Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56520-56540]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56050φωτογραφικός, ή, ό φω-το-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτογραφία: ~ός: διαγωνισμός/εκτυπωτής (: κατάλληλος για εκτύπωση φωτογραφιών)/εξοπλισμός/οδηγός/φακός. ~ή: απεικόνιση/εικόνα/εμπειρία/εταιρεία/λέσχη/μέθοδος/ομάδα/ποιότητα/συλλογή/τέχνη. ~ό: άλμπουμ/αφιέρωμα/εργαστήριο/κατάστημα (πβ. φωτογραφείο)/κέντρο/κολάζ (= φωτοκολάζ)/λεύκωμα/μοντάζ (= φωτομοντάζ)/μουσείο/οδοιπορικό/πανόραμα (μιας πόλης)/περιοδικό/πορτρέτο/στούντιο/υλικό/φιλμ/χαρτί. ~ές: δημιουργίες/λήψεις/πλάκες. ~ά: αξεσουάρ/είδη/ντοκουμέντα/στιγμιότυπα/φίλτρα. Κινηματογραφικός και ~ τομέας. Έκθεση/παρουσίαση ~ού αρχείου/υλικού (πβ. φωτοθήκη). 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πιστότητα, ακρίβεια: Έχει ~ή μνήμη. Οι πίνακές του είναι σχεδόν ~οί. 3. (μτφ.) που αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς να αναφέρεται σε αυτό ονομαστικά: ~ή: διάταξη (νόμου)/θέση (σε υπηρεσία)/προκήρυξη/τροπολογία. ● επίρρ.: φωτογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωτογραφική μηχανή & (προφ.) φωτογραφική: φορητή συσκευή που χρησιμοποιείται για τη λήψη φωτογραφιών: αναλογική/ενσωματωμένη/συλλεκτική/ ~ ~ μιας χρήσης., ψηφιακή φωτογραφική μηχανή & ψηφιακή κάμερα: συσκευή καταγραφής εικόνων με ηλεκτρονικό τρόπο. [< αγγλ. digital camera, 1976] [< γαλλ. photographique, αγγλ. photographic]
56051φωτογράφισηφω-το-γρά-φι-ση ουσ. (θηλ.) & φωτογράφηση: λήψη φωτογραφιών: δορυφορική/επαγγελματική/καλλιτεχνική/νυχτερινή/πανοραμική/προκλητική/στουντιακή/υποβρύχια/ψηφιακή ~. ~ γάμου/μόδας. ~ της φύσης/με φλας. Στούντιο/τεχνικές ~ης. Αποκλειστική ~ του καλλιτέχνη για το περιοδικό ... Βλ. -γράφηση, αερο~, αστρο~, αυτο~. [< γαλλ. photographie]
56052φωτογράφοςφω-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη φωτογράφιση: ανεξάρτητος/καλλιτεχνικός ~. ~ γάμων/φύσης. ~ μόδας/πλατό. Μοναδικές εικόνες της ενδοχώρας μέσα από τον φακό του ~ου ... Βλ. αστρο~, -γράφος. [< γαλλ. photographe, αγγλ. photographer]
56053φωτοδερματίτιδαφω-το-δερ-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση του δέρματος η οποία εμφανίζεται μετά την έκθεση στον ήλιο και εκδηλώνεται κυρ. με ερύθημα και κνησμό. Βλ. -ίτιδα, φωτοευαισθησία. [< αγγλ. photodermatitis]
56054φωτοδημοσιογραφίαφω-το-δη-μο-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): μορφή δημοσιογραφίας στην οποία η προβολή των ειδήσεων συνοδεύεται από φωτογραφίες. Πβ. φωτορεπορτάζ. [< αγγλ. photojournalism, 1938, γαλλ. photojournalisme, 1983]
56055φωτοδιαπερατός, ή, ό φω-το-δι-α-πε-ρα-τός επίθ. (επιστ.): που επιτρέπει στο φως να το διαπεράσει: ~ά: υλικά.
56056φωτοδιαπερατότηταφω-το-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα του φωτοδιαπερατού. Βλ. -ότητα.
56057φωτοδιάσπασηφω-το-δι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διάσπαση του μορίου χημικής ένωσης εξαιτίας της απορρόφησης ακτινοβόλου ενέργειας. Βλ. φωτόλυση. [< αγγλ. photodissociation, 1925, γαλλ. ~, περ. 1960]
56058φωτοδιασπώμενος, η, ο φω-το-δι-α-σπώ-με-νος επίθ.: ΧΗΜ. που διασπάται εύκολα κάτω από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας: ~ο: υλικό. ~ες: σακούλες. ~α: πλαστικά. [< αγγλ. photodegradable, 1971]
56059φωτοδίοδοςφω-το-δί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίοδος ενός ημιαγωγού της οποίας η αγωγιμότητα μεταβάλλεται ανάλογα με την ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας που δέχεται: οργανικές ~οι (σε οθόνες κινητών τηλεφώνων). [< αγγλ. photodiode, 1945, γαλλ. photodiode, περ. 1950]
56060φωτοδότηςφω-το-δό-της επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. φωτοδότρα} (λόγ.): που παρέχει έντονο φως· μτφ. που φωτίζει πνευματικά: ~ης: ήλιος. Πβ. φωτεινός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ης: Θεός.|| (ως ουσ.) Οι ~ες της ανθρωπότητας (πβ. φωστήρας, φωτιστής). ΑΝΤ. φωτοσβέστης. Βλ. -δότης. [< μτγν. φωτοδότης]
56061φωτοδυναμικός, ή, ό φω-το-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την επίδραση φωτοευαίσθητων ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό: ~ή: διάγνωση. ~ή θεραπεία για την αντιμετώπιση του καρκίνου (: νέκρωση παθολογικού ιστού με χημική ουσία, η οποία γίνεται ενεργή, όταν εκτεθεί σε φως λέιζερ). [< γαλλ. photodynamique, αγγλ. photodynamic]
56062φωτοειδησεογραφίαφω-το-ει-δη-σε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φωτορεπορτάζ. Βλ. -γραφία.
56063φωτοειδησεογραφικός, ή, ό φω-το-ει-δη-σε-ο-γρα-φι-κός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που σχετίζεται με τη φωτοειδησεογραφία: ~ό: πρακτορείο.
56064φωτοειδησεογράφοςφω-το-ει-δη-σε-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): φωτορεπόρτερ. Βλ. -γράφος.
56065φωτοεξάχνωσηφω-το-ε-ξά-χνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική με τη χρήση λέιζερ για τη θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη: επιλεκτική ~.
56066φωτοερμηνείαφω-το-ερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. η επιστήμη της εξέτασης, αναγνώρισης και περιγραφής ενός αντικειμένου κυρ. πάνω σε αεροφωτογραφία, προκειμένου να καθοριστεί η ενδεχόμενη στρατιωτική ή κυρ. η τοπογραφική του σημασία: ~ δορυφορικών εικόνων. ~-τηλεπισκόπηση. [< αγγλ. photointerpretation, 1923, γαλλ. photo-interprétation, πριν από το 1966]
56067φωτοερμηνευτικός, ή, ό φω-το-ερ-μη-νευ-τι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτοερμηνεία: ~ά: στοιχεία/χαρακτηριστικά.
56068φωτοευαισθησίαφω-το-ευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) & φωτοευαισθητοποίηση: ΙΑΤΡ. υπερβολική ευαισθησία του δέρματος στην υπεριώδη ακτινοβολία ως σύμπτωμα νόσου ή λόγω λήψης φαρμάκων με φωτοευαίσθητες ουσίες. Βλ. φωτο-αλλεργία, -δερματίτιδα, -τοξικότητα. [< αγγλ. photosensitivity, 1918, γαλλ. photosensibilité, photosensibilisation, 1953]
56069φωτοευαίσθητος, η, ο φω-το-ευ-αί-σθη-τος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει φωτοευαισθησία: ~η: επιληψία. ~ες: επιδερμίδες. ~α: κύτταρα.|| (ΒΙΟΧ.) ~η: πρωτεΐνη (βλ. οψίνη). 2. ΤΕΧΝΟΛ. που ενεργοποιείται ή λειτουργεί με το φως: ~η: βαφή/επίστρωση/επιφάνεια. ~ο: γαλάκτωμα (= εμουλσιόν)/υλικό/φιλμ. [< αγγλ. photosensitive, γαλλ. photosensible, περ. 1930]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.