Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56460-56480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
55984φωσφορίζειφω-σφο-ρί-ζει ρ. (αμτβ.) {εύχρ. κυρ. στον ενεστ. κ. παρατ., λόγ. μτχ. ενεστ. φωσφορίζ-ων, -ουσα, -ον}: εκπέμπει φως ως συνέπεια του φαινομένου του φωσφορισμού· γενικότ. λάμπει: Ψάρια που ~ουν. Οι πυγολαμπίδες ~ουν στο σκοτάδι. Βλ. φθορίζει.|| ~ουσα: μπογιά/οθόνη/πρωτεΐνη. ~ον: γιλέκο. ~οντες: δείκτες (ρολογιού). ~ουσες: λωρίδες/ουσίες/πινακίδες. ~οντα: αυτοκόλλητα/χρώματα. Πβ. φωσφοριζέ.|| Τα μάτια της μοιάζουν να ~ουν. [< γαλλ. phosphoriser, αγγλ. phosphorize]
55985φωσφορικός, ή, ό φω-σφο-ρι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που περιέχει φώσφορο ή σχετίζεται με αυτόν: ~ός: σίδηρος/ψευδάργυρος. ~ή: αμμωνία/γλυκόζη/κρεατίνη (= φωσφοκρεατίνη)/ομάδα/ρίζα. ~ό: άλας/αργίλιο/ασβέστιο/κάλιο/νάτριο. ~οί: εστέρες. ~ές: ενώσεις. ~ά: άλατα/ιόντα/λιπάσματα. Πβ. φωσφορούχος. Βλ. δι-, τρι~.|| ~ή: λάμψη. ● ΣΥΜΠΛ.: φωσφορικό οξύ: άχρωμο υγρό (σύμβ. H3PO4) που χρησιμοποιείται σε λιπάσματα, απορρυπαντικά, φαρμακευτικά προϊόντα καθώς και ως ρυθμιστής οξύτητας. [< γαλλ. phosphorique, αγγλ. phosphoric]
55986φωσφόρισμαφω-σφό-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (σπάν.): η ενέργεια του φωσφορίζω.
55987φωσφορισμόςφω-σφο-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΦΥΣ. η ιδιότητα ορισμένων σωμάτων ή ουσιών, όταν απορροφούν ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, να εκπέμπουν φως ακόμα και μετά την απομάκρυνση της φωτεινής πηγής, χωρίς αισθητή αύξηση της θερμοκρασίας τους. Βλ. βιο~, σελάγισμα, φθορισμός, φωταύγεια. 2. ΒΙΟΛ. το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό ορισμένων ζωικών ή φυτικών οργανισμών να εκπέμπουν φως στο σκοτάδι. Βλ. -ισμός, πυγολαμπίδα. [< γαλλ. phosphorisme, αγγλ. phosphorism]
55988φωσφορίτηςφω-σφο-ρί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα με υψηλή συγκέντρωση φωσφορικού ασβεστίου. Βλ. απατίτης, -ίτης2. [< αγγλ.-γαλλ. phosphorite]
55989φώσφοροςφώ-σφο-ρος ουσ. (αρσ.) {φωσφόρ-ου} & (λόγ.) φωσφόρος & (σπάν.) φώσφορο (το): ΧΗΜ. αμέταλλο στοιχείο (σύμβ. P) που εκπέμπει αμυδρή λάμψη, όταν εκτεθεί στο οξυγόνο, και απαντά σε ανόργανα φωσφορικά πετρώματα και στα κύτταρα των ζωντανών οργανισμών, αποτελώντας βασικό θρεπτικό συστατικό των ζώων και φυτών, με ποικίλες εμπορικές χρήσεις (λιπάσματα, εκρηκτικά, οδοντόκρεμες): ενεργός/ερυθρός/λευκός/μαύρος ~. Άλατα/ανόργανες και οργανικές ενώσεις ~ου. Ο κύκλος του ~ου. Βιολογική απομάκρυνση του ~ου από τα αστικά λύματα. Δέσμευση του ~ου στο έδαφος. Ο ~ αποτελεί δομικό στοιχείο των οστών.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Οθόνη ~ου. [< πβ. αρχ. φωσφόρος 'που φέρνει το φως', γαλλ. phosphore, αγγλ. phosphorus]
55990φωσφορούχος, ος/α, ο [φωσφοροῦχος] φω-σφο-ρού-χος επίθ. 1. ΧΗΜ. που έχει ως συστατικό τον φώσφορο: ~ος: ψευδάργυρος. ~ο: ασβέστιο/λίπασμα/μαγνήσιο. ~ες: ενώσεις. ~α: άλατα. Πβ. φωσφορικός. Βλ. -ούχος2. 2. που εκπέμπει φως, όταν εκτίθεται σε ακτινοβολία, που φωσφορίζει: ~ος: μαρκαδόρος (= φωσφοριζέ). ~ο: γιλέκο/καντράν ρολογιού. ~ες: πινακίδες. [< γαλλ. phosphoré]
55991φωσφορυλίωσηφω-σφο-ρυ-λί-ω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. προσθήκη φωσφόρου (φωσφορικής ομάδας) σε πρωτεΐνη ή άλλη οργανική ένωση ή μόριο μέσω ενζύμων, συνήθ. με μετακίνηση φωσφορικής ομάδας από νουκλεοτίδιο: πρωτεϊνική (βλ. κινάση)/ταχεία ~. ~ γλυκόζης. ● ΣΥΜΠΛ.: οξειδωτική φωσφορυλίωση: σύνθεση μορίων ATP μέσω της ενέργειας που προέρχεται από τη μεταφορά ηλεκτρονίων στην αναπνευστική αλυσίδα των μιτοχονδρίων. [< αγγλ. oxidative phosphorylation, 1945] [< αγγλ. phosphorylation, 1925, γαλλ. ~, 1938]
55992Φώτα[Φῶτα] Φώ-τα ουσ. (ουδ.) (τα) {Φώτ-ων}: ΕΚΚΛΗΣ. η χριστιανική εορτή της βάπτισης του Ιησού Χριστού (στις 6 Ιανουαρίου): τα έθιμα/τα κάλαντα των ~ων. Ανήμερα/παραμονή των ~ων. Βλ. αγιασμός/καθαγιασμός των υδάτων. ΣΥΝ. Επιφάνια, Θεοφάνεια [< μεσν. Φώτα]
55993φώταβλ. φως
55994φωταγώγησηφω-τα-γώ-γη-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φωταγωγία: δυνατός και άπλετος φωτισμός για ειδικές συνήθ. περιστάσεις: ~ του δρόμου/της πόλης/του χριστουγεννιάτικου δέντρου. ~ δημόσιων κτιρίων. Εκδήλωση/τελετή ~ης. Πβ. φωταψία, φωτοχυσία. [< μτγν. φωταγωγία ‘υπερφυσική φώτιση’]
55995φωταγωγικός, ή, ό φω-τα-γω-γι-κός επίθ. (σπάν.): που αναφέρεται στη φωταγώγηση. ● Ουσ.: φωταγωγικό (το): ΕΚΚΛΗΣ. καθένα από τα οκτώ τροπάρια της ακολουθίας του Όρθρου, τα οποία αντιστοιχούν στους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής και αναγιγνώσκονται κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής. Βλ. εξαποστειλάριο. [< μτγν. φωταγωγικός 'φωτιστικός, φωτοβόλος']
55996φωταγωγόςφω-τα-γω-γός ουσ. (αρσ.): κενός χώρος στο εσωτερικό κτιρίου ή μεταξύ κτιρίων, που διαπερνά κάθετα όλους τους ορόφους και εξασφαλίζει τη διέλευση φωτός ή και τον φυσικό αερισμό των εσωτερικών δωματίων: παράθυρο στον ~ό. Το μπάνιο βλέπει στον ~ό. Βλ. -αγωγός, ακάλυπτος (χώρος). [< μτγν. φωταγωγὸς, ἡ (ενν. θυρὶς), ‘παράθυρο’]
55997φωταγωγός, ός, ό φω-τα-γω-γός επίθ. (σπάν.-λόγ.): που διοχετεύει φως: ~ός: οπή. [< μτγν. φωταγωγός ‘αυτός που φωτίζει’]
55998φωταγωγώ[φωταγωγῶ] φω-τα-γω-γώ ρ. (μτβ.) {-εί ..., -ώντας | φωταγώγ-ησε, -είται, -ήθηκε, -ημένος}: φωτίζω με πολύ και έντονο φως, παρέχω άφθονο φωτισμό: Τα βεγγαλικά ~ησαν τον ουρανό (πβ. καταυγάζει). Πολλά μνημεία ~ούνται τη νύχτα. ~ήθηκε το χριστουγεννιάτικο δέντρο. ~ημένη: πόλη. ~ημένοι: δρόμοι. ~ημένα: κτίρια. Πβ. ηλεκτροφωτίζω. ΑΝΤ. συσκοτίζω (2) [< μτγν. φωταγωγῶ 'οδηγώ με το φως', γαλλ. illuminer]
55999φωταδισμόςφω-τα-δι-σμός ουσ. (αρσ.) (ειρων.): προοδευτισμός. Βλ. -ισμός, σκοταδισμός.
56000φωταδιστήςφω-τα-δι-στής ουσ. (αρσ.) (συνήθ. ειρων.): άτομο με προοδευτικές αντιλήψεις. Βλ. διαφωτ-, σκοταδ-ιστής.
56001φωταέριοφω-τα-έ-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {φωταερί-ου}: ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. καύσιμο τοξικό αέριο, μείγμα μεθανίου, υδρογόνου και μονοξειδίου του άνθρακα, που προέρχεται από την ξηρή απόσταξη λιθανθράκων και χρησιμοποιείται κυρ. για φωτισμό και θέρμανση: διαρροή/δίκτυο/εγκαταστάσεις/εργοστάσιο/λάμπα ~ου. Βλ. υδραέριο. ΣΥΝ. γκάζι (1) [< γαλλ. gaz d΄ éclairage]
56002φωταύγειαφω-ταύ-γει-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. ΦΥΣ. εκπομπή φωτεινής ακτινοβολίας η οποία δεν προέρχεται από θερμική ενέργεια: τεχνικές ~ας. Χρονολόγηση κεραμικών με οπτική ~ (: ακτινοβόληση του δείγματος με μονοχρωματική ακτινοβολία· βλ. γεω-, ραδιο-χρονολόγηση). Βλ. φθορ-, φωσφορ-ισμός, χημειο~. 2. έντονο φως: Η ~ της πόλης ήταν ορατή από μεγάλη απόσταση. Πβ. φωταψία, φωτοχυσία. [< 1: αγγλ. luminescence 2: μτγν. φωταύγεια]
56003φωταυγής, ής, ές φω-ταυ-γής επίθ. (αρχαιοπρ.): λαμπερός, φωτεινός. [< μτγν. φωταυγής]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.