Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56480-56500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56004φωταψίαφω-τα-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. πλούσιος, έντονος φωτισμός: ~ του ναού/του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Η γιορτή θα κορυφωθεί με ~ες. Πβ. φωταγώγηση, φωτοχυσία. 2. ΙΑΤΡ. {συνήθ. στον πληθ.} λάμψεις ή στίγματα που εμφανίζονται στο οπτικό πεδίο και οφείλονται στην αποκόλληση του υαλοειδούς. [< μεσν. φωταψία, γαλλ. illumination]
56005φωτάωβλ. φωτίζω
56006φωτεινός, ή, ό φω-τει-νός επίθ. 1. που διαχέει, εκπέμπει φυσικό ή τεχνητό φως: ~ός: ήλιος. ~ή: ακτινοβολία/δέσμη/ενέργεια/κηλίδα/πηγή. ~ό: αστέρι/σώμα. ~ές: ακτίνες. ~ά: νεφελώματα/φαινόμενα.|| ~ός: πίνακας (ανακοινώσεων)/σηματοδότης (= φανάρι)/φάρος. ~ή: οθόνη/ροή (των λαμπτήρων). ~ό: αντικείμενο/ερέθισμα. ~ές: διαφημίσεις/ενδείξεις/επιγραφές/πινακίδες. ~ά: εφέ/(ΦΥΣ.) κύματα/σήματα. Ρολόι με ~ούς δείκτες (πβ. φωσφοριζέ). Πβ. φωτοβόλος. 2. που έχει ή δέχεται άπλετο φως: ~ός: δρόμος/ουρανός/χώρος. ~ή: νύχτα. ~ό: διαμέρισμα (= ευήλιο)/δωμάτιο/περιβάλλον. Τοποθετήστε τις γλάστρες σε ~ό μέρος. Πβ. κατά-, ολό-φωτος. ΑΝΤ. ζοφερός.|| (ΦΩΤΟΓΡ.) ~ός: φακός (: που επιτρέπει τη διέλευση μεγάλης ποσότητας φωτός) ΑΝΤ. σκοτεινός (1) 3. (μτφ.) εξαιρετικός, ξεχωριστός: ~ός: νους. ~ή: διάνοια/παρουσία/προσωπικότητα. ~ό: έργο/μυαλό/πνεύμα. ~ές: μορφές (της ιστορίας/χώρας).|| ~ή: διδασκαλία (πβ. εμπνευσμένος). ~ές: ιδέες. Το ~ό μέλλον/παρελθόν ενός τόπου. Πβ. εξαίρετος. 4. (μτφ.) λαμπερός, ζωηρός: ~ό: δέρμα/πρόσωπο. Έχει μεγάλα ~ά μάτια. Μας υποδέχτηκε με ένα ~ό χαμόγελο (πβ. πρόσχαρο).|| ~ή: φωτογραφία. ~ές: αποχρώσεις. ~ά: πλάνα/χρώματα (πβ. ανοιχτά, χαρούμενα· ΑΝΤ. μουντά, σκοτεινά). Διακόσμηση/μακιγιάζ σε ~ούς τόνους. Πβ. λαμπρός. ● επίρρ.: φωτεινά ● ΣΥΜΠΛ.: φωτεινή ενέργεια: ΦΥΣ. που μεταδίδεται με τη μορφή ορατής ακτινοβολίας και αποτελεί μέρος της ηλιακής ενέργειας. [< αγγλ. luminous energy, 1898] , φωτεινό παράδειγμα: για κάποιον ή κάτι που αποτελεί πρότυπο και παράδειγμα προς μίμηση: Αποτελεί/είναι ~ ~ ήθους. Με τη ζωή/στάση τους έγιναν ~ά ~ατα για τους νέους., φωτεινός παντογνώστης (συνήθ. ειρων.): πρόσωπο με πάρα πολλές γνώσεις., φωτεινή εξαίρεση βλ. εξαίρεση, φωτεινή ροή βλ. ροή, φωτεινό διάλειμμα βλ. διάλειμμα, φωτεινό μετέωρο βλ. μετέωρο [< αρχ. φωτεινός]
56008φωτερός, ή, ό φω-τε-ρός επίθ. (σπάν.-λογοτ.): φωτεινός. Βλ. -ερός. ΣΥΝ. φωτοβόλος ΑΝΤ. σκοτεινός (1)
56009φωτιάφω-τιά ουσ. (θηλ.) 1. έκλυση θερμότητας και φωτός, η οποία είναι αποτέλεσμα της καύσης εύφλεκτων υλικών: η ανακάλυψη/ιστορία της ~ιάς. Το κόκκινο της ~ιάς. Οι τέχνες της ~ιάς (π.χ. κεραμική, μεταλλουργία). Το πήδημα (: έθιμο την παραμονή του γενέθλιου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου)/ο χορός της ~ιάς. Ξύλα για ~. Ανάβω/διατηρώ/σβήνω τη ~. Κάθομαι κοντά στη ~. Ο αέρας δυναμώνει τη ~. Πβ. πυρά.|| Μήπως έχετε ~/μου δίνετε τη ~ σας (: αναπτήρα ή σπίρτα); 2. πηγή θερμότητας κατάλληλη για μαγείρεμα φαγητού: Βράζω/τηγανίζω/ψήνω κάτι σε δυνατή/μεσαία/μέτρια/σιγανή ~. Βγάζω/κατεβάζω την κατσαρόλα από τη ~. Σβήνω/χαμηλώνω τη ~. Ανακατέψτε τη σάλτσα σε χαμηλή ~ μέχρι να πήξει. Πβ. εστία, μάτι. 3. (συνεκδ.) φλόγα: η ~ του αναπτήρα. Γλώσσες ~ιάς τύλιξαν το κτίριο (πβ. πύρινη γλώσσα). 4. (προφ.) πυρκαγιά: καταστροφική/μεγάλη/μικρή ~. Ανίχνευση (= πυρανίχνευση)/εστίες/κίνδυνος/πρόκληση/συναγερμός ~ιάς. Υλικά ανθεκτικά στη ~ (πβ. αλεξίπυρα, πυρίμαχα). Αντιμετώπιση/εξάπλωση/καταπολέμηση/κατάσβεση της ~ιάς. Η ~ είναι εκτός ελέγχου/τέθηκε υπό έλεγχο. Σε βραχυκύκλωμα/εμπρησμό οφείλεται η ~ που ξέσπασε ... Η Πυροσβεστική έσβησε αμέσως τη ~. Μαίνεται η ~ στη ... Πβ. εμπρησμός, πυρ.|| (ως κραυγή βοήθειας ή προειδοποίησης σε περίπτωση πυρκαγιάς:) ~! 5. (μτφ.) ένταση και συνεκδ. ό,τι την προκαλεί: πολιτικές ~ιές.|| Η ~ της επανάστασης/μάχης. Πβ. αναβρασμός.|| Η ~ της δημιουργίας/του έρωτα. Πβ. πάθος.|| (για πρόσ.) Αυτή η κοπέλα είναι σκέτη ~ (: ακαταμάχητη).|| (ως παραθετικό σύνθ.) Αυξήσεις-~ (= υπερβολικά μεγάλες). Απόφαση/έγγραφο/έκθεση/πόρισμα-~ (πβ. καταπέλτης). Νέα στοιχεία-~ για την υπόθεση (πβ. συνταρακτικός). Ματς-~ (: πολύ κρίσιμο). Γυναίκα-~ (= εκρηκτική, εντυπωσιακή). ● Υποκ.: φωτίτσα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: το μέτωπο της φωτιάς/της πυρκαγιάς βλ. μέτωπο ● ΦΡ.: ανάβει φωτιά/φωτιές (μτφ.) 1. προκαλεί εντάσεις, ταράζει: ~ει ~ στα νοικοκυριά η αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Η δήλωση του βουλευτή ~ψε ~ στους κόλπους της παράταξης. 2. αναστατώνει, προκαλεί ερωτική διέγερση: ~ψε ~ με τη σέξι εμφάνισή της., βάζω το χέρι μου στη φωτιά (μτφ.): είμαι εντελώς σίγουρος για κάποιον ή κάτι: ~ ~ γι' αυτούς τους ανθρώπους (: μπορώ να εγγυηθώ γι' αυτούς).|| (συνήθ. με άρνηση:) Δεν ~ ~, αλλά είναι πολύ πιθανό αυτό που λέω. Δεν βάζω και ~ ότι λέει την αλήθεια. Πβ. κόβω το κεφάλι μου. ΣΥΝ. βάζω το χέρι μου/με το χέρι στο Ευαγγέλιο (1), παίρνω όρκο [< γαλλ. mettre la main au feu] , βάζω φωτιά/φωτιές 1. καίω, πυρπολώ: ~ φωτιά σε δάσος/σπίτι. ~ φωτιά με σπίρτα. Άγνωστοι έβαλαν φωτιά σε σταθμευμένο αυτοκίνητο. 2. (μτφ.) προκαλώ αναστάτωση, ταραχή, διαμάχη: Με τις προκλητικές δηλώσεις του έβαλε ~ιές. Πβ. δυναμιτίζω., πετάω φωτιές/φωτιά (μτφ.): είμαι εξαιρετικός σε κάτι: Η ομάδα/ο παίκτης ~ει ~., πήρε φωτιά ο κώλος του (μτφ.-προφ.): για κάποιον που πρέπει να ασχοληθεί με επείγοντα θέματα ή που είναι βιαστικός., πιάνω/παίρνω φωτιά 1. {στο γ' πρόσ.} καίγομαι, φλέγομαι: Το αεροσκάφος έπιασε ~ κατά την προσγείωση. Το δάσος πήρε ~. 2. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί ένταση: Πήρε ~ το πρωτάθλημα. Πήραν ~ τα τηλέφωνα (: έγιναν πάρα πολλά τηλεφωνήματα). 3. {στο γ' πρόσ.} (μτφ.) για να δηλωθεί μεγάλη αύξηση συνήθ. της τιμής: Τα ακίνητα/επιτόκια παίρνουν ~. 4. (μτφ.) εκνευρίζομαι, θυμώνω: Παίρνεις εύκολα ~ και δεν ακούς τι σου λέω. Καλά ντε, μην ~εις αμέσως ~!, το στραβό το ξύλο η φωτιά το σιάζει (παροιμ.): με τη σκληρή τιμωρία συμμορφώνεται κανείς., φωτιά στη φωτιά (μτφ.): βίαιη συνήθ. αντίδραση που απαντά σε παρόμοια δράση., άρπαξε φωτιά βλ. αρπάζω, βγάζω τα κάστανα απ' τη φωτιά βλ. κάστανο, δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά βλ. καπνός, μάτια που βγάζουν/πετούν σπίθες/φλόγες/φωτιές βλ. σπίθα, παίζω με τη φωτιά βλ. παίζω, παρανάλωμα του πυρός/της φωτιάς βλ. παρανάλωμα, πέφτω (και) στη φωτιά βλ. πέφτω, ρίχνω λάδι στη φωτιά βλ. λάδι, φωτιά (να πέσει)/ο Θεός να με κάψει βλ. καίω, φωτιά και λάβρα βλ. λάβρα, φωτιά και τσεκούρι βλ. τσεκούρι, φωτιά να σε κάψει! βλ. καίω, φωτιά στα κόκκινα! βλ. κόκκινος, φωτιά στα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι [< μεσν. φωτία < αρχ. φῶς, φωτός, γαλλ. feu]
56010φωτίζωφω-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {φώτι-σα, φωτί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος (λόγ.) πεφωτισμένος, φωτίζ-οντας, -όμενος} & (λαϊκό) φωτάω 1. εκπέμπω, ρίχνω φυσικό ή τεχνητό φως: Ο Ήλιος ~ει τη Γη. Μια αστραπή ~σε τη νύχτα. ~σα το δωμάτιο με τον φακό. Τα πυροτεχνήματα ~σαν τον ουρανό. Μικροί προβολείς ~ουν τα εκθέματα του μουσείου. Ο χώρος ~εται (αν)επαρκώς/αρκετά. ~όμενο: πληκτρολόγιο. ~όμενα: ράφια. ~σμένα: κτίρια. Πβ. καταυγάζει, φωταγωγώ. ΑΝΤ. συσκοτίζω (2) 2. (μτφ.) κάνω κάτι να λάμπει, να φαίνεται πιο φωτεινό: Το πρόσωπό της ~εται, όταν μιλάει για τα παιδιά της. Όταν χαμογελά, ~εται ολόκληρος (ΑΝΤ. σκοτεινιάζει). Πβ. φέγγω.|| (στο μακιγιάζ:) Αποχρώσεις που ~ουν (= λαμπρύνουν) το δέρμα/τα μάτια/τα μήλα του προσώπου. 3. (μτφ.) διαλευκαίνω, ξεδιαλύνω· διαφωτίζω: Πρέπει να ~στεί η αλήθεια. Τα νέα στοιχεία ~σαν την υπόθεση (πβ. ρίχνω φως). Το βιβλίο ~ει άγνωστες πτυχές της ιστορίας (πβ. αποκαλύπτω). ΑΝΤ. συσκοτίζω.|| Αν ξέρει κάποιος τι πρέπει να κάνω, ας με ~σει (πβ. ενημερώνω). Ελπίζω να σε ~σα έστω και λίγο (: να σου εξήγησα, να κατάλαβες). Το όραμά του ~ει τον δρόμο των διαδόχων του.|| (για πνευματική καθοδήγηση:) Ο Θεός με ~σε και δεν δέχτηκα τη δουλειά. Ας κάνει ό,τι τον ~σει ο Θεός!φωτίζει: ξημερώνει: Γυρίσαμε σπίτι όταν άρχισε να ~ (= χαράζει). ΣΥΝ. ροδίζει, φέγγει (2) ● ΦΡ.: με/μας φώτισες! (ειρων.): για την περίπτωση κατά την οποία οι πληροφορίες που δίνει κάποιος δεν βοηθούν καθόλου στην κατανόηση ενός ζητήματος ή είναι ήδη γνωστές: Τώρα, μας ~! ● βλ. φωτισμένος [< αρχ. φωτίζω]
56011φωτίνιαφω-τί-νι-α ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αειθαλής καλλωπιστικός θάμνος (οικογ. Rosaceae, γένος Photinia) με λευκά άνθη και πυκνό φύλλωμα που αποκτά πορφυρό χρώμα την άνοιξη. [< νεολατ. photinia < αρχ. φωτεινός]
56012φώτισηφώ-τι-ση ουσ. (θηλ.) 1. πνευματική καθοδήγηση με τη βοήθεια της χάρης του Θεού: θεία ~. Καλή ~! Μακάρι ο Θεός να σου δίνει ~! 2. (μτφ.) αιφνίδια σκέψη, έμπνευση: Ευτυχώς του ήρθε ~ και θυμήθηκε το ραντεβού. Πβ. η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, φαεινή ιδέα, φλασιά. Βλ. δια~. [< μτγν. φώτισις ‘φωτισμός’]
56013φώτισμαφώ-τι-σμα ουσ. (ουδ.): ΕΚΚΛΗΣ. (κ. με κεφαλ. Φ) βάπτισμα: το Άγιο ~. [< μτγν. φώτισμα]
56014φωτισμένος, η, ο φω-τι-σμέ-νος επίθ. 1. που έχει φωτιστεί με φυσικό ή τεχνητό τρόπο: ~ος: δρόμος. ~η: οθόνη/πισίνα/πόλη. ~ο: γήπεδο/χριστουγεννιάτικο δέντρο. ~α: κτίρια. Πβ. φωταγωγημένος. 2. (μτφ.) που τον χαρακτηρίζει καλλιέργεια και ευρύτητα σκέψης· ειδικότ. που έχει δεχτεί τη θεία φώτιση: ~ος: δάσκαλος. ~η: προσωπικότητα. ~ο: μυαλό. ~οι: ηγέτες. ~α: πνεύματα. Πβ. άνθρωπος του πνεύματος, πεφωτισμένος.|| ~ος: ασκητής/μοναχός. ~οι: ιεράρχες. ● βλ. φωτίζω
56015φωτισμόςφω-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. παροχή φωτός, ο τρόπος με τον οποίο γίνεται αυτή ή το αποτέλεσμά της· συνεκδ. πηγή ή σύνολο πηγών που παράγουν και εκπέμπουν φως: ανεπαρκής/άπλετος/αρχιτεκτονικός/ατμοσφαιρικός/διακριτικός/διάχυτος/δυνατός/ελλιπής/έντονος/ηλεκτρικός/κακός/νυχτερινός/πλάγιος/σταθερός/συνεχής/τεχνητός/υπέρυθρος/υποβρύχιος/φυσικός/χαμηλός/ψυχρός ~. ~ της οθόνης/των πλήκτρων. ~ με λάμπες φθορίου. Είδη/έλεγχος/επιμέλεια/εφέ/κονσόλες/συνθήκες/συστήματα/τέλη/τεχνολογία/χρώματα ~ού. Ένταση του ~ού. Τα ανθοφόρα φυτά χρειάζονται καλό ~ό. Ο χώρος αναδεικνύεται με τον κατάλληλο ~ό. Βλ. σκιο~, υπερ~, υπο~.|| (στον κινηματογράφο, το θέατρο ή την τηλεόραση:) Τεχνικός/υπεύθυνος ~ού. Σχεδιασμός ~ών.|| Δημοτικός/ενσωματωμένος/εξωτερικός/επαγγελματικός/εσωτερικός/κρυφός/οδικός/οικιακός/υπαίθριος ~. ~ γραφείου/δρόμων (= οδο~)/μπάνιου/οροφής (βλ. πολυέλαιος, πολύφωτο, σποτ)/της πλατείας. ~ αλογόνου/ασφαλείας. Έκθεση ~ού. Βλ. λάμπα, λυχνία, προβολέας, φακός, φωτιστικό. 2. (μτφ.) πνευματική διαφώτιση: ο ~ του νου/της ψυχής. ΣΥΝ. διαφωτισμός (2) 3. ΟΠΤ. η φωτεινή ροή ανά μονάδα χρόνου. Βλ. λουξ. 4. ΕΚΚΛΗΣ. καθοδήγηση του πνεύματος που εξασφαλίζεται μέσω της βάπτισης. Βλ. -ισμός. [< 2: μτγν. φωτισμός ‘φως, λαμπρότητα, βάπτισμα’, γαλλ. éclairage, illumination]
56016φωτιστήςφω-τι-στής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. φωτίστρια} 1. ειδικός τεχνικός που είναι υπεύθυνος για τον φωτισμό καλλιτεχνικής παράστασης, χώρου ή μνημείου: ηλεκτρολόγος-~. Βοηθός ~ή. 2. (μτφ.) προσωπικότητα που καθοδηγεί πνευματικά: ορθόδοξος ~. ~ του Γένους. Πβ. φωστήρας, φωτοδότης. Βλ. δια~, εθνεγέρτης. [< 1: γαλλ. éclairagiste, 1929 2: μτγν. φωτιστής 'αυτός που φωτίζει']
56017φωτιστικόφω-τι-στι-κό ουσ. (ουδ.): συσκευή που εξασφαλίζει τον φωτισμό εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου: διακοσμητικό/επίτοιχο (βλ. απλίκα)/επιτραπέζιο/κρεμαστό/παιδικό ~. Χειροποίητα ~ά. ~ δαπέδου/νυκτός/οροφής/πισίνας/φθορίου. ~ από φυσητό γυαλί/με καπέλο (βλ. αμπαζούρ). Ηλιακό ~ κήπου. ~ά γραφείου (= πορτατίφ)/κουζίνας/μπάνιου/σαλονιού. [< πβ. μεσν. φωτιστικόν 'η δύναμη φωτισμού', γαλλ. luminaire, αρχές του 20ού αι.]
56018φωτιστικός, ή, ό φω-τι-στι-κός επίθ.: που φωτίζει ή χρησιμοποιείται για την παροχή φωτισμού: ~ός: σωλήνας. ~ή: εγκατάσταση/κάλυψη (εκδηλώσεων)/πηγή/συσκευή. ~ό: σύστημα/σώµα. ~ές: ράβδοι. ~ά: εφέ/σποτ. Ηχητικός και ~ εξοπλισμός.|| ~ό: οινόπνευμα. Βλ. δια~. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτιστικό πετρέλαιο βλ. πετρέλαιο [< μτγν. φωτιστικός, γαλλ. d΄éclairage]
56019φωτόφω-τό ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & φώτο (προφ.): φωτογραφία: οι ~ του τελικού. [< αγγλ. photo]
56020φωτο- & φωτό- & φωτ-πρόθημα λέξεων με αναφορά: στο φως: φωτο-προστασία. Πβ. ηλιο-.|| Φωτ-αγωγός.|| Φωτο-βολίδα.|| Φωτο-κύτταρο.|| Φωτό-λυση. Βλ. υδρό-.|| Φωτο-ηλεκτρικός.|| Φωτο-γραφικός. Φωτο-αντιγραφικό.
56041φώτο-γκάλεριφώ-το γκά-λε-ρι ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & φωτογκαλερί: ΔΙΑΔΙΚΤ. διαδικτυακός τόπος στον οποίο έχει αναρτηθεί φωτογραφικό υλικό. [< αγγλ. photo gallery]
56146φώτο-φίνις[φῶτο-φίνις] φώ-το φί-νις ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & (σπάν.) φωτοφίνις: ΑΘΛ. φωτογραφική λήψη που λαμβάνεται τη στιγμή του σχεδόν ταυτόχρονου τερματισμού δύο ή περισσότερων αθλητών σε κούρσα, προκειμένου να καθοριστεί η τελική κατάταξή τους: Πήρε τη δεύτερη θέση με τη βοήθεια του ~.|| (μτφ.) Στο ~ θα κριθούν οι εκλογές (πβ. στο νήμα, στο παρά πέντε). [< αγγλ. photofinish, 1935, γαλλ. photo-finish, περ. 1950]
56021φωτοαγγελίαφω-το-αγ-γε-λί-α ουσ. (θηλ.): αγγελία η οποία συνοδεύεται από φωτογραφία: ~ες ακινήτων/αυτοκινήτων.
56022φωτοαγωγιμότηταφω-το-α-γω-γι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. μεταβολή της ηλεκτρικής αγωγιμότητας ενός υλικού, η οποία οφείλεται στην έκθεσή του σε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. photoconductivity, 1924, γαλλ. photoconductivité, 1963]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.