| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55963 | φωνολογία | φω-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΓΛΩΣΣ. κλάδος που έχει ως αντικείμενο έρευνας τα φωνήματα ενός γλωσσικού συστήματος: ιστορική/λεξική/συγκριτική ~. Πβ. φωνηματική, φωνημική. Βλ. -λογία, μορφο~, φωνητική. [< γερμ. Phonologie, γαλλ. phonologie, αγγλ. phonology] | |
| 55964 | φωνολογικός | , ή, ό φω-νο-λο-γι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που αναφέρεται στη φωνολογία: ~ή: ανάλυση/ανάπτυξη/δομή/επεξεργασία/μονάδα (βλ. φώνημα). ~ό: σύστημα. ~οί: κανόνες. ~ές: δεξιότητες/διαταραχές. Πβ. φωνηματ-, φωνημ-ικός. ● επίρρ.: φωνολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωνολογική επίγνωση & φωνολογική ενημερότητα: η ικανότητα του ατόμου να αναγνωρίζει και να χειρίζεται τα φωνήματα και να τα ταυτοποιεί με τα αντίστοιχα γραπτά σύμβολα, τα γραφήματα. [< γερμ. phonologisch, αγγλ. phonologic(al)] | |
| 55965 | φωνομετρία | φω-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μέτρηση της έντασης και άλλων ιδιοτήτων των ήχων. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. phonométrie, γερμ. Phonometrie, αγγλ. phonometry] | |
| 55966 | φωνόμετρο | φω-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή που μετρά την ένταση ή τη συχνότητα των ήχων. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. phonomètre, γερμ. Phonometer, αγγλ. phonometer] | |
| 55967 | φωνομοντάζ | φω-νο-μο-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μοντάζ φωνών που έχουν μαγνητοφωνηθεί: δυσφημιστικό/κατασκευασμένο ~. Βλ. φωτομοντάζ. [< γαλλ. phonomontage] | |
| 55968 | φωνόνιο | φω-νό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωνονί-ου}: ΦΥΣ. το κβάντο της ενέργειας που μπορεί να μεταφερθεί με μηχανικές ταλαντώσεις σε έναν κρύσταλλο. Βλ. φωτόνιο. [< αγγλ. phonon, 1932, γαλλ. ~, περ. 1965] | |
| 55970 | φώραση | φώ-ρα-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. βασική λειτουργία ραδιοηλεκτρικής λήψης, κατά την οποία γίνεται, άμεσα ή σταδιακά, διαχωρισμός ηλεκτρικού σήματος από το φέρον κύμα ή τη φέρουσα συχνότητα. [< αγγλ. detection, 1906, γαλλ. détection] | |
| 55971 | φωρατής | φω-ρα-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. ηλεκτρονική, μη γραμμική διάταξη με την οποία προκαλείται η φώραση του αρχικού διαμορφωμένου σήματος που συλλαμβάνει η κεραία του δέκτη: ~ εικόνας. Βλ. αποδιαμορφωτής. [< αγγλ. detector, γαλλ. détecteur] | |
| 55972 | φωριαμός | φω-ρι-α-μός ουσ. (αρσ.) & (εσφαλμ.) φοριαμός (επίσ.): μεταλλικό συνήθ. έπιπλο με πορτάκι, ράφια ή συρτάρια για την τοποθέτηση και φύλαξη αντικειμένων. Βλ. ερμάριο, κιβώτιο, ντουλάπα. [< αρχ. φωριαμός, γαλλ. armoire] | |
| 55973 | φως | [φῶς] ουσ. (ουδ.) {φωτ-ός | φώτ-α, -ων} 1. ΦΥΣ. ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία που εκπέμπεται από φυσική ή τεχνητή πηγή και διεγείρει την όραση· συνεκδ. η αντίστοιχη πηγή: αμυδρό/απαλό/άπλετο/αχνό/διάχυτο/δυνατό/εκτυφλωτικό/έντονο/ηλιακό/καθαρό/λαμπερό/ορατό/υπεριώδες ~. Ανάκλαση/ανάλυση/(ευθύγραμμη) διάδοση/διάθλαση/πόλωση/ταχύτητα του ~ός. Ακτίνα/δέσμη/κύματα/φάσμα ~ός. Το ~ των αστεριών/του Ήλιου/της Σελήνης. Εκπέμπω ~ (πβ. ακτινοβολώ, λάμπω, φωτίζω). Ξεκίνησαν το ταξίδι με το πρώτο ~ της ημέρας (: το χάραμα).|| Ηλεκτρικό ~. Το ~ της λάμπας/του φάρου. Τα ~α του δρόμου/της πόλης. Τα ~α (= τα φανάρια) της Τροχαίας (Κύπρος). Φωτογραφίζω κόντρα στο ~. Βλ. ημίφως, σκοτάδι.|| Διακόπτης ~ός. Ανάβω/κλείνω/σβήνω το ~. Ανοιχτά/πολύχρωμα/χαλασμένα/χαμηλωμένα ~α. (σε μηχανήματα:) ~α εργασίας. Βλ. γλόμπος, λάμπα, λαμπτήρας, λυχνία.|| (μτφ.) Τα ~α της ράμπας (: το θέατρο, η θεατρική ζωή). 2. (συνεκδ.) η αίσθηση της όρασης: Έχασε/ξαναβρήκε το ~ του. 3. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) η γνώση, η εμπειρία, κάποιου συνήθ. πάνω σε έναν τομέα: Έχω ένα πρόβλημα και χρειάζομαι τα ~α σας.|| Πόλη/χώρα που (μετ)έδωσε τα ~α του πολιτισμού στον κόσμο. 4. {κυρ. στον πληθ.} (μτφ.) το ενδιαφέρον των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης για κάποιον/κάτι: Όλα τα ~α είναι στραμμένα στον τελικό του Κυπέλλου. 5. οτιδήποτε διαφωτίζει τον άνθρωπο: το ~ της αγάπης/ειρήνης. Το αιώνιο ~ της αλήθειας.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) Το ~ του κόσμου (= ο Χριστός). Το ~ της Βασιλείας των Ουρανών/του Λόγου του Θεού. ● Υποκ.: φωτάκι (το): ΣΥΝ. λαμπάκι ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιο Φως: ΕΚΚΛΗΣ. το φως της Ανάστασης που λαμβάνεται από τον Πανάγιο Τάφο το μεσημέρι του Μ. Σαββάτου: το θαύμα/η τελετή αφής του ~ου ~ός., λευκό φως: ΦΥΣ. που περιέχει όλα τα μήκη κύματος του ορατού φάσματος με την ίδια περίπου ένταση όπως το ηλιακό φως., ο Αιώνας των Φώτων: η εποχή του Διαφωτισμού., πράσινο φως (μτφ.): άδεια, έγκριση: Δόθηκε το ~ ~ στο νέο νομοσχέδιο. Η κυβέρνηση άναψε/έδωσε ~ ~ για την έναρξη των συνομιλιών με τους ... Πήρε το ~ ~ για την ανέγερση εμπορικού κέντρου. [< αγγλ. green light, 1937] , φως ασφαλείας: φωτισμός που εξακολουθεί να λειτουργεί σε περίπτωση διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος: ηλιακό ~ ~., φώτα διασταύρωσης & μεσαία φώτα: μπροστινοί προβολείς οχήματος τους οποίους οι οδηγοί υποχρεούνται να ανάβουν μισή ώρα μετά τη δύση του Ηλίου., φώτα έκτακτης/επείγουσας ανάγκης & φώτα κινδύνου: αλάρμ., φώτα θέσης & μικρά φώτα & (σπάν.) φώτα στάσης: τα φώτα τoυ oχήματoς πoυ χρησιμoπoιoύνται για να διακρίνεται αυτό και τo πλάτoς τoυ: ~ ~ μπρoστά/πίσω., φώτα πορείας & μεγάλα φώτα & φανοί πορείας: μπροστινά φώτα οχήματος (ή σκάφους) για επαρκή φωτισμό σε απόσταση τουλάχιστον εκατό μέτρων. [< γερμ. Fernlicht] , άκτιστο(ν) φως βλ. άκτιστος, διασπορά του φωτός βλ. διασπορά, έτος φωτός βλ. έτος, ζωδιακό φως βλ. ζωδιακός, η πόλη του φωτός βλ. πόλη, ήχος και φως βλ. ήχος, παλμικό φως βλ. παλμικός, φως ιλαρόν βλ. ιλαρός ● ΦΡ.: είδε το (πρώτο) φως της ζωής/της (η)μέρας/του ήλιου (μτφ.): (για πρόσ.) γεννήθηκε ή (για πράγμα) κυκλοφόρησε ή ανακαλύφθηκε: ~ ~ πριν από σαράντα χρόνια.|| Το δεύτερο βιβλίο του μόλις ~ ~.|| Ένα σημαντικό εύρημα ~ ~ κατά τις ανασκαφές., μου άλλαξε τα φώτα & τα πετρέλαια/τα πέταλα (προφ.): κάποιος ή κάτι με ταλαιπώρησε πολύ: Οι παίκτες ~ξαν ~ στην αντίπαλη ομάδα. Οι αυξήσεις των τιμών μάς ~ξαν ~. ΣΥΝ. μου άλλαξε/μου έβγαλε τον αδόξαστο/την πίστη/την Παναγία, ποιος στραβός/τυφλός δεν θέλει το φως του; (εμφατ.): ως έκφραση που δηλώνει ότι όλοι θα ήθελαν να τους συμβεί κάτι πολύ καλό ή να λυθεί κάποιο πρόβλημά τους., ρίχνω φως 1. φωτίζω: Ρίξε μου λίγο ~ με τον φακό. 2. (μτφ.) ξεκαθαρίζω, διαλευκαίνω: Η έρευνα ~ξε ~ στο ζήτημα/στην υπόθεση. Πβ. ξεδιαλύνω., στο φως: για κάτι που αποκαλύπτεται, δημοσιοποιείται: Η έρευνα έφερε ~ ~ νέα στοιχεία για την υπόθεση. Η αλήθεια πρέπει να βγει ~ ~.|| Όλα ~ ~! Βγήκαν/ήρθαν ~ ~ (: στην επιφάνεια) απόρρητα έγγραφα., υπό το φως (λόγ.) & κάτω από το φως 1. (μτφ.) από την οπτική γωνία, από τη σκοπιά: Το δικαστήριο θα επανεξετάσει την απόφαση ~ ~ των νέων αποκαλύψεων/στοιχείων. Οι σχέσεις των δύο χωρών θα πρέπει να εξεταστούν ~ ~ των πρόσφατων εξελίξεων. 2. με το φως: Δείπνο ~ ~ των κεριών/του φεγγαριού. [< γαλλ. à la lumière] , φως μου!: προσφώνηση προσφιλούς, οικείου προσώπου: Σ' αγαπώ ~ ~!, (είναι) φως φανάρι! βλ. φανάρι, βλέπει το φως/έρχεται στο φως της δημοσιότητας βλ. δημοσιότητα, γενηθήτω φως (και εγένετο φως) βλ. γενηθήτω, φως στο τούνελ βλ. τούνελ [< αρχ. φῶς, γαλλ. lumière, αγγλ. light] | |
| 55974 | φωσγένιο | φω-σγέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωσγενίου}: ΧΗΜ. άχρωμο τοξικό αέριο (σύμβ. COCl2) με δυσάρεστη οσμή, που παλαιότερα αποτελούσε χημικό όπλο και σήμερα χρησιμοποιείται κυρ. για την παρασκευή πολυμερών, βαφών και φυτοφαρμάκων: Το ~ είναι ισχυρό ασφυξιογόνο. [< γαλλ. phosgène, αγγλ. phosgene] | |
| 55975 | φωστήρας | φω-στή-ρας ουσ. (αρσ.) 1. αυτός που έχει σημαντικές γνώσεις σε έναν τομέα, που είναι ιδιαίτερα καταρτισμένος: Είναι ~ στη φυσική. Βλ. παντογνώστης, πολυμαθής.|| Οι ~ες της Εκκλησίας (: πνευματικοί καθοδηγητές, σοφοί). Πβ. φωτιστής, φωτοδότης.|| (ειρων.) Οι ~ες της εταιρείας κατάφεραν να την οδηγήσουν στη χρεοκοπία. Πβ. ξερόλας. Βλ. -τήρας. 2. πολύ έξυπνος: Δεν χρειάζεται να είσαι ~, για να καταλάβεις τι λάθος έχει γίνει. Πβ. τετραπέρατος. Βλ. εξυπνάκιας. [< μτγν. φωστήρ 'άστρο', γαλλ. luminaire] | |
| 55976 | φωσφατάση | φω-σφα-τά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. κάθε ένζυμο που δρα ως καταλύτης στην υδρόλυση ή σύνθεση εστέρων του φωσφορικού οξέος: όξινη ~. Δοκιμασία ~ης. Πβ. κινάση. ● ΣΥΜΠΛ.: αλκαλική φωσφατάση βλ. αλκαλικός [< αγγλ. phosphatase, 1912, γαλλ. phosphatase, πριν από το 1949] | |
| 55977 | φωσφατιδικός | , ή, ό φω-σφα-τι-δι-κός επίθ.: ΒΙΟΧ. που περιέχει φωσφατάση ή σχετίζεται με αυτή: ~ή: σερίνη/χολίνη. ~ό: οξύ. | |
| 55978 | φωσφάτωση | φω-σφά-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. ειδική τεχνική επίστρωσης μιας μεταλλικής επιφάνειας με φωσφορικό άλας, κυρ. για προστασία από τη σκουριά. | |
| 55979 | φωσφίδιο | φω-σφί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ. ένωση φωσφόρου με μέταλλο ή οργανική ρίζα: ~ αργιλίου. Βλ. -ίδιο. [< γαλλ. phosphure, αγγλ. phosphide] | |
| 55980 | φωσφίνη | φω-σφί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. οργανική χημική ένωση φωσφόρου και υδρογόνου (σύμβ. PH3), που έχει ανάλογη δομή με τις αμίνες· αποτελεί άχρωμο, εύφλεκτο και τοξικό αέριο με πολύ δυσάρεστη μυρωδιά. Βλ. -ίνη. [< γαλλ.-αγγλ. phosphine] | |
| 55981 | φωσφοκρεατίνη | φω-σφο-κρε-α-τί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. οργανική ένωση κρεατίνης και φωσφορικού οξέος (σύμβ. C4H10N3O5P), η οποία εντοπίζεται στους μυς και αποτελεί πηγή ενέργειας για τη μυϊκή συστολή· φωσφορική κρεατίνη. [< αγγλ. phosphocreatine, 1927] | |
| 55982 | φωσφολιπίδια | φω-σφο-λι-πί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. φωσφολιπίδιο}: ΒΙΟΧ. λιπίδια τα οποία περιέχουν μία φωσφορική ομάδα στο μόριό τους. Βλ. λεκιθίνη. [< αγγλ. phospholipids, 1925, γαλλ. phospholipides, 1928] | |
| 55983 | φωσφοριζέ | φω-σφο-ρι-ζέ επίθ. {άκλ.}: που έχει φωσφορική λάμψη: ~ αυτοκόλλητα/γιλέκα (= φωσφορούχα). Ρολόι με ~ δείκτες.|| ~ χρώματα (: κίτρινο, λαχανί, ροζ· ΣΥΝ. φλούο). [< γαλλ. phosphorisé] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ