| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56070 | φωτοηλεκτρικός | , ή, ό φω-το-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον φωτοηλεκτρισμό: ~ά: κύτταρα (= φωτοκύτταρα). Αστρική ~ή φωτομετρία. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτοηλεκτρικό φαινόμενο: φωτοηλεκτρισμός. [< γαλλ. photoélectrique, αγγλ. photoelectric] | |
| 56071 | φωτοηλεκτρισμός | φω-το-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εκπομπή ηλεκτρονίων από την επιφάνεια ενός υλικού, όταν προσπέσει σε αυτό ορατό ή υπεριώδες φως ή άλλο είδος ακτινοβολίας. ΣΥΝ. φωτοηλεκτρικό φαινόμενο [< γαλλ. photoélectricité, αγγλ. photoelectricity] | |
| 56072 | φωτοηλεκτρονικός | , ή, ό φω-το-η-λε-κτρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τα φωτοηλεκτρόνια ή τον φωτοηλεκτρισμό: ~ός: ανιχνευτής (καπνού). ~ή: φασματοσκοπία. [< αγγλ. photoelectronic, 1922] | |
| 56073 | φωτοηλεκτρόνιο | φω-το-η-λε-κτρό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ηλεκτρόνιο που εκπέμπεται κατά το φαινόμενο του φωτοηλεκτρισμού: φασματοσκοπία ~ίων ακτίνων Χ. [< αγγλ. photoelectron, 1912] | |
| 56074 | φωτοθεραπεία | φω-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): μέθοδος θεραπείας παθήσεων, ιδ. του δέρματος, μέσω της έκθεσης σε φυσικό ή τεχνητό φως: συσκευή ~ας. Αντιμετώπιση της ακμής/ψωρίασης με ~. Βλ. -θεραπεία. [< γερμ. Phototherapie, γαλλ. photothérapie, αγγλ. phototherapy, light therapy, 1935] | |
| 56075 | φωτοθερμόλυση | φω-το-θερ-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): μέθοδος για την αφαίρεση της ανεπιθύμητης τριχοφυΐας, η οποία βασίζεται στην καταστροφή του θύλακα της τρίχας με εκπομπή έντονου παλμικού φωτός: επιλεκτική ~. Βλ. φωτοαποτρίχωση, φωτόλυση. [< αγγλ. photothermolysis, γαλλ. photothermolyse, γερμ. Photothermolyse] | |
| 56076 | φωτοθήκη | φω-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): αρχείο φωτογραφιών και γενικότ. οπτικού υλικού, συνήθ. σε ψηφιακή μορφή. Βλ. -θήκη, φωτοτράπεζα. [< γαλλ. photothèque, 1939] | |
| 56077 | φωτοκαρκινογένεση | φω-το-καρ-κι-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος εξαιτίας της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία. Βλ. φωτογήρανση. [< αγγλ. photocarcinogenesis] | |
| 56078 | φωτοκατάλυση | φω-το-κα-τά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. επιτάχυνση χημικής αντίδρασης, η οποία οφείλεται στην επίδραση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, κυρ. του ορατού φωτός: ετερογενής ~ (: μέθοδος για την καταστροφή τοξικών οργανικών χημικών ουσιών). [< αγγλ. photocatalysis, 1913, γαλλ. photocatalyse, γερμ. Photokatalyse] | |
| 56079 | φωτοκαταλυτικός | , ή, ό φω-το-κα-τα-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που λειτουργεί, γίνεται με φωτοκατάλυση ή είναι κατάλληλος για αυτή: ~ή: διάσπαση (νερού)/οξείδωση.|| ~ός: ιονιστής. ~ό: φίλτρο. ~ά: υλικά. [< αγγλ. photocatalytic, 1959] | |
| 56080 | φωτοκολάζ | φω-το-κο-λάζ ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κολάζ φωτογραφιών, φωτογραφικό κολάζ. Βλ. φωτομοντάζ. [< αγγλ. photocollage, 1997] | |
| 56081 | φωτοκόπια | φω-το-κό-πια ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. φωτοτυπία: Βγάζω ~ες. Πβ. αντίγραφο, κόπια. ΣΥΝ. φωτοαντίγραφο 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πιστή απομίμηση: Είναι ~ του αδερφού του. Η χθεσινή του δήλωση ήταν ~ προηγούμενων δηλώσεων. [< γαλλ. photocopie, ιταλ. fotocopia, 1917, αμερικ. photocopy, 1934] | |
| 56082 | φωτοκύτταρο | φω-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρου}: ΦΥΣ. ηλεκτρονική διάταξη που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα ή ελέγχει τη ροή του ανάλογα με τον βαθμό φωτεινής ακτινοβολίας που δέχεται, φωτοηλεκτρικό κύτταρο: βρύση/ντουί με ~. Οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα με ~. ΣΥΝ. φωτοστοιχείο [< αγγλ. photocell, photoelectric cell] | |
| 56083 | φωτολιθογραφία | φω-το-λι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος αναπαραγωγής εικόνας πάνω σε λιθογραφική πλάκα με φωτογράφιση· ειδικότ. μέθοδος επίπεδης εκτύπωσης η οποία χρησιμοποιεί πλάκες από αρνητικά φωτογραφιών και τυπώνεται με την τεχνική όφσετ. Βλ. -γραφία, φωτοτσιγκογραφία. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διαδικασία παραγωγής ολοκληρωμένων κυκλωμάτων με φωτογράφισή τους σε φωτοευαίσθητο υπόστρωμα, συνήθ. πυριτίου, και επιλεκτική χάραξη. [< γαλλ. photolithographie, αγγλ. photolithography, γερμ. Photolithographie] | |
| 56084 | φωτόλουτρο | φω-τό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική έκθεση του σώματος σε φυσική ή τεχνητή φωτεινή πηγή για θεραπευτικούς σκοπούς. Βλ. -λουτρο. [< γερμ. Lichtbad] | |
| 56085 | φωτόλυση | φω-τό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μη αναστρέψιμη διάσπαση χημικής ένωσης λόγω της απορρόφησης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, κυρ. του ορατού φωτός: αποτρίχωση με ~ (= φωτοθερμόλυση). Βλ. παλμικό φως, φωτοαποτρίχωση.|| (στα φυτά:) ~ του νερού. Βλ. φωτοσύνθεση. [< αγγλ. photolysis, 1903, γαλλ. photolyse, περ. 1950] | |
| 56086 | φωτομεταφορά | φω-το-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. αποτύπωση θέματος από φιλμ ή άλλο μέσο σε κατάλληλη μεταλλική φωτοευαίσθητη επιφάνεια. | |
| 56087 | φωτομέτρηση | φω-το-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της φωτεινότητας του αντικειμένου που πρόκειται να φωτογραφηθεί, με σκοπό να γίνουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις: αυτόματη ~. ~ σημείου. Εύρος ~ης. Βλ. -μέτρηση. | |
| 56088 | φωτομετρία | φω-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση μεγεθών που σχετίζονται με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία την οποία μπορεί να ανιχνεύσει ο ανθρώπινος οφθαλμός: αστρική φωτοηλεκτρική ~ (: μέτρηση ποσοτήτων σχετικών με το φως αστρικών αντικειμένων). Βλ. -μετρία, φασματο~. [< γαλλ. photométrie, αγγλ. photometry] | |
| 56089 | φωτομετρικός | , ή, ό φω-το-με-τρι-κός επίθ.: ΟΠΤ. που σχετίζεται με τη φωτομετρία: ~ή: μέθοδος/μελέτη. ~ό: σύστημα. ~ές: μονάδες. ~ά: όργανα/χαρακτηριστικά. [< γαλλ. photométrique, αγγλ. photometric(al)] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ