Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56440-56460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55970φώρασηφώ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. βασική λειτουργία ραδιοηλεκτρικής λήψης, κατά την οποία γίνεται, άμεσα ή σταδιακά, διαχωρισμός ηλεκτρικού σήματος από το φέρον κύμα ή τη φέρουσα συχνότητα. [< αγγλ. detection, 1906, γαλλ. détection]
55971φωρατήςφω-ρα-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονική, μη γραμμική διάταξη με την οποία προκαλείται η φώραση του αρχικού διαμορφωμένου σήματος που συλλαμβάνει η κεραία του δέκτη: ~ εικόνας. Βλ. αποδιαμορφωτής. [< αγγλ. detector, γαλλ. détecteur]
55972φωριαμόςφω-ρι-α-μός ουσ. (αρσ.) & (εσφαλμ.) φοριαμός (επίσ.): μεταλλικό συνήθ. έπιπλο με πορτάκι, ράφια ή συρτάρια για την τοποθέτηση και φύλαξη αντικειμένων. Βλ. ερμάριο, κιβώτιο, ντουλάπα. [< αρχ. φωριαμός, γαλλ. armoire]
55973φως[φῶς] ουσ. (ουδ.) {φωτ-ός | φώτ-α, -ων} 1. ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από φυσική ή τεχνητή πηγή και διεγείρει την όραση· συνεκδ. η αντίστοιχη πηγή: αμυδρό/απαλό/άπλετο/αχνό/διάχυτο/δυνατό/εκτυφλωτικό/έντονο/ηλιακό/καθαρό/λαμπερό/ορατό/υπεριώδες ~. Ανάκλαση/ανάλυση/(ευθύγραμμη) διάδοση/διάθλαση/πόλωση/ταχύτητα του ~ός. Ακτίνα/δέσμη/κύματα/φάσμα ~ός. Το ~ των αστεριών/του Ήλιου/της Σελήνης. Εκπέμπω ~ (πβ. ακτινοβολώ, λάμπω, φωτίζω). Ξεκίνησαν το ταξίδι με το πρώτο ~ της ημέρας (: το χάραμα).|| Ηλεκτρικό ~. Το ~ της λάμπας/του φάρου. Τα ~α του δρόμου/της πόλης. Τα ~α (= τα φανάρια) της Τροχαίας (Κύπρος). Φωτογραφίζω κόντρα στο ~. Βλ. ημίφως, σκοτάδι.|| Διακόπτης ~ός. Ανάβω/κλείνω/σβήνω το ~. Ανοιχτά/πολύχρωμα/χαλασμένα/χαμηλωμένα ~α. (σε μηχανήματα:) ~α εργασίας. Βλ. γλόμπος, λάμπα, λαμπτήρας, λυχνία.|| (μτφ.) Τα ~α της ράμπας (: το θέατρο, η θεατρική ζωή). 2. (συνεκδ.) η αίσθηση της όρασης: Έχασε/ξαναβρήκε το ~ του. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) η γνώση, η εμπειρία, κάποιου συνήθ. πάνω σε έναν τομέα: Έχω ένα πρόβλημα και χρειάζομαι τα ~α σας.|| Πόλη/χώρα που (μετ)έδωσε τα ~α του πολιτισμού στον κόσμο. 4. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) το ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για κάποιον/κάτι: Όλα τα ~α είναι στραμμένα στον τελικό του Κυπέλλου. 5. οτιδήποτε διαφωτίζει τον άνθρωπο: το ~ της αγάπης/ειρήνης. Το αιώνιο ~ της αλήθειας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ του κόσμου (= ο Χριστός). Το ~ της Βασιλείας των Ουρανών/του Λόγου του Θεού. ● Υποκ.: φωτάκι (το): ΣΥΝ. λαμπάκι ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Φως: ΕΚΚΛΗΣ. το φως της Ανάστασης που λαμβάνεται από τον Πανάγιο Τάφο το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου: το θαύμα/η τελετή αφής του ~ου ~ός., λευκό φως: ΦΥΣ. που περιέχει όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος με την ίδια περίπου ένταση όπως το ηλιακό φως., ο Αιώνας των Φώτων: η εποχή του Διαφωτισμού., πράσινο φως (μτφ.): άδεια, έγκριση: Δόθηκε το ~ ~ στο νέο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση άναψε/έδωσε ~ ~ για την έναρξη των συνομιλιών με τους ... Πήρε το ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. [< αγγλ. green light, 1937] , φως ασφαλείας: φωτισμός που εξακολουθεί να λειτουργεί σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος: ηλιακό ~ ~., φώτα διασταύρωσης & μεσαία φώτα: μπροστινοί προβολείς οχήματος τους οποίους οι οδηγοί υποχρεούνται να ανάβουν μισή ώρα μετά τη δύση του Ηλίου., φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης & φώτα κινδύνου: αλάρμ., φώτα θέσης & μικρά φώτα & (σπάν.) φώτα στάσης: τα φώτα τoυ oχήματoς πoυ χρησιμoπoιoύνται για να διακρίνεται αυτό και τo πλάτoς τoυ: ~ ~ μπρoστά/πίσω., φώτα πορείας & μεγάλα φώτα & φανοί πορείας: μπροστινά φώτα οχήματος (ή σκάφους) για επαρκή φωτισμό σε απόσταση τουλάχιστον εκατό μέτρων. [< γερμ. Fernlicht] , άκτιστο(ν) φως βλ. άκτιστος, διασπορά του φωτός βλ. διασπορά, έτος φωτός βλ. έτος, ζωδιακό φως βλ. ζωδιακός, η πόλη του φωτός βλ. πόλη, ήχος και φως βλ. ήχος, παλμικό φως βλ. παλμικός, φως ιλαρόν βλ. ιλαρός ● ΦΡ.: είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου (μτφ.): (για πρόσ.) γεννήθηκε ή (για πράγμα) κυκλοφόρησε ή ανακαλύφθηκε: ~ ~ πριν από σαράντα χρόνια.|| Το δεύτερο βιβλίο του μόλις ~ ~.|| Ένα σημαντικό εύρημα ~ ~ κατά τις ανασκαφές., μου άλλαξε τα φώτα & τα πετρέλαια/τα πέταλα (προφ.): κάποιος ή κάτι με ταλαιπώρησε πολύ: Οι παίκτες ~ξαν ~ στην αντίπαλη ομάδα. Οι αυξήσεις των τιμών μάς ~ξαν ~. ΣΥΝ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; (εμφατ.): ως έκφραση που δηλώνει ότι όλοι θα ήθελαν να τους συμβεί κάτι πολύ καλό ή να λυθεί κάποιο πρόβλημά τους., ρίχνω φως 1. φωτίζω: Ρίξε μου λίγο ~ με τον φακό. 2. (μτφ.) ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω: Η έρευνα ~ξε ~ στο ζήτημα/στην υπόθεση. Πβ. ξεδιαλύνω., στο φως: για κάτι που αποκαλύπτεται, δημοσιοποιείται: Η έρευνα έφερε ~ ~ νέα στοιχεία για την υπόθεση. Η αλήθεια πρέπει να βγει ~ ~.|| Όλα ~ ~! Βγήκαν/ήρθαν ~ ~ (: στην επιφάνεια) απόρρητα έγγραφα., υπό το φως (λόγ.) & κάτω από το φως 1. (μτφ.) από την οπτική γωνία, από τη σκοπιά: Το δικαστήριο θα επανεξετάσει την απόφαση ~ ~ των νέων αποκαλύψεων/στοιχείων. Οι σχέσεις των δύο χωρών θα πρέπει να εξεταστούν ~ ~ των πρόσφατων εξελίξεων. 2. με το φως: Δείπνο ~ ~ των κεριών/του φεγγαριού. [< γαλλ. à la lumière] , φως μου!: προσφώνηση προσφιλούς, οικείου προσώπου: Σ' αγαπώ ~ ~!, (είναι) φως φανάρι! βλ. φανάρι, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, γενηθήτω φως (και εγένετο φως) βλ. γενηθήτω, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. φῶς, γαλλ. lumière, αγγλ. light]
55974φωσγένιοφω-σγέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωσγενίου}: ΧΗΜ. άχρωμο τοξικό αέριο (σύμβ. COCl2) με δυσάρεστη οσμή, που παλαιότερα αποτελούσε χημικό όπλο και σήμερα χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή πολυμερών, βαφών και φυτοφαρμάκων: Το ~ είναι ισχυρό ασφυξιογόνο. [< γαλλ. phosgène, αγγλ. phosgene]
55975φωστήραςφω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που έχει σημαντικές γνώσεις σε έναν τομέα, που είναι ιδιαίτερα καταρτισμένος: Είναι ~ στη φυσική. Βλ. παντογνώστης, πολυμαθής.|| Οι ~ες της Εκκλησίας (: πνευματικοί καθοδηγητές, σοφοί). Πβ. φωτιστής, φωτοδότης.|| (ειρων.) Οι ~ες της εταιρείας κατάφεραν να την οδηγήσουν στη χρεοκοπία. Πβ. ξερόλας. Βλ. -τήρας. 2. πολύ έξυπνος: Δεν χρειάζεται να είσαι ~, για να καταλάβεις τι λάθος έχει γίνει. Πβ. τετραπέρατος. Βλ. εξυπνάκιας. [< μτγν. φωστήρ 'άστρο', γαλλ. luminaire]
55976φωσφατάσηφω-σφα-τά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κάθε ένζυμο που δρα ως καταλύτης στην υδρόλυση ή σύνθεση εστέρων του φωσφορικού οξέος: όξινη ~. Δοκιμασία ~ης. Πβ. κινάση. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκαλική φωσφατάση βλ. αλκαλικός [< αγγλ. phosphatase, 1912, γαλλ. phosphatase, πριν από το 1949]
55977φωσφατιδικός, ή, ό φω-σφα-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που περιέχει φωσφατάση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: σερίνη/χολίνη. ~ό: οξύ.
55978φωσφάτωσηφω-σφά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τεχνική επίστρωσης μιας μεταλλικής επιφάνειας με φωσφορικό άλας, κυρ. για προστασία από τη σκουριά.
55979φωσφίδιοφω-σφί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση φωσφόρου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ αργιλίου. Βλ. -ίδιο. [< γαλλ. phosphure, αγγλ. phosphide]
55980φωσφίνηφω-σφί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική χημική ένωση φωσφόρου και υδρογόνου (σύμβ. PH3), που έχει ανάλογη δομή με τις αμίνες· αποτελεί άχρωμο, εύφλεκτο και τοξικό αέριο με πολύ δυσάρεστη μυρωδιά. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. phosphine]
55981φωσφοκρεατίνηφω-σφο-κρε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. οργανική ένωση κρεατίνης και φωσφορικού οξέος (σύμβ. C4H10N3O5P), η οποία εντοπίζεται στους μυς και αποτελεί πηγή ενέργειας για τη μυϊκή συστολή· φωσφορική κρεατίνη. [< αγγλ. phosphocreatine, 1927]
55982φωσφολιπίδιαφω-σφο-λι-πί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. φωσφολιπίδιο}: ΒΙΟΧ. λιπίδια τα οποία περιέχουν μία φωσφορική ομάδα στο μόριό τους. Βλ. λεκιθίνη. [< αγγλ. phospholipids, 1925, γαλλ. phospholipides, 1928]
55983φωσφοριζέφω-σφο-ρι-ζέ επίθ. {άκλ.}: που έχει φωσφορική λάμψη: ~ αυτοκόλλητα/γιλέκα (= φωσφορούχα). Ρολόι με ~ δείκτες.|| ~ χρώματα (: κίτρινο, λαχανί, ροζ· ΣΥΝ. φλούο). [< γαλλ. phosphorisé]
55984φωσφορίζειφω-σφο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ., λόγ. μτχ. ενεστ. φωσφορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκπέμπει φως ως συνέπεια του φαινομένου του φωσφορισμού· γενικότ. λάμπει: Ψάρια που ~ουν. Οι πυγολαμπίδες ~ουν στο σκοτάδι. Βλ. φθορίζει.|| ~ουσα: μπογιά/οθόνη/πρωτεΐνη. ~ον: γιλέκο. ~οντες: δείκτες (ρολογιού). ~ουσες: λωρίδες/ουσίες/πινακίδες. ~οντα: αυτοκόλλητα/χρώματα. Πβ. φωσφοριζέ.|| Τα μάτια της μοιάζουν να ~ουν. [< γαλλ. phosphoriser, αγγλ. phosphorize]
55985φωσφορικός, ή, ό φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει φώσφορο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: σίδηρος/ψευδάργυρος. ~ή: αμμωνία/γλυκόζη/κρεατίνη (= φωσφοκρεατίνη)/ομάδα/ρίζα. ~ό: άλας/αργίλιο/ασβέστιο/κάλιο/νάτριο. ~οί: εστέρες. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα/ιόντα/λιπάσματα. Πβ. φωσφορούχος. Βλ. δι-, τρι~.|| ~ή: λάμψη. ● ΣΥΜΠΛ.: φωσφορικό οξύ: άχρωμο υγρό (σύμβ. H3PO4) που χρησιμοποιείται σε λιπάσματα, απορρυπαντικά, φαρμακευτικά προϊόντα καθώς και ως ρυθμιστής οξύτητας. [< γαλλ. phosphorique, αγγλ. phosphoric]
55986φωσφόρισμαφω-σφό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): η ενέργεια του φωσφορίζω.
55987φωσφορισμόςφω-σφο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων σωμάτων ή ουσιών, όταν απορροφούν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, να εκπέμπουν φως ακόμα και μετά την απομάκρυνση της φωτεινής πηγής, χωρίς αισθητή αύξηση της θερμοκρασίας τους. Βλ. βιο~, σελάγισμα, φθορισμός, φωταύγεια. 2. ΒΙΟΛ. το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ορισμένων ζωικών ή φυτικών οργανισμών να εκπέμπουν φως στο σκοτάδι. Βλ. -ισμός, πυγολαμπίδα. [< γαλλ. phosphorisme, αγγλ. phosphorism]
55988φωσφορίτηςφω-σφο-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα με υψηλή συγκέντρωση φωσφορικού ασβεστίου. Βλ. απατίτης, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. phosphorite]
55989φώσφοροςφώ-σφο-ρος ουσ. (αρσ.) {φωσφόρ-ου} & (λόγ.) φωσφόρος & (σπάν.) φώσφορο (το): ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. P) που εκπέμπει αμυδρή λάμψη, όταν εκτεθεί στο οξυγόνο, και απαντά σε ανόργανα φωσφορικά πετρώματα και στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών, αποτελώντας βασικό θρεπτικό συστατικό των ζώων και φυτών, με ποικίλες εμπορικές χρήσεις (λιπάσματα, εκρηκτικά, οδοντόκρεμες): ενεργός/ερυθρός/λευκός/μαύρος ~. Άλατα/ανόργανες και οργανικές ενώσεις ~ου. Ο κύκλος του ~ου. Βιολογική απομάκρυνση του ~ου από τα αστικά λύματα. Δέσμευση του ~ου στο έδαφος. Ο ~ αποτελεί δομικό στοιχείο των οστών.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Οθόνη ~ου. [< πβ. αρχ. φωσφόρος 'που φέρνει το φως', γαλλ. phosphore, αγγλ. phosphorus]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.