι | [ἀλέκτορας] α-λέ-κτο-ρας ουσ. (αρσ.) {αλέκτορος} & (αρχαιοπρ.) αλέκτωρ: κόκορας, μόνο στη ● ΦΡ.: πριν αλέκτορα φωνήσαι (ΚΔ): για υπόσχεση που διαψεύδεται ή κατάσταση που ανατρέπεται σε σύντομο χρονικό διάστημα: ~ ~, ξεχάστηκαν οι υποσχέσεις. [< αρχ. ἀλέκτωρ] | |
| 55946 | φώνηση | φώ-νη-ση ουσ. (θηλ.): παραγωγή φωνής, ομιλίας: διαταραχές ~ης (βλ. δυσφωνία). Βλ. απο~, άρθρωση, αφωνία, εκ~, προσ~. [< μτγν. φώνησις, γαλλ.-αγγλ. phonation] | |
| 55947 | φωνητήριος | , α, ο φω-νη-τή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που σχετίζεται με την παραγωγή φωνής: ~α: όργανα. Πβ. φωνητικός. Βλ. -τήριος. [< μτγν. φωνητήριος] | |
| 55948 | φωνητική | φω-νη-τι-κή ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. κλάδος που ασχολείται με την άρθρωση και την ακουστική πρόσληψη των φθόγγων: ακουστική (: εξετάζει τη μετάδοση των φθόγγων με τη μορφή ηχητικών κυμάτων)/αρθρωτική (: μελετά την παραγωγή των φθόγγων από τα ανθρώπινα φωνητικά όργανα)/πειραματική ~. Βλ. φωνολογία.|| Διορθωτική ~. 2. ΜΟΥΣ. μεθοδολογία για τη συστηματική εξάσκηση και ανάπτυξη της ανθρώπινης φωνής με σκοπό το τραγούδι (π.χ. σωστή αναπνοή, στάση σώματος, εκτέλεση αρχής και τέλους μιας νότας): ασκήσεις/μαθήματα/σπουδές ~ής. [< 1: γαλλ. phonétique, αγγλ. phonetics] | |
| 55949 | φωνητικός | , ή, ό φω-νη-τι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται ή συντελεί στην παραγωγή φωνής: ~ά: σήματα.|| ~ή: οδός. ~οί: μύες. ~ά: όργανα. Πβ. φωνητήριος.|| (ΜΟΥΣ., που σχετίζεται με το τραγούδι:) ~ή: μουσική (: γραμμένη για φωνές μονωδών ή χορωδιών με ή χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων· βλ. οργαν-, ορχηστρ-ικός)/τέχνη. ~ό: συγκρότημα/σύνολο/ταλέντο. ~οί: αυτοσχεδιασμοί. ~ές: τεχνικές. ~ά: μέρη (: τα χορωδιακά μέρη μιας σύνθεσης· βλ. άλτο, σοπράνο). Γυναικείο ~ό κουαρτέτο. Ερμηνεύτρια με σπάνια ~ή ποιότητα/με εκπληκτικές ~ές δυνατότητες. 2. ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. που γίνεται μέσω φωνής ή που χρησιμοποιεί φωνή: ~ός: έλεγχος/πλοηγός. ~ή: αναγνώριση/αναζήτηση/εγγραφή/εισαγωγή/ενεργοποίηση/επικοινωνία/πύλη/συνομιλία/τεχνολογία/τηλεφωνία/υπαγόρευση. ~ές: εντολές/εφαρμογές/οδηγίες. ~ά: δεδομένα/μηνύματα (πβ. ηχητικά). Προηγμένες ~ές λειτουργίες/υπηρεσίες. 3. ΓΛΩΣΣ. που σχετίζεται με τους φθόγγους ή τη φωνητική: ~ή: γραφή/διαφοροποίηση. ~ό: περιβάλλον/σύστημα. ~ές: αλλοιώσεις/μεταβολές. ~ά: χαρακτηριστικά. Βλ. γραμματ-, μορφολογ-, συντακτ-ικός. ● Ουσ.: φωνητικά (τα): ΜΟΥΣ. τα μέρη ενός μουσικού κομματιού που τραγουδιούνται: βασικά/δεύτερα/γυναικεία/οπερετικά ~. ● επίρρ.: φωνητικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωνητική ορθογραφία: ΓΛΩΣΣ. στην οποία κάθε φθόγγος του φωνητικού συστήματος μιας γλώσσας αποδίδεται με ένα και μόνο γράφημα. Βλ. ιστορική ορθογραφία., διεθνές φωνητικό αλφάβητο βλ. αλφάβητο, φωνητικές χορδές βλ. χορδή, φωνητική κλήση βλ. κλήση, φωνητική μεταγραφή βλ. μεταγραφή, φωνητική τοποθέτηση βλ. τοποθέτηση, φωνητικό ταχυδρομείο βλ. ταχυδρομείο, φωνητικός κειμενογράφος βλ. κειμενογράφος [< μτγν. φωνητικός, γαλλ. phonétique, αγγλ. phonetic, γαλλ.-αγγλ. vocal] | |
| 55951 | φωνιατρική | φω-νι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΙΑΤΡ. κλάδος πoυ ασχολείται με τη φώνηση και μελετά τις διαταραχές της ομιλίας. Βλ. ακουολογία, λογοθεραπεία, -ιατρική. [< γαλλ. phoniatrie, περ. 1945, αγγλ. phoniatry, 1947] | |
| 55953 | φωνο- & φωνό- & φων- | επίθημα που αναφέρεται 1. ΤΕΧΝΟΛ. στην ανθρώπινη φωνή ή γενικότ. τους ήχους: φωνο-ληψία (πβ. ηχο-).|| (παλαιότ.) Φωνό-γραφος. 2. ΓΛΩΣΣ. στα φωνήματα ή τους φθόγγους μιας γλώσσας: φωνο-λογία.|| Φων-ιατρική. | |
| 55954 | φωνογράφηση | φω-νο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (παλαιότ.): αποτύπωση φωνής, μουσικής κυρ. σε φωνόγραφο. Πβ. ηχογράφηση, φωνογραφία. Βλ. -γράφηση. | |
| 55955 | φωνογραφία | φω-νο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): τεχνική αποτύπωσης και αναπαραγωγής του λόγου και της μουσικής σε ειδικό κύλινδρο ή δίσκο. Πβ. φωνογράφηση. Βλ. -γραφία. [< γαλλ. phonographie, αγγλ. phonography] | |
| 55956 | φωνογραφικός | , ή, ό φω-νο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με τη φωνογραφία ή τον φωνόγραφο. [< γαλλ. phonographique, αγγλ. phonographic] | |
| 55957 | φωνογράφος | φω-νο-γρά-φος ουσ. (αρσ.) & φωνόγραφος (παλαιότ.): ΤΕΧΝΟΛ. γραμμόφωνο. [< γαλλ. phonographe, αμερικ. phonograph] | |
| 55958 | φωνογραφώ | [φωνογραφῶ] φω-νο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) (παλαιότ.): ηχογραφώ σε δίσκο. Βλ. -γραφώ. | |
| 55959 | φωνολήπτης | φω-νο-λή-πτης ουσ. (αρσ.): τεχνικός ειδικευμένος στη φωνοληψία. Πβ. ηχολήπτης. Βλ. -λήπτης. | |
| 55960 | φωνοληπτικός | , ή, ό φω-νο-λη-πτι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φωνοληψία: ~ά: μηχανήματα. Πβ. ηχοληπτικός. | |
| 55961 | φωνοληψία | φω-νο-λη-ψί-α ουσ. (θηλ.): σύνολο τεχνικών για την εγγραφή φωνής: αίθουσα ~ας. Πβ. ηχοληψία. Βλ. -ληψία. | |
| 55962 | φωνόλιθος | φω-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. γκριζοπράσινο ηφαιστειακό πέτρωμα που αποτελείται κυρ. από αστρίους· διασπάται σε λεπτές πλάκες, από την κρούση των οποίων παράγεται χαρακτηριστικός ήχος. [< γαλλ. phonolit(h)e, αγγλ. phonolite] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ