| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56090 | φωτόμετρο | φω-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της έντασης και της ροής του φωτός που εκπέμπεται από πηγή: φορητό/ψηφιακό ~. 2. ΦΩΤΟΓΡ. όργανο, συνήθ. ενσωματωμένο στη φωτογραφική μηχανή, το οποίο καθορίζει την ταχύτητα του κλείστρου και το άνοιγμα του διαφράγματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή έκθεση του φιλμ σε δεδομένες συνθήκες φωτισμού. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. photomètre, αγγλ. photometer] | |
| 56091 | φωτομετρώ | [φωτομετρῶ] φω-το-με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): μετρώ τη φωτεινότητα μιας πηγής ή φωτισμένης επιφάνειας με τη χρήση φωτόμετρου. Βλ. -μετρώ. [< αγγλ. photometer, 1900] | |
| 56092 | φωτομηχανή | φω-το-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΤΟΠΟΓΡ. ειδική φωτογραφική μηχανή που χρησιμοποιείται στη φωτογραμμετρία, φωτογραμμετρική μηχανή. Βλ. -μηχανή. | |
| 56093 | φωτομηχανικός | , ή, ό φω-το-μη-χα-νι-κός επίθ. 1. ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη μέθοδο παραγωγής φωτοτυπιών με τη χρήση φωτογραφίας: ~ή: αναπαραγωγή/ανατύπωση. 2. που συνδυάζει ιδιότητες του φωτός και της μηχανικής: ~ή: δράση/καταστροφή. [< γαλλ. photomécanique, αγγλ. photo-mechanical] | |
| 56094 | φωτομόλυνση | φω-το-μό-λυν-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): φωτορύπανση. | |
| 56095 | φωτομοντάζ | φω-το-μο-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική δημιουργίας μιας φωτογραφίας από τη συνένωση άλλων φωτογραφιών ή τμημάτων τους, φωτογραφικό μοντάζ· το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας: Το φωτογραφικό ντοκουμέντο είναι αποτέλεσμα/προϊόν ~.|| Αστεία ~. Βλ. φωτοκολάζ. [< γαλλ. photomontage, 1927, αγγλ. ~, 1931] | |
| 56096 | φωτομοντέλο | φω-το-μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.): άτομο που εργάζεται ως μοντέλο, κυρ. σε φωτογραφίσεις, με σκοπό τη διαφήμιση ρούχων ή άλλων καταναλωτικών προϊόντων: γνωστό/διάσημο ~. [< γερμ. Fotomodell, ιταλ. fotomodello, 1967] | |
| 56097 | φωτομωσαϊκό | φω-το-μω-σα-ϊ-κό ουσ. (ουδ.): σύνθετη φωτογραφία η οποία αποτελείται από επιμέρους φωτογραφίες, συνήθ. αεροφωτογραφίες, που απεικονίζουν τμήματα μιας ευρύτερης περιοχής. [< αγγλ. photomosaic, 1920] | |
| 56098 | φωτονικός | , ή, ό φω-το-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το φωτόνιο, που η λειτουργία του βασίζεται σε φωτόνια: ~ός: διακόπτης. ~ή: τεχνολογία. ~ό: μικροσκόπιο. ~ά: υλικά. ● Ουσ.: φωτονική (η): κλάδος που μελετά τις ιδιότητες και τις εφαρμογές των φωτονίων, κυρ. ως μέσων μετάδοσης πληροφοριών. [< αγγλ. photonics, 1952] ● ΣΥΜΠΛ.: φωτονικός κρύσταλλος: ΦΥΣ. περιοδική διάταξη που αποτελείται από υλικά με διαφορετική διηλεκτρική σταθερά και μεταβαλλόμενο δείκτη διάθλασης. [< αγγλ. photonic, 1938, γαλλ. photonique, 1942] | |
| 56099 | φωτόνιο | φω-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωτονί-ου}: ΦΥΣ. κβάντο ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που δεν διαθέτει μάζα ή ηλεκτρικό φορτίο: ~α υψηλής ενέργειας. Μήκος κύματος/συχνότητα ~ου. Βλ. μποζ-, φων-όνιο. [< γαλλ. photon, περ. 1923, αγγλ. ~, 1926] | |
| 56100 | φωτοπαγίδα | φω-το-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με έντονο φως για την προσέλκυση και εξόντωση νυκτόβιων εντόμων. [< αγγλ. light trap] | |
| 56101 | φωτοπεριοδισμός | φω-το-πε-ρι-ο-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φωτοπεριοδικότητα (η): ΒΙΟΛ. η φυσιολογική αντίδραση ενός φυτικού ή ζωικού οργανισμού στις περιοδικές εναλλαγές φωτεινής και σκοτεινής φάσης, που εκδηλώνεται κυρ. με μεταβολές στη συμπεριφορά και τη φυσιολογία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. photoperiodism, περ. 1911, γαλλ. photopériodisme] | |
| 56102 | φωτοπερίοδος | φω-το-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. (για φυτά ή ζώα) το χρονικό διάστημα στη διάρκεια του ημερήσιου κύκλου κατά το οποίο δέχονται φως ή είναι στο σκοτάδι. [< αγγλ. photoperiod, 1920, γαλλ. photopériode, περ. 1950] | |
| 56103 | φωτοπηξία | φω-το-πη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία χρησιμοποιείται ισχυρή δέσμη φωτός για την πήξη τμημάτων ιστού, κυρ. σε περιπτώσεις αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα: εστιακή ~. ~ με λέιζερ.|| ~ για τη θεραπεία των αιμορροΐδων. [< αγγλ. photocoagulation, 1958] | |
| 56104 | φωτοπλημμύρα | φω-το-πλημ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): άπλετο φυσικό ή τεχνητό φως. Πβ. φωτοχυσία. | |
| 56105 | φωτοπολλαπλασιαστής | φω-το-πολ-λα-πλα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ηλεκτρονική συσκευή η οποία μπορεί να ανιχνεύει ακόμα και χαμηλής συχνότητας ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και να ενισχύει το ηλεκτρικό της σήμα. [< αγγλ. photomultiplier (tube), 1941, γαλλ. photomultiplicateur, 1957] | |
| 56106 | φωτοπολυμερές | φω-το-πο-λυ-με-ρές ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολυμερές που παρουσιάζει ευαισθησία στο φως και του οποίου οι φυσικές ιδιότητες μεταβάλλονται με την έκθεση σε ορατή ή υπεριώδη ακτινοβολία· χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή τυπογραφικών πλακών: (κ. ως επίθ.) ~ή: υλικά. [< αγγλ. photopolymer, 1932] | |
| 56107 | φωτοπολυμερισμός | φω-το-πο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. πολυμερισμός κάτω από την επίδραση φυσικού ή τεχνητού φωτός: λυχνία/συσκευές ~ού. Λεύκανση δοντιών με χρήση ~ού. [< αγγλ. photopolymerization, 1920] | |
| 56108 | φωτοπροστασία | φω-το-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. προστασία του δέρματος από τις ανεπιθύμητες επιδράσεις της υπεριώδους ακτινοβολίας: φυσική (: με αποφυγή της έκθεσης στον ήλιο) ~. [< αγγλ. photo-protection, 1958] | |
| 56109 | φωτορεαλισμός | φω-το-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τρισδιάστατη αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων ή χώρων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, η οποία αποδίδει πιστά λεπτομέρειες σχετικές με τα υλικά, τα χρώματα ή τον φωτισμό: αρχιτεκτονικός/εσωτερικός ~. Βλ. μακέτα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία της ζωγραφικής, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ρεαλιστική αναπαράσταση ενός θέματος με φωτογραφική ακρίβεια. [< 2: ιταλ. fotorealismo, 1944, αγγλ. photorealism, 1961] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ