| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56104 | φωτοπλημμύρα | φω-το-πλημ-μύ-ρα ουσ. (θηλ.) (λογοτ.): άπλετο φυσικό ή τεχνητό φως. Πβ. φωτοχυσία. | |
| 56105 | φωτοπολλαπλασιαστής | φω-το-πολ-λα-πλα-σι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΦΥΣ. ηλεκτρονική συσκευή η οποία μπορεί να ανιχνεύει ακόμα και χαμηλής συχνότητας ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία και να ενισχύει το ηλεκτρικό της σήμα. [< αγγλ. photomultiplier (tube), 1941, γαλλ. photomultiplicateur, 1957] | |
| 56106 | φωτοπολυμερές | φω-το-πο-λυ-με-ρές ουσ. (ουδ.): ΧΗΜ.-ΤΕΧΝΟΛ. πολυμερές που παρουσιάζει ευαισθησία στο φως και του οποίου οι φυσικές ιδιότητες μεταβάλλονται με την έκθεση σε ορατή ή υπεριώδη ακτινοβολία· χρησιμοποιείται κυρ. για την κατασκευή τυπογραφικών πλακών: (κ. ως επίθ.) ~ή: υλικά. [< αγγλ. photopolymer, 1932] | |
| 56107 | φωτοπολυμερισμός | φω-το-πο-λυ-με-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΧΗΜ. πολυμερισμός κάτω από την επίδραση φυσικού ή τεχνητού φωτός: λυχνία/συσκευές ~ού. Λεύκανση δοντιών με χρήση ~ού. [< αγγλ. photopolymerization, 1920] | |
| 56108 | φωτοπροστασία | φω-το-προ-στα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ. προστασία του δέρματος από τις ανεπιθύμητες επιδράσεις της υπεριώδους ακτινοβολίας: φυσική (: με αποφυγή της έκθεσης στον ήλιο) ~. [< αγγλ. photo-protection, 1958] | |
| 56109 | φωτορεαλισμός | φω-το-ρε-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. τρισδιάστατη αναπαράσταση αντικειμένων, κτιρίων ή χώρων μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, η οποία αποδίδει πιστά λεπτομέρειες σχετικές με τα υλικά, τα χρώματα ή τον φωτισμό: αρχιτεκτονικός/εσωτερικός ~. Βλ. μακέτα. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία της ζωγραφικής, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας είναι η ρεαλιστική αναπαράσταση ενός θέματος με φωτογραφική ακρίβεια. [< 2: ιταλ. fotorealismo, 1944, αγγλ. photorealism, 1961] | |
| 56110 | φωτορεαλιστικός | , ή, ό φω-το-ρε-α-λι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον φωτορεαλισμό: ~ή: αναπαράσταση/απόδοση/εικόνα. ~ές: απεικονίσεις (κτιρίων). ~ά: γραφικά. (ως ουσ.) Πρόγραμμα με το οποίο παράγονται τα ~ά (ενν. σχέδια).|| (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ~ή: ζωγραφική. ~οί: πίνακες. ~ά: πορτρέτα. ● επίρρ.: φωτορεαλιστικά [< αγγλ. photorealist, 1973] | |
| 56111 | φωτορεπορτάζ | φω-το-ρε-πορ-τάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φωτογραφική κάλυψη γεγονότων της επικαιρότητας· φωτογραφικό ρεπορτάζ: αθλητικό ~. ~ γάμου. Βραβεία/πρακτορείο ~. Πλούσιο ~ από τον αγώνα/τη συναυλία. Πβ. φωτοδημοσιογραφία. ΣΥΝ. φωτοειδησεογραφία [< γαλλ. photoreportage, 1913, γερμ. Photoreportage, αγγλ. photo-reportage, 1960] | |
| 56112 | φωτορεπόρτερ | φω-το-ρε-πόρ-τερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.}: επαγγελματίας φωτογράφος που παρουσιάζει θέματα ή πρόσωπα της επικαιρότητας με φωτογραφικό υλικό σε εφημερίδες ή άλλα μέσα ηλεκτρονικής ή έντυπης ενημέρωσης: Μένει μακριά από τα φλας των ~. ΣΥΝ. φωτοειδησεογράφος [< γαλλ. photoreporteur, 1913, γερμ. Fotoreporter, ιταλ. fotoreporter, 1956] | |
| 56113 | φωτορομάντζο | φω-το-ρο-μά-ντζο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φωτορομάντσο: αισθηματική ιστορία που παρουσιάζεται μέσα από εικόνες ή φωτογραφίες, οι οποίες συνοδεύονται από κείμενο σε λεζάντες, και δημοσιεύεται σε συνέχειες σε έντυπο μέσο ευρείας κυκλοφορίας. Βλ. βίπερ. [< ιταλ. fotoromanzo, 1949] | |
| 56114 | φωτορυθμικά | φω-το-ρυθ-μι-κά ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. φωτορυθμικό}: φώτα που αναβοσβήνουν στον ρυθμό της μουσικής, δημιουργώντας φωτιστικά εφέ: ντίσκο/νυχτερινό κέντρο με ~. ~ μικροφώνου. | |
| 56115 | φωτορύπανση | φω-το-ρύ-παν-ση ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) φωτορρύπανση: υπερβολικός νυχτερινός φωτισμός, κυρ. των δρόμων και των κτιρίων στα αστικά κέντρα, με δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία, την υγεία και το οικοσύστημα. ΣΥΝ. φωτομόλυνση [< αγγλ. light pollution, 1968] | |
| 56117 | φωτοσβέστης | φω-το-σβέ-στης ουσ. (αρσ.) (μτφ.-λόγ.): πρόσωπο που εμποδίζει την πρόοδο, τον πνευματικό φωτισμό. Πβ. σκοταδιστής. ΑΝΤ. φωτοδότης. | |
| 56118 | φωτοσήμανση | φω-το-σή-μαν-ση ουσ. (θηλ.): τοποθέτηση φωτεινών σημάτων: ~ αεροδρομίων/εισόδου. Σύστημα ~ης. Βλ. οδοσήμανση. | |
| 56119 | φωτοσκιάζω | φω-το-σκι-ά-ζω ρ. (μτβ.) {κυρ. στον ενεστ.} (σπάν.): δημιουργώ φωτοσκιάσεις: Ο ζωγράφος ~ει το περίγραμμα των αντικειμένων με μολύβι. | |
| 56120 | φωτοσκίαση | φω-το-σκί-α-ση ουσ. (θηλ.): δημιουργία διαφορετικών τόνων σκιάς και φωτός σε θέμα ζωγραφικού, σχεδιαστικού ή φωτογραφικού έργου, σε τρισδιάστατη αναπαράσταση ή φυσικό χώρο: (ΚΑΛ. ΤΕΧΝ.) ρεαλιστικές ~άσεις. Παιχνίδι ~άσεων. Πβ. κιαροσκούρο. Βλ. σφουμάτο. ΣΥΝ. σκιοφωτισμός [< γαλλ. clair-obscur] | |
| 56121 | φώτοσοπ | φώ-το-σοπ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & φότοσοπ: ΠΛΗΡΟΦ. πρόγραμμα επεξεργασίας ψηφιακών φωτογραφιών, εικόνων, βίντεο ή γραφικών· κατ' επέκτ. το προϊόν αυτού του προγράμματος. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. photoshop, 1992, γαλλ. photoshoper, 2001] | |
| 56122 | φωτοσταθερός | , ή, ό φω-το-στα-θε-ρός επίθ.: (κυρ. για αντηλιακό προϊόν) που παρέχει σταθερή προστασία στο δέρμα, ανεξάρτητα από την ένταση του ηλιακού φωτός: ~ό: φίλτρο. Βλ. -ερός. ● Ουσ.: φωτοσταθερά (τα): ΓΕΩΔ. χαρακτηριστικά σημεία του εδάφους που είναι ευδιάκριτα σε αεροφωτογραφίες, επίγειες λήψεις ή δορυφορικές εικόνες και αποτυπώνονται σε σύστημα συντεταγμένων χρήσιμο στη φωτογραμμετρία. [< αγγλ. photostable, 1921] | |
| 56123 | φωτοστέφανο | φω-το-στέ-φα-νο ουσ. (ουδ.) & (σπάν.) φωτοστέφανος (ο) 1. στεφάνι φωτός γύρω από την κεφαλή ιερών προσώπων στη χριστιανική αγιογραφία: λαμπερό/χρυσό ~. Το ~ των Αγίων.|| (γενικότ.) Στην τοιχογραφία ο αυτοκράτορας φέρει ~. 2. ΜΕΤΕΩΡ. άλως: γαλαξιακό ~. ~ γύρω από τον Ήλιο/τη Σελήνη. 3. (μτφ.) καταξίωση, δόξα: Με τη στάση του κέρδισε το ~ του μάρτυρα. Επέστρεψε στην πατρίδα με το ~ του ήρωα. [< 2: γερμ. Strahlenkranz] | |
| 56124 | φωτοστοιχείο | [φωτοστοιχεῖο] φω-το-στοι-χεί-ο ουσ. (ουδ.): ΦΥΣ. φωτοκύτταρο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ