| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56131 | φωτόσφαιρα | φω-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό εξωτερικό στρώμα αστέρα και ειδικότ. του Ήλιου. Βλ. στέμμα, χρωμόσφαιρα. [< γαλλ. photosphère, αγγλ. photosphere] | |
| 56132 | φωτοτοξικός | , ή, ό φω-το-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φωτοτοξικότητα: ~ή: δερματίτιδα. ~ές: αντιδράσεις. Βλ. φωτοαλλεργικός. [< αγγλ. phototoxic, 1931] | |
| 56133 | φωτοτοξικότητα | φω-το-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή φωτοευαισθησίας η οποία οφείλεται στη λήψη φαρμακευτικών ουσιών. Βλ. φωτοαλλεργία, -ότητα. [< αγγλ. phototoxicity, 1931] | |
| 56134 | φωτοτρανζίστορ | φω-το-τραν-ζί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τρανζίστορ επαφής, το ρεύμα του οποίου προέρχεται από τη συγκέντρωση της ακτινοβολίας του φωτός που πέφτει πάνω του, με τη βοήθεια ενός μικρού φακού στην επαφή βάσης-συλλέκτη. Βλ. φωτοδίοδος. [< αγγλ. phototransistor, 1950, γαλλ. ~, 1963] | |
| 56135 | φωτοτράπεζα | φω-το-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.) & φωτεινή τράπεζα: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με επίπεδη φωτεινή επιφάνεια εργασίας από διαφανές άσπρο γυαλί ή πλαστικό για την παρατήρηση διαφανειών, φιλμ: Το σχεδιαστήριο του γραφίστα είναι εφοδιασμένο με ~ες. [< αγγλ. light-box, 1940] | |
| 56136 | φωτοτροπισμός | φω-το-τρο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. η τάση ενός οργανισμού, κυρ. φυτού, να κινεί τμήματά του προς ορισμένη κατεύθυνση, ως αντίδραση σε φωτεινό ερέθισμα: αρνητικός (: μακριά από το φως)/θετικός (: προς το φως) ~. Βλ. γεωτροπισμός, ηλιοτρόπιο. [< γαλλ. phototropisme, αγγλ. phototropism] | |
| 56137 | φωτοτσιγκογραφία | φω-το-τσι-γκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος αναπαραγωγής εικόνων σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, κυρ. εφημερίδες, με τη χρήση πλάκας ψευδαργύρου στην οποία αποτυπώνεται το σχέδιο με φωτογραφικά μέσα (ράστερ). Βλ. φωτολιθογραφία. [< γαλλ. photozincographie, αγγλ. photozincography] | |
| 56138 | φωτοτυπείο | [φωτοτυπεῖο] φω-το-τυ-πεί-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) φωτοτυπάδικο: κατάστημα με ειδικά μηχανήματα για φωτοτυπήσεις. | |
| 56139 | φωτοτύπηση | φω-το-τύ-πη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φωτοτυπώ: ~ βιβλίων. ΣΥΝ. φωτοαντιγράφηση | |
| 56140 | φωτοτυπία | φω-το-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ακριβές αντίγραφο πρωτότυπου κειμένου ή εικόνας που παράγεται με τη χρήση φωτοτυπικού: απλή/επικυρωμένη/θεωρηµένη ~. Ασπρόμαυρες/έγχρωμες ~ες. ~ του διαβατηρίου/του πτυχίου/μιας σελίδας/της ταυτότητας. Βγάζω/κάνω ~ες (= φωτοτυπώ). ΣΥΝ. φωτο-αντίγραφο, -κόπια.|| Χαρτί κατάλληλο για ~ (= φωτοτύπηση). Βλ. -τυπία. [< γαλλ. phototypie, αγγλ. phototype] | |
| 56141 | φωτοτυπικός | , ή, ό φω-το-τυ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φωτοτυπία ή τη φωτοτύπηση: ~ή: αναπαραγωγή/ανατύπωση. ~ό: αντίγραφο (= φωτοαντίγραφο)/κέντρο (= φωτοτυπείο)/χαρτί. ΣΥΝ. φωτοαντιγραφικός ● Ουσ.: φωτοτυπικό (το): ενν. μηχάνημα: έγχρωμο/ψηφιακό ~. Τόνερ ~ού. Αναλώσιμα ~ών. [< αμερικ. photocopier, 1934, γαλλ. photocopieur, 1964] | |
| 56142 | φωτότυπος | φω-τό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: (στην Αισθητική) καθένας από τους τύπους δέρματος (δηλ. ξανθή, ανοιχτόχρωμη, μέτρια ανοιχτή, σταρένια, μελαμψή επιδερμίδα), οι οποίοι καθορίζουν την αντίδρασή του στην ηλιακή ακτινοβολία. [< γαλλ. phototype] | |
| 56143 | φωτοτυπώ | [φωτοτυπῶ] φω-το-τυ-πώ ρ. (μτβ.) {φωτοτυπ-είς ..., -ώντας | φωτοτύπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: βγάζω φωτοτυπίες: Το νέο πολυμηχάνημα ~εί ... σελίδες το λεπτό. Οι σημειώσεις του μαθήματος ~ήθηκαν και μοιράστηκαν στους φοιτητές. ~ημένο: βιβλίο. | |
| 56144 | φωτοϋποδοχείς | [φωτοϋποδοχεῖς] φω-το-ϋ-πο-δο-χείς ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. φωτοϋποδοχέας}: ΑΝΑΤ. φωτοευαίσθητα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς, τα οποία μετατρέπουν τη φωτεινή ενέργεια σε οπτική εικόνα στον εγκέφαλο. Βλ. κωνία, ραβδία. [< αγγλ. photoreceptors, 1906, γαλλ. photorécepteurs, περ. 1965] | |
| 56145 | φωτόφιλος | , η/ος, ο φω-τό-φι-λος επίθ.: ΒΟΤ. που χρειάζεται άπλετο φως, για να αναπτυχθεί: ~ο: είδος. ~α: φύκη. Βλ. -φιλος. [< αγγλ. photophilous, γαλλ. photophile] | |
| 56147 | φωτοφοβία | φω-το-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική ευαισθησία ή δυσανεξία των οφθαλμών στο έντονο φως, η οποία συνοδεύεται από πόνο και δακρύρροια και συνήθ. αποτελεί σύμπτωμα ασθενειών ή ημικρανίας. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. photophobie, αγγλ. photophobia] | |
| 56148 | φωτοφοβικός | , ή, ό φω-το-φο-βι-κός επίθ./ουσ. (σπάν.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φωτοφοβία ή (για πρόσ.) που πάσχει από αυτή. [< αγγλ. photophobic] | |
| 56149 | φωτοφόρος | , ος/α, ο φω-το-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που εκπέμπει φως: ~α: όργανα ψαριών (βλ. βιοφωταύγεια). Βλ. -φόρος, φωσφορούχος. [< μτγν. φωτοφόρος] | |
| 56150 | φωτοφράκτης | φω-το-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φωτοφράχτης 1. ΦΩΤΟΓΡ. κλείστρο. 2. οτιδήποτε ρυθμίζει τη διέλευση του φωτός: Οι υγροί κρύσταλλοι στην οθόνη της τηλεόρασης λειτουργούν ως ~ες. [< γαλλ. obturateur] | |
| 56151 | φωτοχαρακτική | φω-το-χα-ρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. διαδικασία εκτύπωσης εικόνας η οποία παράγεται από φωτογραφικό αρνητικό και στη συνέχεια μεταφέρεται και χαράσσεται σε μεταλλική πλάκα. [< γαλλ. photogravure] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ