| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56084 | φωτόλουτρο | φω-τό-λου-τρο ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική έκθεση του σώματος σε φυσική ή τεχνητή φωτεινή πηγή για θεραπευτικούς σκοπούς. Βλ. -λουτρο. [< γερμ. Lichtbad] | |
| 56085 | φωτόλυση | φω-τό-λυ-ση ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. μη αναστρέψιμη διάσπαση χημικής ένωσης λόγω της απορρόφησης ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, κυρ. του ορατού φωτός: αποτρίχωση με ~ (= φωτοθερμόλυση). Βλ. παλμικό φως, φωτοαποτρίχωση.|| (στα φυτά:) ~ του νερού. Βλ. φωτοσύνθεση. [< αγγλ. photolysis, 1903, γαλλ. photolyse, περ. 1950] | |
| 56086 | φωτομεταφορά | φω-το-με-τα-φο-ρά ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. αποτύπωση θέματος από φιλμ ή άλλο μέσο σε κατάλληλη μεταλλική φωτοευαίσθητη επιφάνεια. | |
| 56087 | φωτομέτρηση | φω-το-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): μέτρηση της φωτεινότητας του αντικειμένου που πρόκειται να φωτογραφηθεί, με σκοπό να γίνουν οι απαραίτητες ρυθμίσεις: αυτόματη ~. ~ σημείου. Εύρος ~ης. Βλ. -μέτρηση. | |
| 56088 | φωτομετρία | φω-το-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΠΤ. κλάδος που ασχολείται με τη μέτρηση μεγεθών που σχετίζονται με την ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία την οποία μπορεί να ανιχνεύσει ο ανθρώπινος οφθαλμός: αστρική φωτοηλεκτρική ~ (: μέτρηση ποσοτήτων σχετικών με το φως αστρικών αντικειμένων). Βλ. -μετρία, φασματο~. [< γαλλ. photométrie, αγγλ. photometry] | |
| 56089 | φωτομετρικός | , ή, ό φω-το-με-τρι-κός επίθ.: ΟΠΤ. που σχετίζεται με τη φωτομετρία: ~ή: μέθοδος/μελέτη. ~ό: σύστημα. ~ές: μονάδες. ~ά: όργανα/χαρακτηριστικά. [< γαλλ. photométrique, αγγλ. photometric(al)] | |
| 56090 | φωτόμετρο | φω-τό-με-τρο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. όργανο μέτρησης της έντασης και της ροής του φωτός που εκπέμπεται από πηγή: φορητό/ψηφιακό ~. 2. ΦΩΤΟΓΡ. όργανο, συνήθ. ενσωματωμένο στη φωτογραφική μηχανή, το οποίο καθορίζει την ταχύτητα του κλείστρου και το άνοιγμα του διαφράγματος, προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη δυνατή έκθεση του φιλμ σε δεδομένες συνθήκες φωτισμού. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. photomètre, αγγλ. photometer] | |
| 56091 | φωτομετρώ | [φωτομετρῶ] φω-το-με-τρώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.): μετρώ τη φωτεινότητα μιας πηγής ή φωτισμένης επιφάνειας με τη χρήση φωτόμετρου. Βλ. -μετρώ. [< αγγλ. photometer, 1900] | |
| 56092 | φωτομηχανή | φω-το-μη-χα-νή ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. -ΤΟΠΟΓΡ. ειδική φωτογραφική μηχανή που χρησιμοποιείται στη φωτογραμμετρία, φωτογραμμετρική μηχανή. Βλ. -μηχανή. | |
| 56093 | φωτομηχανικός | , ή, ό φω-το-μη-χα-νι-κός επίθ. 1. ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη μέθοδο παραγωγής φωτοτυπιών με τη χρήση φωτογραφίας: ~ή: αναπαραγωγή/ανατύπωση. 2. που συνδυάζει ιδιότητες του φωτός και της μηχανικής: ~ή: δράση/καταστροφή. [< γαλλ. photomécanique, αγγλ. photo-mechanical] | |
| 56094 | φωτομόλυνση | φω-το-μό-λυν-ση ουσ. (θηλ.) (σπάν.): φωτορύπανση. | |
| 56095 | φωτομοντάζ | φω-το-μο-ντάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνική δημιουργίας μιας φωτογραφίας από τη συνένωση άλλων φωτογραφιών ή τμημάτων τους, φωτογραφικό μοντάζ· το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας: Το φωτογραφικό ντοκουμέντο είναι αποτέλεσμα/προϊόν ~.|| Αστεία ~. Βλ. φωτοκολάζ. [< γαλλ. photomontage, 1927, αγγλ. ~, 1931] | |
| 56096 | φωτομοντέλο | φω-το-μο-ντέ-λο ουσ. (ουδ.): άτομο που εργάζεται ως μοντέλο, κυρ. σε φωτογραφίσεις, με σκοπό τη διαφήμιση ρούχων ή άλλων καταναλωτικών προϊόντων: γνωστό/διάσημο ~. [< γερμ. Fotomodell, ιταλ. fotomodello, 1967] | |
| 56097 | φωτομωσαϊκό | φω-το-μω-σα-ϊ-κό ουσ. (ουδ.): σύνθετη φωτογραφία η οποία αποτελείται από επιμέρους φωτογραφίες, συνήθ. αεροφωτογραφίες, που απεικονίζουν τμήματα μιας ευρύτερης περιοχής. [< αγγλ. photomosaic, 1920] | |
| 56098 | φωτονικός | , ή, ό φω-το-νι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με το φωτόνιο, που η λειτουργία του βασίζεται σε φωτόνια: ~ός: διακόπτης. ~ή: τεχνολογία. ~ό: μικροσκόπιο. ~ά: υλικά. ● Ουσ.: φωτονική (η): κλάδος που μελετά τις ιδιότητες και τις εφαρμογές των φωτονίων, κυρ. ως μέσων μετάδοσης πληροφοριών. [< αγγλ. photonics, 1952] ● ΣΥΜΠΛ.: φωτονικός κρύσταλλος: ΦΥΣ. περιοδική διάταξη που αποτελείται από υλικά με διαφορετική διηλεκτρική σταθερά και μεταβαλλόμενο δείκτη διάθλασης. [< αγγλ. photonic, 1938, γαλλ. photonique, 1942] | |
| 56099 | φωτόνιο | φω-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.) {φωτονί-ου}: ΦΥΣ. κβάντο ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας που δεν διαθέτει μάζα ή ηλεκτρικό φορτίο: ~α υψηλής ενέργειας. Μήκος κύματος/συχνότητα ~ου. Βλ. μποζ-, φων-όνιο. [< γαλλ. photon, περ. 1923, αγγλ. ~, 1926] | |
| 56100 | φωτοπαγίδα | φω-το-πα-γί-δα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με έντονο φως για την προσέλκυση και εξόντωση νυκτόβιων εντόμων. [< αγγλ. light trap] | |
| 56101 | φωτοπεριοδισμός | φω-το-πε-ρι-ο-δι-σμός ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φωτοπεριοδικότητα (η): ΒΙΟΛ. η φυσιολογική αντίδραση ενός φυτικού ή ζωικού οργανισμού στις περιοδικές εναλλαγές φωτεινής και σκοτεινής φάσης, που εκδηλώνεται κυρ. με μεταβολές στη συμπεριφορά και τη φυσιολογία. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. photoperiodism, περ. 1911, γαλλ. photopériodisme] | |
| 56102 | φωτοπερίοδος | φω-το-πε-ρί-ο-δος ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. (για φυτά ή ζώα) το χρονικό διάστημα στη διάρκεια του ημερήσιου κύκλου κατά το οποίο δέχονται φως ή είναι στο σκοτάδι. [< αγγλ. photoperiod, 1920, γαλλ. photopériode, περ. 1950] | |
| 56103 | φωτοπηξία | φω-το-πη-ξί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. χειρουργική τεχνική κατά την οποία χρησιμοποιείται ισχυρή δέσμη φωτός για την πήξη τμημάτων ιστού, κυρ. σε περιπτώσεις αποκόλλησης του αμφιβληστροειδούς χιτώνα: εστιακή ~. ~ με λέιζερ.|| ~ για τη θεραπεία των αιμορροΐδων. [< αγγλ. photocoagulation, 1958] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ