| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56110 | φωτορεαλιστικός | , ή, ό φω-το-ρε-α-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φωτορεαλισμό: ~ή: αναπαράσταση/απόδοση/εικόνα. ~ές: απεικονίσεις (κτιρίων). ~ά: γραφικά. (ως ουσ.) Πρόγραμμα με το οποίο παράγονται τα ~ά (ενν. σχέδια).|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: ζωγραφική. ~οί: πίνακες. ~ά: πορτρέτα. ● επίρρ.: φωτορεαλιστικά [< αγγλ. photorealist, 1973] | |
| 56111 | φωτορεπορτάζ | φω-το-ρε-πορ-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φωτογραφική κάλυψη γεγονότων της επικαιρότητας· φωτογραφικό ρεπορτάζ: αθλητικό ~. ~ γάμου. Βραβεία/πρακτορείο ~. Πλούσιο ~ από τον αγώνα/τη συναυλία. Πβ. φωτοδημοσιογραφία. ΣΥΝ. φωτοειδησεογραφία [< γαλλ. photoreportage, 1913, γερμ. Photoreportage, αγγλ. photo-reportage, 1960] | |
| 56112 | φωτορεπόρτερ | φω-το-ρε-πόρ-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας φωτογράφος που παρουσιάζει θέματα ή πρόσωπα της επικαιρότητας με φωτογραφικό υλικό σε εφημερίδες ή άλλα μέσα ηλεκτρονικής ή έντυπης ενημέρωσης: Μένει μακριά από τα φλας των ~. ΣΥΝ. φωτοειδησεογράφος [< γαλλ. photoreporteur, 1913, γερμ. Fotoreporter, ιταλ. fotoreporter, 1956] | |
| 56113 | φωτορομάντζο | φω-το-ρο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φωτορομάντσο: αισθηματική ιστορία που παρουσιάζεται μέσα από εικόνες ή φωτογραφίες, οι οποίες συνοδεύονται από κείμενο σε λεζάντες, και δημοσιεύεται σε συνέχειες σε έντυπο μέσο ευρείας κυκλοφορίας. Βλ. βίπερ. [< ιταλ. fotoromanzo, 1949] | |
| 56114 | φωτορυθμικά | φω-το-ρυθ-μι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. φωτορυθμικό}: φώτα που αναβοσβήνουν στον ρυθμό της μουσικής, δημιουργώντας φωτιστικά εφέ: ντίσκο/νυχτερινό κέντρο με ~. ~ μικροφώνου. | |
| 56115 | φωτορύπανση | φω-το-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φωτορρύπανση: υπερβολικός νυχτερινός φωτισμός, κυρ. των δρόμων και των κτιρίων στα αστικά κέντρα, με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία, την υγεία και το οικοσύστημα. ΣΥΝ. φωτομόλυνση [< αγγλ. light pollution, 1968] | |
| 56117 | φωτοσβέστης | φω-το-σβέ-στης ουσ. (αρσ.) (μτφ.-λόγ.): πρόσωπο που εμποδίζει την πρόοδο, τον πνευματικό φωτισμό. Πβ. σκοταδιστής. ΑΝΤ. φωτοδότης. | |
| 56118 | φωτοσήμανση | φω-το-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση φωτεινών σημάτων: ~ αεροδρομίων/εισόδου. Σύστημα ~ης. Βλ. οδοσήμανση. | |
| 56119 | φωτοσκιάζω | φω-το-σκι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.): δημιουργώ φωτοσκιάσεις: Ο ζωγράφος ~ει το περίγραμμα των αντικειμένων με μολύβι. | |
| 56120 | φωτοσκίαση | φω-το-σκί-α-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία διαφορετικών τόνων σκιάς και φωτός σε θέμα ζωγραφικού, σχεδιαστικού ή φωτογραφικού έργου, σε τρισδιάστατη αναπαράσταση ή φυσικό χώρο: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ρεαλιστικές ~άσεις. Παιχνίδι ~άσεων. Πβ. κιαροσκούρο. Βλ. σφουμάτο. ΣΥΝ. σκιοφωτισμός [< γαλλ. clair-obscur] | |
| 56121 | φώτοσοπ | φώ-το-σοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φότοσοπ: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα επεξεργασίας ψηφιακών φωτογραφιών, εικόνων, βίντεο ή γραφικών· κατ' επέκτ. το προϊόν αυτού του προγράμματος. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. photoshop, 1992, γαλλ. photoshoper, 2001] | |
| 56122 | φωτοσταθερός | , ή, ό φω-το-στα-θε-ρός επίθ.: (κυρ. για αντηλιακό προϊόν) που παρέχει σταθερή προστασία στο δέρμα, ανεξάρτητα από την ένταση του ηλιακού φωτός: ~ό: φίλτρο. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: φωτοσταθερά (τα): ΓΕΩΔ. χαρακτηριστικά σημεία του εδάφους που είναι ευδιάκριτα σε αεροφωτογραφίες, επίγειες λήψεις ή δορυφορικές εικόνες και αποτυπώνονται σε σύστημα συντεταγμένων χρήσιμο στη φωτογραμμετρία. [< αγγλ. photostable, 1921] | |
| 56123 | φωτοστέφανο | φω-το-στέ-φα-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φωτοστέφανος (ο) 1. στεφάνι φωτός γύρω από την κεφαλή ιερών προσώπων στη χριστιανική αγιογραφία: λαμπερό/χρυσό ~. Το ~ των Αγίων.|| (γενικότ.) Στην τοιχογραφία ο αυτοκράτορας φέρει ~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. άλως: γαλαξιακό ~. ~ γύρω από τον Ήλιο/τη Σελήνη. 3. (μτφ.) καταξίωση, δόξα: Με τη στάση του κέρδισε το ~ του μάρτυρα. Επέστρεψε στην πατρίδα με το ~ του ήρωα. [< 2: γερμ. Strahlenkranz] | |
| 56124 | φωτοστοιχείο | [φωτοστοιχεῖο] φω-το-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. φωτοκύτταρο. | |
| 56125 | φωτοστοιχειοθεσία | φω-το-στοι-χει-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. φωτογραφική ή μαγνητική αποτύπωση στοιχείων κειμένου και εικόνας σε φωτογραφικό φιλμ ή φωτοευαίσθητο χαρτί, το οποίο χρησιμοποιείται στη συνέχεια για τη δημιουργία τυπογραφικών πλακών. Βλ. λινοτυπία. ΣΥΝ. φωτοσύνθεση (2) [< αγγλ. photocomposition, 1929, γαλλ. ~, 1963] | |
| 56126 | φωτοστοιχειοθετικός | , ή, ό φω-το-στοι-χει-ο-θε-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτοστοιχειοθεσία: ~ή: μηχανή. ~ές: επιχειρήσεις/εργασίες. | |
| 56127 | φωτοσύνθεση | φω-το-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. σύνθετη χημική διαδικασία που γίνεται στα κύτταρα, κυρ. των πράσινων φυτών, κατά την οποία παράγονται υδρογονάνθρακες και οξυγόνο από διοξείδιο του άνθρακα και νερό με την ενέργεια του ηλιακού φωτός, το οποίο δεσμεύει η χλωροφύλλη: τεχνητή ~. Σκοτεινή/φωτεινή φάση της ~ης. 2. ΤΥΠΟΓΡ. φωτοστοιχειοθεσία. ● ΦΡ.: ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου βλ. δαίμονας [< 1: γερμ. Photosynthese, γαλλ. photosynthèse, αγγλ. photosynthesis] | |
| 56128 | φωτοσυνθέτει | φω-το-συν-θέ-τει ρ. (αμτβ.) {φωτοσυνθέ-σει}: ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. (για φυτά, φύκια και ορισμένα βακτήρια) επιτελεί τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης: Οι ετερότροφοι οργανισμοί δεν μπορούν να ~σουν. | |
| 56129 | φωτοσυνθετικός | , ή, ό φω-το-συν-θε-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη φωτοσύνθεση: ~ός: μηχανισμός. ~ή: ικανότητα. ~οί: οργανισμοί (βλ. φύκια). ~ές: χρωστικές (βλ. χλωροφύλλη). ~ά: βακτήρια (βλ. κυανοβακτήρια)/κύτταρα. Πβ. αυτότροφος. [< γαλλ. photosynthétique, 1902, αγγλ. photosynthetic, 1900] | |
| 56130 | φωτοσύστημα | φω-το-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. καθένα από τα δύο πρωτεϊνικά συμπλέγματα στα φυτά, τα φύκια και τα κυανοβακτήρια, τα οποία συμμετέχουν στη διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Βλ. χλωροπλάστης. [< αγγλ. photosystem, 1961, γαλλ. photosystème, 1978] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ