| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 55990 | φωσφορούχος | , ος/α, ο [φωσφοροῦχος] φω-σφο-ρού-χος επίθ. 1. ΧΗΜ. που έχει ως συστατικό τον φώσφορο: ~ος: ψευδάργυρος. ~ο: ασβέστιο/λίπασμα/μαγνήσιο. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Πβ. φωσφορικός. Βλ. -ούχος2. 2. που εκπέμπει φως, όταν εκτίθεται σε ακτινοβολία, που φωσφορίζει: ~ος: μαρκαδόρος (= φωσφοριζέ). ~ο: γιλέκο/καντράν ρολογιού. ~ες: πινακίδες. [< γαλλ. phosphoré] | |
| 55991 | φωσφορυλίωση | φω-σφο-ρυ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. προσθήκη φωσφόρου (φωσφορικής ομάδας) σε πρωτεΐνη ή άλλη οργανική ένωση ή μόριο μέσω ενζύμων, συνήθ. με μετακίνηση φωσφορικής ομάδας από νουκλεοτίδιο: πρωτεϊνική (βλ. κινάση)/ταχεία ~. ~ γλυκόζης. ● ΣΥΜΠΛ.: οξειδωτική φωσφορυλίωση: σύνθεση μορίων ATP μέσω της ενέργειας που προέρχεται από τη μεταφορά ηλεκτρονίων στην αναπνευστική αλυσίδα των μιτοχονδρίων. [< αγγλ. oxidative phosphorylation, 1945] [< αγγλ. phosphorylation, 1925, γαλλ. ~, 1938] | |
| 55992 | Φώτα | [Φῶτα] Φώ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {Φώτ-ων}: ΕΚΚΛΗΣ. η χριστιανική εορτή της βάπτισης του Ιησού Χριστού (στις 6 Ιανουαρίου): τα έθιμα/τα κάλαντα των ~ων. Ανήμερα/παραμονή των ~ων. Βλ. αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων. ΣΥΝ. Επιφάνια, Θεοφάνεια [< μεσν. Φώτα] | |
| 55993 | φώτα | βλ. φως | |
| 55994 | φωταγώγηση | φω-τα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φωταγωγία: δυνατός και άπλετος φωτισμός για ειδικές συνήθ. περιστάσεις: ~ του δρόμου/της πόλης/του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ δημόσιων κτιρίων. Εκδήλωση/τελετή ~ης. Πβ. φωταψία, φωτοχυσία. [< μτγν. φωταγωγία ‘υπερφυσική φώτιση’] | |
| 55995 | φωταγωγικός | , ή, ό φω-τα-γω-γι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στη φωταγώγηση. ● Ουσ.: φωταγωγικό (το): ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα οκτώ τροπάρια της ακολουθίας του Όρθρου, τα οποία αντιστοιχούν στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής και αναγιγνώσκονται κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Βλ. εξαποστειλάριο. [< μτγν. φωταγωγικός 'φωτιστικός, φωτοβόλος'] | |
| 55996 | φωταγωγός | φω-τα-γω-γός ουσ. (αρσ.): κενός χώρος στο εσωτερικό κτιρίου ή μεταξύ κτιρίων, που διαπερνά κάθετα όλους τους ορόφους και εξασφαλίζει τη διέλευση φωτός ή και τον φυσικό αερισμό των εσωτερικών δωματίων: παράθυρο στον ~ό. Το μπάνιο βλέπει στον ~ό. Βλ. -αγωγός, ακάλυπτος (χώρος). [< μτγν. φωταγωγὸς, ἡ (ενν. θυρὶς), ‘παράθυρο’] | |
| 55997 | φωταγωγός | , ός, ό φω-τα-γω-γός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που διοχετεύει φως: ~ός: οπή. [< μτγν. φωταγωγός ‘αυτός που φωτίζει’] | |
| 55998 | φωταγωγώ | [φωταγωγῶ] φω-τα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | φωταγώγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: φωτίζω με πολύ και έντονο φως, παρέχω άφθονο φωτισμό: Τα βεγγαλικά ~ησαν τον ουρανό (πβ. καταυγάζει). Πολλά μνημεία ~ούνται τη νύχτα. ~ήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. ~ημένη: πόλη. ~ημένοι: δρόμοι. ~ημένα: κτίρια. Πβ. ηλεκτροφωτίζω. ΑΝΤ. συσκοτίζω (2) [< μτγν. φωταγωγῶ 'οδηγώ με το φως', γαλλ. illuminer] | |
| 55999 | φωταδισμός | φω-τα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (ειρων.): προοδευτισμός. Βλ. -ισμός, σκοταδισμός. | |
| 56000 | φωταδιστής | φω-τα-δι-στής ουσ. (αρσ.) (συνήθ. ειρων.): άτομο με προοδευτικές αντιλήψεις. Βλ. διαφωτ-, σκοταδ-ιστής. | |
| 56001 | φωταέριο | φω-τα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φωταερί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο τοξικό αέριο, μείγμα μεθανίου, υδρογόνου και μονοξειδίου του άνθρακα, που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων και χρησιμοποιείται κυρ. για φωτισμό και θέρμανση: διαρροή/δίκτυο/εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/λάμπα ~ου. Βλ. υδραέριο. ΣΥΝ. γκάζι (1) [< γαλλ. gaz d΄ éclairage] | |
| 56002 | φωταύγεια | φω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΦΥΣ. εκπομπή φωτεινής ακτινοβολίας η οποία δεν προέρχεται από θερμική ενέργεια: τεχνικές ~ας. Χρονολόγηση κεραμικών με οπτική ~ (: ακτινοβόληση του δείγματος με μονοχρωματική ακτινοβολία· βλ. γεω-, ραδιο-χρονολόγηση). Βλ. φθορ-, φωσφορ-ισμός, χημειο~. 2. έντονο φως: Η ~ της πόλης ήταν ορατή από μεγάλη απόσταση. Πβ. φωταψία, φωτοχυσία. [< 1: αγγλ. luminescence 2: μτγν. φωταύγεια] | |
| 56003 | φωταυγής | , ής, ές φω-ταυ-γής επίθ. (αρχαιοπρ.): λαμπερός, φωτεινός. [< μτγν. φωταυγής] | |
| 56004 | φωταψία | φω-τα-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πλούσιος, έντονος φωτισμός: ~ του ναού/του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Η γιορτή θα κορυφωθεί με ~ες. Πβ. φωταγώγηση, φωτοχυσία. 2. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} λάμψεις ή στίγματα που εμφανίζονται στο οπτικό πεδίο και οφείλονται στην αποκόλληση του υαλοειδούς. [< μεσν. φωταψία, γαλλ. illumination] | |
| 56005 | φωτάω | βλ. φωτίζω | |
| 56006 | φωτεινός | , ή, ό φω-τει-νός επίθ. 1. που διαχέει, εκπέμπει φυσικό ή τεχνητό φως: ~ός: ήλιος. ~ή: ακτινοβολία/δέσμη/ενέργεια/κηλίδα/πηγή. ~ό: αστέρι/σώμα. ~ές: ακτίνες. ~ά: νεφελώματα/φαινόμενα.|| ~ός: πίνακας (ανακοινώσεων)/σηματοδότης (= φανάρι)/φάρος. ~ή: οθόνη/ροή (των λαμπτήρων). ~ό: αντικείμενο/ερέθισμα. ~ές: διαφημίσεις/ενδείξεις/επιγραφές/πινακίδες. ~ά: εφέ/(ΦΥΣ.) κύματα/σήματα. Ρολόι με ~ούς δείκτες (πβ. φωσφοριζέ). Πβ. φωτοβόλος. 2. που έχει ή δέχεται άπλετο φως: ~ός: δρόμος/ουρανός/χώρος. ~ή: νύχτα. ~ό: διαμέρισμα (= ευήλιο)/δωμάτιο/περιβάλλον. Τοποθετήστε τις γλάστρες σε ~ό μέρος. Πβ. κατά-, ολό-φωτος. ΑΝΤ. ζοφερός.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ός: φακός (: που επιτρέπει τη διέλευση μεγάλης ποσότητας φωτός) ΑΝΤ. σκοτεινός (1) 3. (μτφ.) εξαιρετικός, ξεχωριστός: ~ός: νους. ~ή: διάνοια/παρουσία/προσωπικότητα. ~ό: έργο/μυαλό/πνεύμα. ~ές: μορφές (της ιστορίας/χώρας).|| ~ή: διδασκαλία (πβ. εμπνευσμένος). ~ές: ιδέες. Το ~ό μέλλον/παρελθόν ενός τόπου. Πβ. εξαίρετος. 4. (μτφ.) λαμπερός, ζωηρός: ~ό: δέρμα/πρόσωπο. Έχει μεγάλα ~ά μάτια. Μας υποδέχτηκε με ένα ~ό χαμόγελο (πβ. πρόσχαρο).|| ~ή: φωτογραφία. ~ές: αποχρώσεις. ~ά: πλάνα/χρώματα (πβ. ανοιχτά, χαρούμενα· ΑΝΤ. μουντά, σκοτεινά). Διακόσμηση/μακιγιάζ σε ~ούς τόνους. Πβ. λαμπρός. ● επίρρ.: φωτεινά ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινή ενέργεια: ΦΥΣ. που μεταδίδεται με τη μορφή ορατής ακτινοβολίας και αποτελεί μέρος της ηλιακής ενέργειας. [< αγγλ. luminous energy, 1898] , φωτεινό παράδειγμα: για κάποιον ή κάτι που αποτελεί πρότυπο και παράδειγμα προς μίμηση: Αποτελεί/είναι ~ ~ ήθους. Με τη ζωή/στάση τους έγιναν ~ά ~ατα για τους νέους., φωτεινός παντογνώστης (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο με πάρα πολλές γνώσεις., φωτεινή εξαίρεση βλ. εξαίρεση, φωτεινή ροή βλ. ροή, φωτεινό διάλειμμα βλ. διάλειμμα, φωτεινό μετέωρο βλ. μετέωρο [< αρχ. φωτεινός] | |
| 56008 | φωτερός | , ή, ό φω-τε-ρός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): φωτεινός. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. φωτοβόλος ΑΝΤ. σκοτεινός (1) | |
| 56009 | φωτιά | φω-τιά ουσ. (θηλ.) 1. έκλυση θερμότητας και φωτός, η οποία είναι αποτέλεσμα της καύσης εύφλεκτων υλικών: η ανακάλυψη/ιστορία της ~ιάς. Το κόκκινο της ~ιάς. Οι τέχνες της ~ιάς (π.χ. κεραμική, μεταλλουργία). Το πήδημα (: έθιμο την παραμονή του γενέθλιου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου)/ο χορός της ~ιάς. Ξύλα για ~. Ανάβω/διατηρώ/σβήνω τη ~. Κάθομαι κοντά στη ~. Ο αέρας δυναμώνει τη ~. Πβ. πυρά.|| Μήπως έχετε ~/μου δίνετε τη ~ σας (: αναπτήρα ή σπίρτα); 2. πηγή θερμότητας κατάλληλη για μαγείρεμα φαγητού: Βράζω/τηγανίζω/ψήνω κάτι σε δυνατή/μεσαία/μέτρια/σιγανή ~. Βγάζω/κατεβάζω την κατσαρόλα από τη ~. Σβήνω/χαμηλώνω τη ~. Ανακατέψτε τη σάλτσα σε χαμηλή ~ μέχρι να πήξει. Πβ. εστία, μάτι. 3. (συνεκδ.) φλόγα: η ~ του αναπτήρα. Γλώσσες ~ιάς τύλιξαν το κτίριο (πβ. πύρινη γλώσσα). 4. (προφ.) πυρκαγιά: καταστροφική/μεγάλη/μικρή ~. Ανίχνευση (= πυρανίχνευση)/εστίες/κίνδυνος/πρόκληση/συναγερμός ~ιάς. Υλικά ανθεκτικά στη ~ (πβ. αλεξίπυρα, πυρίμαχα). Αντιμετώπιση/εξάπλωση/καταπολέμηση/κατάσβεση της ~ιάς. Η ~ είναι εκτός ελέγχου/τέθηκε υπό έλεγχο. Σε βραχυκύκλωμα/εμπρησμό οφείλεται η ~ που ξέσπασε ... Η Πυροσβεστική έσβησε αμέσως τη ~. Μαίνεται η ~ στη ... Πβ. εμπρησμός, πυρ.|| (ως κραυγή βοήθειας ή προειδοποίησης σε περίπτωση πυρκαγιάς:) ~! 5. (μτφ.) ένταση και συνεκδ. ό,τι την προκαλεί: πολιτικές ~ιές.|| Η ~ της επανάστασης/μάχης. Πβ. αναβρασμός.|| Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα. Πβ. πάθος.|| (για πρόσ.) Αυτή η κοπέλα είναι σκέτη ~ (: ακαταμάχητη).|| (ως παραθετικό σύνθ.) Αυξήσεις-~ (= υπερβολικά μεγάλες). Απόφαση/έγγραφο/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. καταπέλτης). Νέα στοιχεία-~ για την υπόθεση (πβ. συνταρακτικός). Ματς-~ (: πολύ κρίσιμο). Γυναίκα-~ (= εκρηκτική, εντυπωσιακή). ● Υποκ.: φωτίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο ● ΦΡ.: ανάβει φωτιά/φωτιές (μτφ.) 1. προκαλεί εντάσεις, ταράζει: ~ει ~ στα νοικοκυριά η αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Η δήλωση του βουλευτή ~ψε ~ στους κόλπους της παράταξης. 2. αναστατώνει, προκαλεί ερωτική διέγερση: ~ψε ~ με τη σέξι εμφάνισή της., βάζω το χέρι μου στη φωτιά (μτφ.): είμαι εντελώς σίγουρος για κάποιον ή κάτι: ~ ~ γι' αυτούς τους ανθρώπους (: μπορώ να εγγυηθώ γι' αυτούς).|| (συνήθ. με άρνηση:) Δεν ~ ~, αλλά είναι πολύ πιθανό αυτό που λέω. Δεν βάζω και ~ ότι λέει την αλήθεια. Πβ. κόβω το κεφάλι μου. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο (1), παίρνω όρκο [< γαλλ. mettre la main au feu] , βάζω φωτιά/φωτιές 1. καίω, πυρπολώ: ~ φωτιά σε δάσος/σπίτι. ~ φωτιά με σπίρτα. Άγνωστοι έβαλαν φωτιά σε σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ταραχή, διαμάχη: Με τις προκλητικές δηλώσεις του έβαλε ~ιές. Πβ. δυναμιτίζω., πετάω φωτιές/φωτιά (μτφ.): είμαι εξαιρετικός σε κάτι: Η ομάδα/ο παίκτης ~ει ~., πήρε φωτιά ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για κάποιον που πρέπει να ασχοληθεί με επείγοντα θέματα ή που είναι βιαστικός., πιάνω/παίρνω φωτιά 1. {στο γ' πρόσ.} καίγομαι, φλέγομαι: Το αεροσκάφος έπιασε ~ κατά την προσγείωση. Το δάσος πήρε ~. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί ένταση: Πήρε ~ το πρωτάθλημα. Πήραν ~ τα τηλέφωνα (: έγιναν πάρα πολλά τηλεφωνήματα). 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί μεγάλη αύξηση συνήθ. της τιμής: Τα ακίνητα/επιτόκια παίρνουν ~. 4. (μτφ.) εκνευρίζομαι, θυμώνω: Παίρνεις εύκολα ~ και δεν ακούς τι σου λέω. Καλά ντε, μην ~εις αμέσως ~!, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει (παροιμ.): με τη σκληρή τιμωρία συμμορφώνεται κανείς., φωτιά στη φωτιά (μτφ.): βίαιη συνήθ. αντίδραση που απαντά σε παρόμοια δράση., άρπαξε φωτιά βλ. αρπάζω, βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά βλ. κάστανο, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, παίζω με τη φωτιά βλ. παίζω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πέφτω (και) στη φωτιά βλ. πέφτω, ρίχνω λάδι στη φωτιά βλ. λάδι, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά και λάβρα βλ. λάβρα, φωτιά και τσεκούρι βλ. τσεκούρι, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, φωτιά στα κόκκινα! βλ. κόκκινος, φωτιά στα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι [< μεσν. φωτία < αρχ. φῶς, φωτός, γαλλ. feu] | |
| 56010 | φωτίζω | φω-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φώτι-σα, φωτί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος (λόγ.) πεφωτισμένος, φωτίζ-οντας, -όμενος} & (λαϊκό) φωτάω 1. εκπέμπω, ρίχνω φυσικό ή τεχνητό φως: Ο Ήλιος ~ει τη Γη. Μια αστραπή ~σε τη νύχτα. ~σα το δωμάτιο με τον φακό. Τα πυροτεχνήματα ~σαν τον ουρανό. Μικροί προβολείς ~ουν τα εκθέματα του μουσείου. Ο χώρος ~εται (αν)επαρκώς/αρκετά. ~όμενο: πληκτρολόγιο. ~όμενα: ράφια. ~σμένα: κτίρια. Πβ. καταυγάζει, φωταγωγώ. ΑΝΤ. συσκοτίζω (2) 2. (μτφ.) κάνω κάτι να λάμπει, να φαίνεται πιο φωτεινό: Το πρόσωπό της ~εται, όταν μιλάει για τα παιδιά της. Όταν χαμογελά, ~εται ολόκληρος (ΑΝΤ. σκοτεινιάζει). Πβ. φέγγω.|| (στο μακιγιάζ:) Αποχρώσεις που ~ουν (= λαμπρύνουν) το δέρμα/τα μάτια/τα μήλα του προσώπου. 3. (μτφ.) διαλευκαίνω, ξεδιαλύνω· διαφωτίζω: Πρέπει να ~στεί η αλήθεια. Τα νέα στοιχεία ~σαν την υπόθεση (πβ. ρίχνω φως). Το βιβλίο ~ει άγνωστες πτυχές της ιστορίας (πβ. αποκαλύπτω). ΑΝΤ. συσκοτίζω.|| Αν ξέρει κάποιος τι πρέπει να κάνω, ας με ~σει (πβ. ενημερώνω). Ελπίζω να σε ~σα έστω και λίγο (: να σου εξήγησα, να κατάλαβες). Το όραμά του ~ει τον δρόμο των διαδόχων του.|| (για πνευματική καθοδήγηση:) Ο Θεός με ~σε και δεν δέχτηκα τη δουλειά. Ας κάνει ό,τι τον ~σει ο Θεός! ● φωτίζει: ξημερώνει: Γυρίσαμε σπίτι όταν άρχισε να ~ (= χαράζει). ΣΥΝ. ροδίζει, φέγγει (2) ● ΦΡ.: με/μας φώτισες! (ειρων.): για την περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες που δίνει κάποιος δεν βοηθούν καθόλου στην κατανόηση ενός ζητήματος ή είναι ήδη γνωστές: Τώρα, μας ~! ● βλ. φωτισμένος [< αρχ. φωτίζω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ