Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56540-56560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56064φωτοειδησεογράφοςφω-το-ει-δη-σε-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (επίσ.): φωτορεπόρτερ. Βλ. -γράφος.
56065φωτοεξάχνωσηφω-το-ε-ξά-χνω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάχιστα επεμβατική χειρουργική τεχνική με τη χρήση λέιζερ για τη θεραπεία της καλοήθους υπερπλασίας του προστάτη: επιλεκτική ~.
56066φωτοερμηνείαφω-το-ερ-μη-νεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΟΠΟΓΡ. η επιστήμη της εξέτασης, αναγνώρισης και περιγραφής ενός αντικειμένου κυρ. πάνω σε αεροφωτογραφία, προκειμένου να καθοριστεί η ενδεχόμενη στρατιωτική ή κυρ. η τοπογραφική του σημασία: ~ δορυφορικών εικόνων. ~-τηλεπισκόπηση. [< αγγλ. photointerpretation, 1923, γαλλ. photo-interprétation, πριν από το 1966]
56067φωτοερμηνευτικός, ή, ό φω-το-ερ-μη-νευ-τι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτοερμηνεία: ~ά: στοιχεία/χαρακτηριστικά.
56068φωτοευαισθησίαφω-το-ευ-αι-σθη-σί-α ουσ. (θηλ.) & φωτοευαισθητοποίηση: ΙΑΤΡ. υπερβολική ευαισθησία του δέρματος στην υπεριώδη ακτινοβολία ως σύμπτωμα νόσου ή λόγω λήψης φαρμάκων με φωτοευαίσθητες ουσίες. Βλ. φωτο-αλλεργία, -δερματίτιδα, -τοξικότητα. [< αγγλ. photosensitivity, 1918, γαλλ. photosensibilité, photosensibilisation, 1953]
56069φωτοευαίσθητος, η, ο φω-το-ευ-αί-σθη-τος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που παρουσιάζει φωτοευαισθησία: ~η: επιληψία. ~ες: επιδερμίδες. ~α: κύτταρα.|| (ΒΙΟΧ.) ~η: πρωτεΐνη (βλ. οψίνη). 2. ΤΕΧΝΟΛ. που ενεργοποιείται ή λειτουργεί με το φως: ~η: βαφή/επίστρωση/επιφάνεια. ~ο: γαλάκτωμα (= εμουλσιόν)/υλικό/φιλμ. [< αγγλ. photosensitive, γαλλ. photosensible, περ. 1930]
56070φωτοηλεκτρικός, ή, ό φω-το-η-λε-κτρι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τον φωτοηλεκτρισμό: ~ά: κύτταρα (= φωτοκύτταρα). Αστρική ~ή φωτομετρία. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτοηλεκτρικό φαινόμενο: φωτοηλεκτρισμός. [< γαλλ. photoélectrique, αγγλ. photoelectric]
56071φωτοηλεκτρισμόςφω-το-η-λε-κτρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. εκπομπή ηλεκτρονίων από την επιφάνεια ενός υλικού, όταν προσπέσει σε αυτό ορατό ή υπεριώδες φως ή άλλο είδος ακτινοβολίας. ΣΥΝ. φωτοηλεκτρικό φαινόμενο [< γαλλ. photoélectricité, αγγλ. photoelectricity]
56072φωτοηλεκτρονικός, ή, ό φω-το-η-λε-κτρο-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. που σχετίζεται με τα φωτοηλεκτρόνια ή τον φωτοηλεκτρισμό: ~ός: ανιχνευτής (καπνού). ~ή: φασματοσκοπία. [< αγγλ. photoelectronic, 1922]
56073φωτοηλεκτρόνιοφω-το-η-λε-κτρό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. ηλεκτρόνιο που εκπέμπεται κατά το φαινόμενο του φωτοηλεκτρισμού: φασματοσκοπία ~ίων ακτίνων Χ. [< αγγλ. photoelectron, 1912]
56074φωτοθεραπείαφω-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): μέθοδος θεραπείας παθήσεων, ιδ. του δέρματος, μέσω της έκθεσης σε φυσικό ή τεχνητό φως: συσκευή ~ας. Αντιμετώπιση της ακμής/ψωρίασης με ~. Βλ. -θεραπεία. [< γερμ. Phototherapie, γαλλ. photothérapie, αγγλ. phototherapy, light therapy, 1935]
56075φωτοθερμόλυσηφω-το-θερ-μό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): μέθοδος για την αφαίρεση της ανεπιθύμητης τριχοφυΐας, η οποία βασίζεται στην καταστροφή του θύλακα της τρίχας με εκπομπή έντονου παλμικού φωτός: επιλεκτική ~. Βλ. φωτοαποτρίχωση, φωτόλυση. [< αγγλ. photothermolysis, γαλλ. photothermolyse, γερμ. Photothermolyse]
56076φωτοθήκηφω-το-θή-κη ουσ. (θηλ.): αρχείο φωτογραφιών και γενικότ. οπτικού υλικού, συνήθ. σε ψηφιακή μορφή. Βλ. -θήκη, φωτοτράπεζα. [< γαλλ. photothèque, 1939]
56077φωτοκαρκινογένεσηφω-το-καρ-κι-νο-γέ-νε-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. διαδικασία ανάπτυξης καρκίνου του δέρματος εξαιτίας της έκθεσης στην ηλιακή ακτινοβολία. Βλ. φωτογήρανση. [< αγγλ. photocarcinogenesis]
56078φωτοκατάλυσηφω-το-κα-τά-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. επιτάχυνση χημικής αντίδρασης, η οποία οφείλεται στην επίδραση ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, κυρ. του ορατού φωτός: ετερογενής ~ (: μέθοδος για την καταστροφή τοξικών οργανικών χημικών ουσιών). [< αγγλ. photocatalysis, 1913, γαλλ. photocatalyse, γερμ. Photokatalyse]
56079φωτοκαταλυτικός, ή, ό φω-το-κα-τα-λυ-τι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που λειτουργεί, γίνεται με φωτοκατάλυση ή είναι κατάλληλος για αυτή: ~ή: διάσπαση (νερού)/οξείδωση.|| ~ός: ιονιστής. ~ό: φίλτρο. ~ά: υλικά. [< αγγλ. photocatalytic, 1959]
56080φωτοκολάζφω-το-κο-λάζ ουσ. (ουδ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. κολάζ φωτογραφιών, φωτογραφικό κολάζ. Βλ. φωτομοντάζ. [< αγγλ. photocollage, 1997]
56081φωτοκόπιαφω-το-κό-πια ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. φωτοτυπία: Βγάζω ~ες. Πβ. αντίγραφο, κόπια. ΣΥΝ. φωτοαντίγραφο 2. (μτφ.-αρνητ. συνυποδ.) πιστή απομίμηση: Είναι ~ του αδερφού του. Η χθεσινή του δήλωση ήταν ~ προηγούμενων δηλώσεων. [< γαλλ. photocopie, ιταλ. fotocopia, 1917, αμερικ. photocopy, 1934]
56082φωτοκύτταροφω-το-κύτ-τα-ρο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άρου}: ΦΥΣ. ηλεκτρονική διάταξη που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα ή ελέγχει τη ροή του ανάλογα με τον βαθμό φωτεινής ακτινοβολίας που δέχεται, φωτοηλεκτρικό κύτταρο: βρύση/ντουί με ~. Οι πόρτες ανοίγουν αυτόματα με ~. ΣΥΝ. φωτοστοιχείο [< αγγλ. photocell, photoelectric cell]
56083φωτολιθογραφίαφω-το-λι-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. -ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος αναπαραγωγής εικόνας πάνω σε λιθογραφική πλάκα με φωτογράφιση· ειδικότ. μέθοδος επίπεδης εκτύπωσης η οποία χρησιμοποιεί πλάκες από αρνητικά φωτογραφιών και τυπώνεται με την τεχνική όφσετ. Βλ. -γραφία, φωτοτσιγκογραφία. 2. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. διαδικασία παραγωγής ολοκληρωμένων κυκλωμάτων με φωτογράφισή τους σε φωτοευαίσθητο υπόστρωμα, συνήθ. πυριτίου, και επιλεκτική χάραξη. [< γαλλ. photolithographie, αγγλ. photolithography, γερμ. Photolithographie]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.