| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56044 | φωτογραμμετρία | φω-το-γραμ-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. η επιστήμη και τεχνική της καταγραφής και αναπαράστασης των χαρακτηριστικών των φυσικών αντικειμένων και του περιβάλλοντος μέσω εικόνων και κυρ. αεροφωτογραφιών, η οποία έχει εφαρμογή συνήθ. στη χωρομέτρηση και τη χαρτογράφηση: αναλυτική/ψηφιακή ~. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. photogrammétrie, αγγλ. photogrammetry] | |
| 56045 | φωτογραμμετρικός | , ή, ό φω-το-γραμ-με-τρι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτογραμμετρία: ~ός: σταθμός. ~ή: απόδοση/αποτύπωση/επεξεργασία/μέθοδος/μηχανή (= φωτομηχανή). ~ές: τεχνικές (βλ. ορθοφωτογραφία). ~ά: όργανα. [< αγγλ. photogrammetric(al)] | |
| 56046 | φωτογραφείο | [φωτογραφεῖο] φω-το-γρα-φεί-ο ουσ. (ουδ.): εργαστήριο ή κατάστημα φωτογράφου. Βλ. -είο. [< γαλλ. atelier de photographe] | |
| 56047 | φωτογράφημα | φω-το-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.) ΦΩΤΟΓΡ. 1. φωτόγραμμα. 2. το αποτέλεσμα της φωτογράφισης, φωτογραφία ή σύνολο φωτογραφιών. Βλ. -γράφημα. | |
| 56048 | φωτογραφία | φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΦΩΤΟΓΡ. εικόνα προσώπου, αντικειμένου ή χώρου η οποία καταγράφεται κυρ. με τη χρήση φωτογραφικής μηχανής και αναπαράγεται σε φωτοευαίσθητη επιφάνεια· σπανιότ. η μέθοδος αποτύπωσης τέτοιων εικόνων και η αντίστοιχη τέχνη: ασπρόμαυρη/διαφημιστική/έγχρωμη/καλλιτεχνική/στημένη/στιγμιαία/υποβρύχια/ψηφιακή ~. ~ διαβατηρίου/ταυτότητας. Επεξεργασία της/χαρτί ~ας. ~ες βάπτισης/γάμου/μόδας. ~ες από δορυφόρο (: δορυφορικές)/μικροσκόπιο/τηλεσκόπιο. Άλμπουμ/αρχείο/γκαλερί/εκτυπωτής/εμφάνιση/συλλογή ~ών. Βγάζω/παίρνω/τραβώ ~ες (= φωτογραφίζω). Απαγορεύεται η αναπαραγωγή, αντιγραφή ή δημοσίευση των ~ών. Κατέβαζε (αισθησιακές/σεξουαλικές) ~ες από το διαδίκτυο. ~ από/με το κινητό. Πβ. φωτογράφημα. Βλ. αερο~.|| Αρχαιολογική/αρχιτεκτονική/βιομηχανική ~. Διαγωνισμός/έκθεση/μαθήματα/σχολή ~ας. Βλ. -γραφία, αστρο~, μικρο~, ορθο~, τηλε~. ● ΦΡ.: βγαίνω φωτογραφία: φωτογραφίζομαι., μια εικόνα/μια φωτογραφία (αξίζει όσο) χίλιες λέξεις βλ. εικόνα [< γαλλ. photographie, αγγλ. photograph] | |
| 56049 | φωτογραφίζω | φω-το-γρα-φί-ζω ρ. (μτβ.) {φωτογράφι-σα, φωτογραφί-σει, -στηκε, -στεί, (σπάν.) -σμένος, φωτογραφίζ-οντας, -όμενος} & φωτογραφώ {-είς ... | φωτογραφ-ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. βγάζω κάποιον ή κάτι φωτογραφία: ~ει επαγγελματικά/ερασιτεχνικά. ~ γάμους/δεξιώσεις/μνημεία/μοντέλα/τοπία. ~ με το κινητό. ~ήθηκε για το περιοδικό ... Η εκδήλωση ~ήθηκε καρέ-καρέ. 2. (μτφ.) αναφέρομαι έμμεσα, αλλά με σαφήνεια σε κάποιον ή κάτι, χωρίς να το(ν) κατονομάζω: Το επίμαχο δημοσίευμα ~ει τους ενόχους. Το ρεπορτάζ ~ει τα συμφέροντα των μεγαλοκαρχαριών. 3. (μτφ.) δίνω ακριβή, λεπτομερή περιγραφή μιας κατάστασης: Το βιβλίο/έργο ~ει τα προβλήματα της σύγχρονης ζωής. Πβ. αποτυπώνω. [< γαλλ. photographier, αγγλ. photograph] | |
| 56050 | φωτογραφικός | , ή, ό φω-το-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτογραφία: ~ός: διαγωνισμός/εκτυπωτής (: κατάλληλος για εκτύπωση φωτογραφιών)/εξοπλισμός/οδηγός/φακός. ~ή: απεικόνιση/εικόνα/εμπειρία/εταιρεία/λέσχη/μέθοδος/ομάδα/ποιότητα/συλλογή/τέχνη. ~ό: άλμπουμ/αφιέρωμα/εργαστήριο/κατάστημα (πβ. φωτογραφείο)/κέντρο/κολάζ (= φωτοκολάζ)/λεύκωμα/μοντάζ (= φωτομοντάζ)/μουσείο/οδοιπορικό/πανόραμα (μιας πόλης)/περιοδικό/πορτρέτο/στούντιο/υλικό/φιλμ/χαρτί. ~ές: δημιουργίες/λήψεις/πλάκες. ~ά: αξεσουάρ/είδη/ντοκουμέντα/στιγμιότυπα/φίλτρα. Κινηματογραφικός και ~ τομέας. Έκθεση/παρουσίαση ~ού αρχείου/υλικού (πβ. φωτοθήκη). 2. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από πιστότητα, ακρίβεια: Έχει ~ή μνήμη. Οι πίνακές του είναι σχεδόν ~οί. 3. (μτφ.) που αφορά συγκεκριμένο πρόσωπο, χωρίς να αναφέρεται σε αυτό ονομαστικά: ~ή: διάταξη (νόμου)/θέση (σε υπηρεσία)/προκήρυξη/τροπολογία. ● επίρρ.: φωτογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: φωτογραφική μηχανή & (προφ.) φωτογραφική: φορητή συσκευή που χρησιμοποιείται για τη λήψη φωτογραφιών: αναλογική/ενσωματωμένη/συλλεκτική/ ~ ~ μιας χρήσης., ψηφιακή φωτογραφική μηχανή & ψηφιακή κάμερα: συσκευή καταγραφής εικόνων με ηλεκτρονικό τρόπο. [< αγγλ. digital camera, 1976] [< γαλλ. photographique, αγγλ. photographic] | |
| 56051 | φωτογράφιση | φω-το-γρά-φι-ση ουσ. (θηλ.) & φωτογράφηση: λήψη φωτογραφιών: δορυφορική/επαγγελματική/καλλιτεχνική/νυχτερινή/πανοραμική/προκλητική/στουντιακή/υποβρύχια/ψηφιακή ~. ~ γάμου/μόδας. ~ της φύσης/με φλας. Στούντιο/τεχνικές ~ης. Αποκλειστική ~ του καλλιτέχνη για το περιοδικό ... Βλ. -γράφηση, αερο~, αστρο~, αυτο~. [< γαλλ. photographie] | |
| 56052 | φωτογράφος | φω-το-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά ή ερασιτεχνικά με τη φωτογράφιση: ανεξάρτητος/καλλιτεχνικός ~. ~ γάμων/φύσης. ~ μόδας/πλατό. Μοναδικές εικόνες της ενδοχώρας μέσα από τον φακό του ~ου ... Βλ. αστρο~, -γράφος. [< γαλλ. photographe, αγγλ. photographer] | |
| 56053 | φωτοδερματίτιδα | φω-το-δερ-μα-τί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. πάθηση του δέρματος η οποία εμφανίζεται μετά την έκθεση στον ήλιο και εκδηλώνεται κυρ. με ερύθημα και κνησμό. Βλ. -ίτιδα, φωτοευαισθησία. [< αγγλ. photodermatitis] | |
| 56054 | φωτοδημοσιογραφία | φω-το-δη-μο-σι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): μορφή δημοσιογραφίας στην οποία η προβολή των ειδήσεων συνοδεύεται από φωτογραφίες. Πβ. φωτορεπορτάζ. [< αγγλ. photojournalism, 1938, γαλλ. photojournalisme, 1983] | |
| 56055 | φωτοδιαπερατός | , ή, ό φω-το-δι-α-πε-ρα-τός επίθ. (επιστ.): που επιτρέπει στο φως να το διαπεράσει: ~ά: υλικά. | |
| 56056 | φωτοδιαπερατότητα | φω-το-δι-α-πε-ρα-τό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. η ιδιότητα του φωτοδιαπερατού. Βλ. -ότητα. | |
| 56057 | φωτοδιάσπαση | φω-το-δι-ά-σπα-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. διάσπαση του μορίου χημικής ένωσης εξαιτίας της απορρόφησης ακτινοβόλου ενέργειας. Βλ. φωτόλυση. [< αγγλ. photodissociation, 1925, γαλλ. ~, περ. 1960] | |
| 56058 | φωτοδιασπώμενος | , η, ο φω-το-δι-α-σπώ-με-νος επίθ.: ΧΗΜ. που διασπάται εύκολα κάτω από την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας: ~ο: υλικό. ~ες: σακούλες. ~α: πλαστικά. [< αγγλ. photodegradable, 1971] | |
| 56059 | φωτοδίοδος | φω-το-δί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΗΛΕΚΤΡΟΝ. δίοδος ενός ημιαγωγού της οποίας η αγωγιμότητα μεταβάλλεται ανάλογα με την ένταση της φωτεινής ακτινοβολίας που δέχεται: οργανικές ~οι (σε οθόνες κινητών τηλεφώνων). [< αγγλ. photodiode, 1945, γαλλ. photodiode, περ. 1950] | |
| 56060 | φωτοδότης | φω-το-δό-της επίθ./ουσ. {σπάν. θηλ. φωτοδότρα} (λόγ.): που παρέχει έντονο φως· μτφ. που φωτίζει πνευματικά: ~ης: ήλιος. Πβ. φωτεινός.|| (ΕΚΚΛΗΣ.) ~ης: Θεός.|| (ως ουσ.) Οι ~ες της ανθρωπότητας (πβ. φωστήρας, φωτιστής). ΑΝΤ. φωτοσβέστης. Βλ. -δότης. [< μτγν. φωτοδότης] | |
| 56061 | φωτοδυναμικός | , ή, ό φω-το-δυ-να-μι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την επίδραση φωτοευαίσθητων ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό: ~ή: διάγνωση. ~ή θεραπεία για την αντιμετώπιση του καρκίνου (: νέκρωση παθολογικού ιστού με χημική ουσία, η οποία γίνεται ενεργή, όταν εκτεθεί σε φως λέιζερ). [< γαλλ. photodynamique, αγγλ. photodynamic] | |
| 56062 | φωτοειδησεογραφία | φω-το-ει-δη-σε-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): φωτορεπορτάζ. Βλ. -γραφία. | |
| 56063 | φωτοειδησεογραφικός | , ή, ό φω-το-ει-δη-σε-ο-γρα-φι-κός επίθ. (σπάν.-επίσ.): που σχετίζεται με τη φωτοειδησεογραφία: ~ό: πρακτορείο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ