| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56029 | φωτοαντίσταση | φω-το-α-ντί-στα-ση ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡ. αντιστάτης του οποίου η τιμή αντίστασης μεταβάλλεται ανάλογα με την ένταση του φωτός που προσπίπτει πάνω του. [< αγγλ. photoresistance, 1925] | |
| 56030 | φωτοαποτρίχωση | φω-το-α-πο-τρί-χω-ση ουσ. (θηλ.): αποτρίχωση με φωτοθερμόλυση. | |
| 56031 | φωτοβιολογία | φω-το-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. κλάδος που ασχολείται με την επίδραση του φωτός στους ζωντανούς οργανισμούς και τις σχετικές βιολογικές διεργασίες. Βλ. φωτοχημεία. [< αγγλ. photobiology, 1923, γαλλ. photobiologie, περ. 1960] | |
| 56032 | φωτοβολεί | [φωτοβολεῖ] φω-το-βο-λεί ρ. (αμτβ.) {φωτοβολ-ήσει, -είται}: εκπέμπει έντονο φως, λάμπει: Ο λαμπτήρας ~. Πολλοί μικροοργανισμοί έχουν την ικανότητα να ~ούν. Πβ. ακτινοβολεί. [< μεσν. φωτοβολώ] | |
| 56033 | φωτοβολή | φω-το-βο-λή ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): λάμψη. ΣΥΝ. φεγγοβολή | |
| 56034 | φωτοβολία | φω-το-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ένταση του φωτός, λάμψη: ~ του λαμπτήρα. Απόσταση ~ας. Η ~ του φάρου φτάνει τα ... ναυτικά μίλια. Πβ. φεγγο-, φωτο-βολή. Βλ. -βολία. [< μεσν. φωτοβολία, γαλλ. luminescence] | |
| 56035 | φωτοβολίδα | φω-το-βο-λί-δα ουσ. (θηλ.) 1. είδος πυροτεχνήματος που παράγει έντονη λάμψη και χρησιμοποιείται συνήθ. σε εορταστικές εκδηλώσεις ή σε επιχειρήσεις διάσωσης: ναυτική ~. ~ αλεξίπτωτου. ~ες χειρός. Πιστόλι/ρίψη ~ας. ~ες κινδύνου. Μια ~ έσκασε στα χέρια του/άστραψε μες στη νύχτα. Κροτίδες και ~ες έπεσαν μέσα στον αγωνιστικό χώρο κατά τη διάρκεια του ντέρμπι. 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πράξη εντυπωσιασμού: επικοινωνιακή/προεκλογική ~. [< γερμ. Leuchtkugel, γαλλ. fusée éclairante] | |
| 56036 | φωτοβόλος | , ος/α, ο φω-το-βό-λος επίθ. (λόγ.): που εκπέμπει δυνατό φως: ~ος: ήλιος. ~ο: αστέρι.|| (μτφ.) ~α: μάτια. Είναι άνθρωπος με ~ο πνεύμα. Πβ. αστραφτ-, λαμπ-ερός, φεγγοβόλος, φωτεινός. [< μεσν. φωτοβόλος] | |
| 56037 | φωτοβολταϊκός | , ή, ό φω-το-βολ-τα-ϊ-κός επίθ.: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. που μετατρέπει την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική: ~ός: συλλέκτης/φορτιστής. ~ή: γεννήτρια/ενέργεια/τεχνολογία. ~οί: σταθμοί. ~ά: συστήματα. ● Ουσ.: φωτοβολταϊκά (τα): διατάξεις που παράγουν ρεύμα από την ηλιακή ακτινοβολία: ~ σε στέγες. ~ ισχύος ... ● ΣΥΜΠΛ.: φωτοβολταϊκό πάνελ & φωτοβολταϊκό πλαίσιο: σύνολο φωτοβολταϊκών στοιχείων τα οποία είναι ηλεκτρονικά συνδεδεμένα μεταξύ τους., φωτοβολταϊκό πάρκο 1. μεγάλος σταθμός με συστήματα παραγωγής φωτοβολταϊκής ενέργειας. 2. χώρος έρευνας και ανάπτυξης φωτοβολταϊκών συστημάτων, που περιλαμβάνει εργαστήρια, βιβλιοθήκες και άλλες εγκαταστάσεις., φωτοβολταϊκό στοιχείο & φωτοβολταϊκή κυψέλη & (σπάν.) φωτοβολταϊκό κύτταρο: ελάχιστη μονάδα φωτοβολταϊκού συστήματος, συνήθ. τετράγωνη. ΣΥΝ. ηλιακή κυψέλη, φωτοβολταϊκό φαινόμενο: η άμεση μετατροπή του ηλιακού φωτός σε ηλεκτρική ενέργεια, όταν αυτό προσπέσει σε ορισμένα υλικά. [< αγγλ. photovoltaic, 1923, γαλλ. photovoltaïque, 1937] | |
| 56038 | φωτογένεια | φω-το-γέ-νει-α ουσ. (θηλ.) 1. η ιδιότητα κάποιου να εμφανίζεται λαμπερός και ελκυστικός σε φωτογραφία ή στην τηλεοπτική ή κινηματογραφική οθόνη: Διαθέτει/έχει εκπληκτική ~. Βλ. γυαλί, φακός. 2. ΤΕΧΝΟΛ. το σύνολο των τεχνικών παρεµβάσεων που γίνονται εκ των υστέρων σε μια ψηφιακή εικόνα ή φωτογραφία και αφορούν τη διαχείριση της φωτεινότητας, της αντίθεσης, τη ρύθµιση επιλεγµένων χρωµάτων, την εφαρµογή ειδικών εφέ. [< γαλλ. photogénie, 1920] | |
| 56039 | φωτογενής | , ής, ές φω-το-γε-νής επίθ. (λόγ.): που διαθέτει φωτογένεια: Είναι πολύ ~. Βλ. -γενής. [< μεσν. φωτογενής 'γεννημένος από το φως', γαλλ. photogénique, 1932, αμερικ. photogenic, 1928] | |
| 56040 | φωτογήρανση | φω-το-γή-ραν-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. η βλαβερή επίδραση που έχει στην επιδερμίδα η παρατεταμένη ή μακροχρόνια έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία και η οποία εκδηλώνεται συνήθ. με δυσχρωμίες, ρυτίδωση ή και μελανώματα: πρόωρη ~. Τα σημάδια της ~ης. Δράση/φόρμουλα κατά της ~ης. [< αγγλ. photoaging, 1982] | |
| 56042 | φωτογκρέι | φω-το-γκρέ-ι επίθ. {άκλ.}: (για κρύσταλλο γυαλιών) που αποκτά σταδιακά σκούρο γκρίζο χρώμα, καθώς αυξάνει η ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας. Πβ. φωτοχρωμικός. [< αγγλ. photogray] | |
| 56043 | φωτόγραμμα | φω-τό-γραμ-μα ουσ. (ουδ.): ΦΩΤΟΓΡ. φωτογραφία που λαμβάνεται χωρίς φωτογραφική μηχανή, με την τοποθέτηση του αντικειμένου πάνω σε φωτοευαίσθητο υλικό και την έκθεσή του στο φως. ΣΥΝ. φωτογράφημα (1) [< γαλλ. photogramme, 1945, αγγλ. photogram, 1934] | |
| 56044 | φωτογραμμετρία | φω-το-γραμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. η επιστήμη και τεχνική της καταγραφής και αναπαράστασης των χαρακτηριστικών των φυσικών αντικειμένων και του περιβάλλοντος μέσω εικόνων και κυρ. αεροφωτογραφιών, η οποία έχει εφαρμογή συνήθ. στη χωρομέτρηση και τη χαρτογράφηση: αναλυτική/ψηφιακή ~. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. photogrammétrie, αγγλ. photogrammetry] | |
| 56045 | φωτογραμμετρικός | , ή, ό φω-το-γραμ-με-τρι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτογραμμετρία: ~ός: σταθμός. ~ή: απόδοση/αποτύπωση/επεξεργασία/μέθοδος/μηχανή (= φωτομηχανή). ~ές: τεχνικές (βλ. ορθοφωτογραφία). ~ά: όργανα. [< αγγλ. photogrammetric(al)] | |
| 56046 | φωτογραφείο | [φωτογραφεῖο] φω-το-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή κατάστημα φωτογράφου. Βλ. -είο. [< γαλλ. atelier de photographe] | |
| 56047 | φωτογράφημα | φω-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) ΦΩΤΟΓΡ. 1. φωτόγραμμα. 2. το αποτέλεσμα της φωτογράφισης, φωτογραφία ή σύνολο φωτογραφιών. Βλ. -γράφημα. | |
| 56048 | φωτογραφία | φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΩΤΟΓΡ. εικόνα προσώπου, αντικειμένου ή χώρου η οποία καταγράφεται κυρ. με τη χρήση φωτογραφικής μηχανής και αναπαράγεται σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια· σπανιότ. η μέθοδος αποτύπωσης τέτοιων εικόνων και η αντίστοιχη τέχνη: ασπρόμαυρη/διαφημιστική/έγχρωμη/καλλιτεχνική/στημένη/στιγμιαία/υποβρύχια/ψηφιακή ~. ~ διαβατηρίου/ταυτότητας. Επεξεργασία της/χαρτί ~ας. ~ες βάπτισης/γάμου/μόδας. ~ες από δορυφόρο (: δορυφορικές)/μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. Άλμπουμ/αρχείο/γκαλερί/εκτυπωτής/εμφάνιση/συλλογή ~ών. Βγάζω/παίρνω/τραβώ ~ες (= φωτογραφίζω). Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, αντιγραφή ή δημοσίευση των ~ών. Κατέβαζε (αισθησιακές/σεξουαλικές) ~ες από το διαδίκτυο. ~ από/με το κινητό. Πβ. φωτογράφημα. Βλ. αερο~.|| Αρχαιολογική/αρχιτεκτονική/βιομηχανική ~. Διαγωνισμός/έκθεση/μαθήματα/σχολή ~ας. Βλ. -γραφία, αστρο~, μικρο~, ορθο~, τηλε~. ● ΦΡ.: βγαίνω φωτογραφία: φωτογραφίζομαι., μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα [< γαλλ. photographie, αγγλ. photograph] | |
| 56049 | φωτογραφίζω | φω-το-γρα-φί-ζω ρ. (μτβ.) {φωτογράφι-σα, φωτογραφί-σει, -στηκε, -στεί, (σπάν.) -σμένος, φωτογραφίζ-οντας, -όμενος} & φωτογραφώ {-είς ... | φωτογραφ-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. βγάζω κάποιον ή κάτι φωτογραφία: ~ει επαγγελματικά/ερασιτεχνικά. ~ γάμους/δεξιώσεις/μνημεία/μοντέλα/τοπία. ~ με το κινητό. ~ήθηκε για το περιοδικό ... Η εκδήλωση ~ήθηκε καρέ-καρέ. 2. (μτφ.) αναφέρομαι έμμεσα, αλλά με σαφήνεια σε κάποιον ή κάτι, χωρίς να το(ν) κατονομάζω: Το επίμαχο δημοσίευμα ~ει τους ενόχους. Το ρεπορτάζ ~ει τα συμφέροντα των μεγαλοκαρχαριών. 3. (μτφ.) δίνω ακριβή, λεπτομερή περιγραφή μιας κατάστασης: Το βιβλίο/έργο ~ει τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Πβ. αποτυπώνω. [< γαλλ. photographier, αγγλ. photograph] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ