| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56011 | φωτίνια | φω-τί-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος (οικογ. Rosaceae, γένος Photinia) με λευκά άνθη και πυκνό φύλλωμα που αποκτά πορφυρό χρώμα την άνοιξη. [< νεολατ. photinia < αρχ. φωτεινός] | |
| 56012 | φώτιση | φώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. πνευματική καθοδήγηση με τη βοήθεια της χάρης του Θεού: θεία ~. Καλή ~! Μακάρι ο Θεός να σου δίνει ~! 2. (μτφ.) αιφνίδια σκέψη, έμπνευση: Ευτυχώς του ήρθε ~ και θυμήθηκε το ραντεβού. Πβ. η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, φαεινή ιδέα, φλασιά. Βλ. δια~. [< μτγν. φώτισις ‘φωτισμός’] | |
| 56013 | φώτισμα | φώ-τι-σμα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Φ) βάπτισμα: το Άγιο ~. [< μτγν. φώτισμα] | |
| 56014 | φωτισμένος | , η, ο φω-τι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει φωτιστεί με φυσικό ή τεχνητό τρόπο: ~ος: δρόμος. ~η: οθόνη/πισίνα/πόλη. ~ο: γήπεδο/χριστουγεννιάτικο δέντρο. ~α: κτίρια. Πβ. φωταγωγημένος. 2. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει καλλιέργεια και ευρύτητα σκέψης· ειδικότ. που έχει δεχτεί τη θεία φώτιση: ~ος: δάσκαλος. ~η: προσωπικότητα. ~ο: μυαλό. ~οι: ηγέτες. ~α: πνεύματα. Πβ. άνθρωπος του πνεύματος, πεφωτισμένος.|| ~ος: ασκητής/μοναχός. ~οι: ιεράρχες. ● βλ. φωτίζω | |
| 56015 | φωτισμός | φω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παροχή φωτός, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτή ή το αποτέλεσμά της· συνεκδ. πηγή ή σύνολο πηγών που παράγουν και εκπέμπουν φως: ανεπαρκής/άπλετος/αρχιτεκτονικός/ατμοσφαιρικός/διακριτικός/διάχυτος/δυνατός/ελλιπής/έντονος/ηλεκτρικός/κακός/νυχτερινός/πλάγιος/σταθερός/συνεχής/τεχνητός/υπέρυθρος/υποβρύχιος/φυσικός/χαμηλός/ψυχρός ~. ~ της οθόνης/των πλήκτρων. ~ με λάμπες φθορίου. Είδη/έλεγχος/επιμέλεια/εφέ/κονσόλες/συνθήκες/συστήματα/τέλη/τεχνολογία/χρώματα ~ού. Ένταση του ~ού. Τα ανθοφόρα φυτά χρειάζονται καλό ~ό. Ο χώρος αναδεικνύεται με τον κατάλληλο ~ό. Βλ. σκιο~, υπερ~, υπο~.|| (στον κινηματογράφο, το θέατρο ή την τηλεόραση:) Τεχνικός/υπεύθυνος ~ού. Σχεδιασμός ~ών.|| Δημοτικός/ενσωματωμένος/εξωτερικός/επαγγελματικός/εσωτερικός/κρυφός/οδικός/οικιακός/υπαίθριος ~. ~ γραφείου/δρόμων (= οδο~)/μπάνιου/οροφής (βλ. πολυέλαιος, πολύφωτο, σποτ)/της πλατείας. ~ αλογόνου/ασφαλείας. Έκθεση ~ού. Βλ. λάμπα, λυχνία, προβολέας, φακός, φωτιστικό. 2. (μτφ.) πνευματική διαφώτιση: ο ~ του νου/της ψυχής. ΣΥΝ. διαφωτισμός (2) 3. ΟΠΤ. η φωτεινή ροή ανά μονάδα χρόνου. Βλ. λουξ. 4. ΕΚΚΛΗΣ. καθοδήγηση του πνεύματος που εξασφαλίζεται μέσω της βάπτισης. Βλ. -ισμός. [< 2: μτγν. φωτισμός ‘φως, λαμπρότητα, βάπτισμα’, γαλλ. éclairage, illumination] | |
| 56016 | φωτιστής | φω-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φωτίστρια} 1. ειδικός τεχνικός που είναι υπεύθυνος για τον φωτισμό καλλιτεχνικής παράστασης, χώρου ή μνημείου: ηλεκτρολόγος-~. Βοηθός ~ή. 2. (μτφ.) προσωπικότητα που καθοδηγεί πνευματικά: ορθόδοξος ~. ~ του Γένους. Πβ. φωστήρας, φωτοδότης. Βλ. δια~, εθνεγέρτης. [< 1: γαλλ. éclairagiste, 1929 2: μτγν. φωτιστής 'αυτός που φωτίζει'] | |
| 56017 | φωτιστικό | φω-τι-στι-κό ουσ. (ουδ.): συσκευή που εξασφαλίζει τον φωτισμό εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου: διακοσμητικό/επίτοιχο (βλ. απλίκα)/επιτραπέζιο/κρεμαστό/παιδικό ~. Χειροποίητα ~ά. ~ δαπέδου/νυκτός/οροφής/πισίνας/φθορίου. ~ από φυσητό γυαλί/με καπέλο (βλ. αμπαζούρ). Ηλιακό ~ κήπου. ~ά γραφείου (= πορτατίφ)/κουζίνας/μπάνιου/σαλονιού. [< πβ. μεσν. φωτιστικόν 'η δύναμη φωτισμού', γαλλ. luminaire, αρχές του 20ού αι.] | |
| 56018 | φωτιστικός | , ή, ό φω-τι-στι-κός επίθ.: που φωτίζει ή χρησιμοποιείται για την παροχή φωτισμού: ~ός: σωλήνας. ~ή: εγκατάσταση/κάλυψη (εκδηλώσεων)/πηγή/συσκευή. ~ό: σύστημα/σώµα. ~ές: ράβδοι. ~ά: εφέ/σποτ. Ηχητικός και ~ εξοπλισμός.|| ~ό: οινόπνευμα. Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτιστικό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο [< μτγν. φωτιστικός, γαλλ. d΄éclairage] | |
| 56019 | φωτό | φω-τό ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & φώτο (προφ.): φωτογραφία: οι ~ του τελικού. [< αγγλ. photo] | |
| 56020 | φωτο- & φωτό- & φωτ- | πρόθημα λέξεων με αναφορά: στο φως: φωτο-προστασία. Πβ. ηλιο-.|| Φωτ-αγωγός.|| Φωτο-βολίδα.|| Φωτο-κύτταρο.|| Φωτό-λυση. Βλ. υδρό-.|| Φωτο-ηλεκτρικός.|| Φωτο-γραφικός. Φωτο-αντιγραφικό. | |
| 56041 | φώτο-γκάλερι | φώ-το γκά-λε-ρι ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & φωτογκαλερί: ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος στον οποίο έχει αναρτηθεί φωτογραφικό υλικό. [< αγγλ. photo gallery] | |
| 56146 | φώτο-φίνις | [φῶτο-φίνις] φώ-το φί-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) φωτοφίνις: ΑΘΛ. φωτογραφική λήψη που λαμβάνεται τη στιγμή του σχεδόν ταυτόχρονου τερματισμού δύο ή περισσότερων αθλητών σε κούρσα, προκειμένου να καθοριστεί η τελική κατάταξή τους: Πήρε τη δεύτερη θέση με τη βοήθεια του ~.|| (μτφ.) Στο ~ θα κριθούν οι εκλογές (πβ. στο νήμα, στο παρά πέντε). [< αγγλ. photofinish, 1935, γαλλ. photo-finish, περ. 1950] | |
| 56021 | φωτοαγγελία | φω-το-αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): αγγελία η οποία συνοδεύεται από φωτογραφία: ~ες ακινήτων/αυτοκινήτων. | |
| 56022 | φωτοαγωγιμότητα | φω-το-α-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μεταβολή της ηλεκτρικής αγωγιμότητας ενός υλικού, η οποία οφείλεται στην έκθεσή του σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. photoconductivity, 1924, γαλλ. photoconductivité, 1963] | |
| 56023 | φωτοαλλεργία | φω-το-αλ-λερ-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. είδος φωτοευαισθησίας που προκαλείται από την έκθεση στο φως του ήλιου. [< αγγλ. photoallergy, 1939] | |
| 56024 | φωτοαλλεργικός | , ή, ό φω-το-αλ-λερ-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φωτοαλλεργία: ~ές: αντιδράσεις. [< αγγλ. photoallergic, 1939] | |
| 56025 | φωτοανιχνευτής | φω-το-α-νι-χνευ-τής ουσ. (αρσ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συσκευή η οποία ανιχνεύει ή/και μετρά την ένταση του ορατού φωτός καθώς και της υπεριώδους ή υπέρυθρης ακτινοβολίας. [< αγγλ. photodetector, 1947] | |
| 56026 | φωτοαντιγράφηση | φω-το-α-ντι-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φωτοτύπηση. Βλ. -γράφηση. | |
| 56027 | φωτοαντιγραφικός | , ή, ό φω-το-α-ντι-γρα-φι-κός επίθ. (επίσ.): φωτοτυπικός. ● Ουσ.: φωτοαντιγραφικό (το): φωτοτυπικό. | |
| 56028 | φωτοαντίγραφο | φω-το-α-ντί-γρα-φο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άφου}: φωτοτυπία: ασπρόμαυρα/έγχρωμα ~α. Επικυρωμένο/θεωρημένο ~ αστυνομικής ταυτότητας/οικοδομικής αδείας/εκκαθαριστικού σημειώματος. Ακριβές ~ διαβατηρίου. Μηχανήματα ~άφων (= φωτοαντιγραφικά). Βγάζω/κάνω ~α (= φωτοτυπώ). Επισυνάπτεται ~ του τίτλου σπουδών. Καταθέτω/προσκομίζω/υποβάλλω δικαιολογητικά σε απλά ~α. ΣΥΝ. φωτοκόπια (1) [< γαλλ. photocopie, αγγλ. photocopy, 1934] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ