Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5640-5660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4715αντιπρόπερσι[ἀντιπρόπερσι] α-ντι-πρό-περ-σι επίρρ.: τρία χρόνια πριν. Βλ. πέρσι, πρόπερσι, φέτος, του χρόνου.
4716αντιπροσφέρω[ἀντιπροσφέρω] α-ντι-προ-σφέ-ρω ρ. (μτβ.) {αντιπροσέφερα}: ανταποδίδω προσφορά που μου έγινε: ~ αγάπη/δώρα. [< αρχ. ἀντιπροσφέρω]
4717αντιπροσφορά[ἀντιπροσφορά] α-ντι-προ-σφο-ρά ουσ. (θηλ.): προσφορά που ανταγωνίζεται άλλη: απόρριψη/υποβολή ~άς. Κάνω ~. Δεν θα γίνει δεκτή καμία ~. [< γαλλ. contre-offre]
4718αντιπροσωπεία[ἀντιπροσωπεία] α-ντι-προ-σω-πεί-α ουσ. (θηλ.) & αντιπροσωπία 1. (περιληπτ.) σύνολο ατόμων που ενεργούν ως αντιπρόσωποι άλλων για συγκεκριμένο σκοπό: διεθνής/ελληνική/μόνιμη/στρατιωτική/τριμελής ~. ~ εργαζομένων/της Ευρωπαϊκής Επιτροπής/της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Συνάντηση με ~ της ΓΣΕΕ. Η ~ θα μεταβεί ... ΣΥΝ. αποστολή (3) 2. εκπροσώπηση εταιρείας για τη διάθεση των προϊόντων της και συνεκδ. η επιχείρηση που την αναλαμβάνει: αποκλειστική/εμπορική/επίσημη ~. ~ αυτοκινήτων/γεωργικών μηχανημάτων/υποδημάτων. Εργάζεται σε ~ φαρμάκων. ~ες-εισαγωγές-εμπόριο. Πβ. αντιπροσώπευση. ● ΣΥΜΠΛ.: εθνική αντιπροσωπεία: η Βουλή, το κοινοβούλιο μιας χώρας. [< γαλλ. Assemblée nationale] , διπλωματική αποστολή/αντιπροσωπεία βλ. διπλωματικός [< γαλλ. représentation]
4719αντιπροσώπευση[ἀντιπροσώπευση] α-ντι-προ-σώ-πευ-ση ουσ. (θηλ.): ανάληψη του ρόλου του αντιπροσώπου, εκπροσώπηση: δικαστική/εμπορική/νομική (πβ. πληρεξουσιότητα) ~. Αποκλειστική ~ των προϊόντων μιας εταιρείας στο εξωτερικό (πβ. αντιπροσωπεία). Δικαίωμα/σύμβαση ~ης.|| ~ θρησκευτικών ομάδων/μεταναστών/των πολιτών στη Βουλή. Φορείς ~ης εργοδοτών-εργαζομένων.|| (ΠΟΛΙΤ.) Η αρχή της ~ης. Το σύστημα της αναλογικής ~ης. Δημοκρατικοί θεσμοί ~ης. [< γαλλ. représentation]
4720αντιπροσωπευτικός, ή, ό [ἀντιπροσωπευτικός] α-ντι-προ-σω-πευ-τι-κός επίθ. 1. που εμφανίζει, συγκεντρώνει τα βασικά χαρακτηριστικά ορισμένου συνόλου: ~ός: τύπος. ~ή: εικόνα/προσωπικότητα (πβ. εμβληματικός). ~ό: παράδειγμα. ~ά: κείμενα. Ζωγράφος ~ της εποχής του. ~ά έργα της νεοελληνικής πεζογραφίας. Το ~ότερο άλμπουμ του συγκροτήματος. Πβ. χαρακτηριστικός. 2. που αντιπροσωπεύει κάποιον ή κάτι: ~ός: φορέας. ~ό: γραφείο. ~ά: όργανα. (ΠΟΛΙΤ.) ~ά: σώματα (: βουλή, γερουσία). ● επίρρ.: αντιπροσωπευτικά ● ΣΥΜΠΛ.: αντιπροσωπευτικό συγκρότημα: ΑΘΛ. Εθνική Ομάδα: Το ~ μας ~. [< αγγλ. representative team] , αντιπροσωπευτική/έμμεση δημοκρατία βλ. δημοκρατία, αντιπροσωπευτικό δείγμα βλ. δείγμα [< γαλλ. représentatif]
4721αντιπροσωπευτικότητα[ἀντιπροσωπευτικότητα] α-ντι-προ-σω-πευ-τι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του αντιπροσωπευτικού: υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ των αιρετών διοικητικών οργάνων/πολιτικών κομμάτων στη Βουλή. Πβ. αντιπροσώπευση.|| (ΣΤΑΤΙΣΤ.) ~ ενός δείγματος. Βλ. -ότητα. [< γαλλ. représentativité, 1954]
4722αντιπροσωπεύω[ἀντιπροσωπεύω] α-ντι-προ-σω-πεύ-ω ρ. (μτβ.) {αντιπροσώπευ-σα, -σει, -θηκε κ. -τηκε, -θεί κ. -τεί, -οντας, -όμενος, (σπάν.) -μένος} 1. είμαι εξουσιοδοτημένος να ενεργώ ως αντιπρόσωπος: ~ει την οργάνωση. Ως σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών ~σε την Ελλάδα σε πολλά διεθνή συνέδρια. Η εταιρεία ~εται από ... Ο ~όμενος μπορεί να ζητήσει αποζημίωση από τον πληρεξούσιο. ΣΥΝ. εκπροσωπώ (1) 2. εκφράζω: Ποιο είδος μουσικής σας ~ει; 3. αντιστοιχώ με κάτι, συμβολίζω: Μετοχές που ~ουν ποσό άνω των 8 δις ευρώ. Τα εικονίδια στην επιφάνεια εργασίας του Η/Υ ~ουν προγράμματα ή λειτουργίες. 4. αποτελώ, συνιστώ: H θέρμανση ~ει το ...% του συνόλου της ενέργειας που καταναλώνουν τα κτίρια. [< μεσν. αντιπροσωπεύω, γαλλ. représenter]
4723αντιπρόσωπος[ἀντιπρόσωπος] α-ντι-πρό-σω-πος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {αντιπροσώπ-ου | -ων, -ους}: πρόσωπο που με εξουσιοδότηση ενεργεί ή παρίσταται για λογαριασμό άλλου: ειδικός/εξουσιοδοτημένος/επίσημος/μόνιμος/νόμιμος ~. Οι ~οι του έθνους/του λαού (: οι βουλευτές). Οι ~οι του Θεού (: οι ιερείς). Ορίστηκε/στάλθηκε (ως) ~. ~-πωλητής. Η Βουλή των ~ων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πβ. απεσταλμένος, πληρεξούσιος, πράκτορας.|| (ΝΟΜ.) Άμεσος/έμμεσος ~.|| (σπανιότ.) Βασικός ~ (= εκφραστής) μιας άποψης/ομάδας. ΣΥΝ. εκπρόσωπος. Βλ. -πρόσωπος. ● ΣΥΜΠΛ.: αποκλειστικός αντιπρόσωπος: ΕΜΠΟΡ. φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει το δικαίωμα της αποκλειστικής διάθεσης των προϊόντων μιας επιχείρησης σε ορισμένη περιοχή: ~ ~ και διανομέας/εισαγωγέας της εταιρείας ... [< αγγλ. exclusive representative] , δικαστικός αντιπρόσωπος: νομικός στον οποίο ανατίθεται ο έλεγχος για τη νομιμότητα της εκλογικής διαδικασίας και της έκδοσης των αποτελεσμάτων εκλογικού τμήματος., διπλωματικός αντιπρόσωπος/εκπρόσωπος: πρόσωπο επίσημα εξουσιοδοτημένο από το κράτος να το εκπροσωπεί διπλωματικά στο εξωτερικό. Πβ. διπλωμάτης, επιτετραμμένος, πρεσβευτής., εκλογικός αντιπρόσωπος: αντιπρόσωπος κόμματος ή υποψηφίου σε εκλογικό τμήμα, στον οποίο ανατίθεται η τήρηση της διαφάνειας της εκλογικής διαδικασίας και της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων., εμπορικός αντιπρόσωπος: φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αντιπροσωπεύει μία ή περισσότερες παραγωγικές ή εμπορικές επιχειρήσεις έναντι των πελατών εμπόρων. Βλ. διανομέας. , Επιτροπή Μονίμων Αντιπροσώπων (ακρ. ΕΜΑ): όργανο που αποτελείται από πρέσβεις των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και έχει ως έργο την προετοιμασία των εργασιών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [< γαλλ. Comité des Représentants Permanents] [< μεσν. αντιπρόσωπος, γαλλ. représentant, αγγλ. representative]
4724αντιπρόταση[ἀντιπρόταση] α-ντι-πρό-τα-ση ουσ. (θηλ.): πρόταση που στοχεύει στην αναίρεση, τροποποίηση ή συμπλήρωση κάποιας άλλης: ολοκληρωμένη/πολιτική ~. Κριτική χωρίς συγκεκριμένη ~. Καταθέτω/υποβάλλω ~. Η επιλογή έγινε ομόφωνα, καθώς δεν υπήρξε ουσιαστική ~. Έχετε κάποια ~;|| (ΝΟΜ.) ~άσεις με επιχειρήματα κατά του αντιδίκου. Βλ. αντεπιχείρημα. [< μτγν. ἀντιπρότασις, γαλλ. contre-proposition]
4725αντιπροτείνω[ἀντιπροτείνω] α-ντι-προ-τεί-νω ρ. (μτβ.) {αντιπρότεινα, αντιπροτά-θηκε, αντιπροτείν-οντας}: κάνω αντιπρόταση: ~ αλλαγές/λύσεις. Έχω να ~ το εξής ... Αμφισβητείς, χωρίς να ~εις. Το αίτημα απορρίφθηκε και ~θηκε να ... ΣΥΝ. αντιπαραθέτω (2), αντιπαρατάσσω (2), αντιτάσσω (1), αντιτείνω [< μτγν. ἀντιπροτείνω]
4726αντιπροχθές[ἀντιπροχθές] α-ντι-προ-χθές επίρρ. & αντίπροχθες & αντιπροχτές (λαϊκό): τρεις μέρες πριν. Βλ. προχθές, χθες, (αντιμεθ)αύριο.
4727αντιπρυτανεία[ἀντιπρυτανεία] α-ντι-πρυ-τα-νεί-α ουσ. (θηλ.) (ως το 2011) 1. το αξίωμα του αντιπρύτανη· συνεκδ. το χρονικό διάστημα της θητείας του ή οι ίδιοι οι αντιπρυτάνεις: υποψήφιοι για την ~. Ανέλαβε την ~.|| Το αίτημα κατατέθηκε από την ~. 2. (συνεκδ.) το γραφείο του αντιπρύτανη. Βλ. πρυτανεία. [< γερμ. Prorektorat, γαλλ. vice-rectorat]
4728αντιπρύτανης[ἀντιπρύτανης] α-ντι-πρύ-τα-νης ουσ. (αρσ. + θηλ., σπανιότ. αντιπρυτάνισσα): ο δεύτερος στην πανεπιστημιακή ιεραρχία μετά τον πρύτανη: Οι τέσσερις ~άνεις στο ΕΚΠΑ: Διοικητικών Υποθέσεων και Φοιτητικής Μέριμνας, Έρευνας, Καινοτομίας και Δια Βίου Μάθησης, Ακαδημαϊκών, Διεθνών Σχέσεων και Εξωστρέφειας Οικονομικών και Ανάπτυξης. [< γερμ. Prorektor, γαλλ. vice-recteur]
4729αντιπρωτόνιο[ἀντιπρωτόνιο] α-ντι-πρω-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. αντισωματίδιο του πρωτονίου με (αρνητικό) ηλεκτρικό φορτίο. Βλ. αντινετρόνιο, αντιύλη. [< αγγλ. antiproton, 1940, γαλλ. antiproton, 1956]
4730αντιπτέραρχος[ἀντιπτέραρχος] α-ντι-πτέ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΣΤΡΑΤ. ανώτατος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, ανώτερος από τον υποπτέραρχο και κατώτερος από τον πτέραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιστράτηγο του Στρατού Ξηράς, της Ελληνικής Αστυνομίας και της Πυροσβεστικής και τον αντιναύαρχο του Πολεμικού Ναυτικού και του Λιμενικού Σώματος.
4731αντιπτέριση[ἀντιπτέριση] α-ντι-πτέ-ρι-ση ουσ. (θηλ.) (επίσ.): ΑΘΛ. μπάντμιντον.
4732αντιπύρ[ἀντιπύρ] α-ντι-πύρ ουσ. (ουδ.): μέθοδος δασοπυρόσβεσης που συνίσταται σε εσκεμμένη και ελεγχόμενη καύση μιας λωρίδας γης, προκειμένου να σταματήσει η φωτιά, όταν φτάσει σε αυτό το σημείο. Βλ. αντιπυρική ζώνη. [< γαλλ. contre-feu]
4733αντιπύραρχος[ἀντιπύραρχος] α-ντι-πύ-ραρ-χος ουσ. (αρσ. + θηλ.): υψηλόβαθμος αξιωματικός της Πυροσβεστικής, ανώτερος από τον επιπυραγό και κατώτερος από τον πύραρχο κατά έναν βαθμό· αντιστοιχεί στον αντιπλοίαρχο του Λιμενικού Σώματος και του Πολεμικού Ναυτικού, τον αστυνομικό υποδιευθυντή της Ελληνικής Αστυνομίας, τον αντισυνταγματάρχη του Στρατού Ξηράς και τον αντισμήναρχο της Πολεμικής Αεροπορίας.
4734αντιπυραυλικός, ή, ό [ἀντιπυραυλικός] α-ντι-πυ-ραυ-λι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που στοχεύει στην εξουδετέρωση εχθρικών πυραύλων: ~ή: άμυνα/ασπίδα/προστασία. ~ό: ραντάρ. Εγκατάσταση ~ού συστήματος. Βλ. αντι-αρματικός, -βαλλιστικός. [< αγγλ. antimissile, 1956, γαλλ. ~, 1960]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.