| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56125 | φωτοστοιχειοθεσία | φω-το-στοι-χει-ο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. φωτογραφική ή μαγνητική αποτύπωση στοιχείων κειμένου και εικόνας σε φωτογραφικό φιλμ ή φωτοευαίσθητο χαρτί, το οποίο χρησιμοποιείται στη συνέχεια για τη δημιουργία τυπογραφικών πλακών. Βλ. λινοτυπία. ΣΥΝ. φωτοσύνθεση (2) [< αγγλ. photocomposition, 1929, γαλλ. ~, 1963] | |
| 56126 | φωτοστοιχειοθετικός | , ή, ό φω-το-στοι-χει-ο-θε-τι-κός επίθ.: ΤΥΠΟΓΡ. που σχετίζεται με τη φωτοστοιχειοθεσία: ~ή: μηχανή. ~ές: επιχειρήσεις/εργασίες. | |
| 56127 | φωτοσύνθεση | φω-το-σύν-θε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. σύνθετη χημική διαδικασία που γίνεται στα κύτταρα, κυρ. των πράσινων φυτών, κατά την οποία παράγονται υδρογονάνθρακες και οξυγόνο από διοξείδιο του άνθρακα και νερό με την ενέργεια του ηλιακού φωτός, το οποίο δεσμεύει η χλωροφύλλη: τεχνητή ~. Σκοτεινή/φωτεινή φάση της ~ης. 2. ΤΥΠΟΓΡ. φωτοστοιχειοθεσία. ● ΦΡ.: ο δαίμων/ο δαίμονας του τυπογραφείου βλ. δαίμονας [< 1: γερμ. Photosynthese, γαλλ. photosynthèse, αγγλ. photosynthesis] | |
| 56128 | φωτοσυνθέτει | φω-το-συν-θέ-τει ρ. (αμτβ.) {φωτοσυνθέ-σει}: ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. (για φυτά, φύκια και ορισμένα βακτήρια) επιτελεί τη διαδικασία της φωτοσύνθεσης: Οι ετερότροφοι οργανισμοί δεν μπορούν να ~σουν. | |
| 56129 | φωτοσυνθετικός | , ή, ό φω-το-συν-θε-τι-κός επίθ.: ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. που σχετίζεται με τη φωτοσύνθεση: ~ός: μηχανισμός. ~ή: ικανότητα. ~οί: οργανισμοί (βλ. φύκια). ~ές: χρωστικές (βλ. χλωροφύλλη). ~ά: βακτήρια (βλ. κυανοβακτήρια)/κύτταρα. Πβ. αυτότροφος. [< γαλλ. photosynthétique, 1902, αγγλ. photosynthetic, 1900] | |
| 56130 | φωτοσύστημα | φω-το-σύ-στη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. -ΒΙΟΧ. καθένα από τα δύο πρωτεϊνικά συμπλέγματα στα φυτά, τα φύκια και τα κυανοβακτήρια, τα οποία συμμετέχουν στη διαδικασία της φωτοσύνθεσης. Βλ. χλωροπλάστης. [< αγγλ. photosystem, 1961, γαλλ. photosystème, 1978] | |
| 56131 | φωτόσφαιρα | φω-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.): ΑΣΤΡΟΝ. φωτεινό εξωτερικό στρώμα αστέρα και ειδικότ. του Ήλιου. Βλ. στέμμα, χρωμόσφαιρα. [< γαλλ. photosphère, αγγλ. photosphere] | |
| 56132 | φωτοτοξικός | , ή, ό φω-το-το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φωτοτοξικότητα: ~ή: δερματίτιδα. ~ές: αντιδράσεις. Βλ. φωτοαλλεργικός. [< αγγλ. phototoxic, 1931] | |
| 56133 | φωτοτοξικότητα | φω-το-το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μορφή φωτοευαισθησίας η οποία οφείλεται στη λήψη φαρμακευτικών ουσιών. Βλ. φωτοαλλεργία, -ότητα. [< αγγλ. phototoxicity, 1931] | |
| 56134 | φωτοτρανζίστορ | φω-το-τραν-ζί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΗΛΕΚΤΡΟΝ. τρανζίστορ επαφής, το ρεύμα του οποίου προέρχεται από τη συγκέντρωση της ακτινοβολίας του φωτός που πέφτει πάνω του, με τη βοήθεια ενός μικρού φακού στην επαφή βάσης-συλλέκτη. Βλ. φωτοδίοδος. [< αγγλ. phototransistor, 1950, γαλλ. ~, 1963] | |
| 56135 | φωτοτράπεζα | φω-το-τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.) & φωτεινή τράπεζα: ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή με επίπεδη φωτεινή επιφάνεια εργασίας από διαφανές άσπρο γυαλί ή πλαστικό για την παρατήρηση διαφανειών, φιλμ: Το σχεδιαστήριο του γραφίστα είναι εφοδιασμένο με ~ες. [< αγγλ. light-box, 1940] | |
| 56136 | φωτοτροπισμός | φω-το-τρο-πι-σμός ουσ. (αρσ.): ΒΙΟΛ. -ΒΟΤ. η τάση ενός οργανισμού, κυρ. φυτού, να κινεί τμήματά του προς ορισμένη κατεύθυνση, ως αντίδραση σε φωτεινό ερέθισμα: αρνητικός (: μακριά από το φως)/θετικός (: προς το φως) ~. Βλ. γεωτροπισμός, ηλιοτρόπιο. [< γαλλ. phototropisme, αγγλ. phototropism] | |
| 56137 | φωτοτσιγκογραφία | φω-το-τσι-γκο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. μέθοδος αναπαραγωγής εικόνων σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, κυρ. εφημερίδες, με τη χρήση πλάκας ψευδαργύρου στην οποία αποτυπώνεται το σχέδιο με φωτογραφικά μέσα (ράστερ). Βλ. φωτολιθογραφία. [< γαλλ. photozincographie, αγγλ. photozincography] | |
| 56138 | φωτοτυπείο | [φωτοτυπεῖο] φω-το-τυ-πεί-ο ουσ. (ουδ.) & (προφ.) φωτοτυπάδικο: κατάστημα με ειδικά μηχανήματα για φωτοτυπήσεις. | |
| 56139 | φωτοτύπηση | φω-το-τύ-πη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του φωτοτυπώ: ~ βιβλίων. ΣΥΝ. φωτοαντιγράφηση | |
| 56140 | φωτοτυπία | φω-το-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ακριβές αντίγραφο πρωτότυπου κειμένου ή εικόνας που παράγεται με τη χρήση φωτοτυπικού: απλή/επικυρωμένη/θεωρηµένη ~. Ασπρόμαυρες/έγχρωμες ~ες. ~ του διαβατηρίου/του πτυχίου/μιας σελίδας/της ταυτότητας. Βγάζω/κάνω ~ες (= φωτοτυπώ). ΣΥΝ. φωτο-αντίγραφο, -κόπια.|| Χαρτί κατάλληλο για ~ (= φωτοτύπηση). Βλ. -τυπία. [< γαλλ. phototypie, αγγλ. phototype] | |
| 56141 | φωτοτυπικός | , ή, ό φω-το-τυ-πι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τη φωτοτυπία ή τη φωτοτύπηση: ~ή: αναπαραγωγή/ανατύπωση. ~ό: αντίγραφο (= φωτοαντίγραφο)/κέντρο (= φωτοτυπείο)/χαρτί. ΣΥΝ. φωτοαντιγραφικός ● Ουσ.: φωτοτυπικό (το): ενν. μηχάνημα: έγχρωμο/ψηφιακό ~. Τόνερ ~ού. Αναλώσιμα ~ών. [< αμερικ. photocopier, 1934, γαλλ. photocopieur, 1964] | |
| 56142 | φωτότυπος | φω-τό-τυ-πος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ύπου}: (στην Αισθητική) καθένας από τους τύπους δέρματος (δηλ. ξανθή, ανοιχτόχρωμη, μέτρια ανοιχτή, σταρένια, μελαμψή επιδερμίδα), οι οποίοι καθορίζουν την αντίδρασή του στην ηλιακή ακτινοβολία. [< γαλλ. phototype] | |
| 56143 | φωτοτυπώ | [φωτοτυπῶ] φω-το-τυ-πώ ρ. (μτβ.) {φωτοτυπ-είς ..., -ώντας | φωτοτύπ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος}: βγάζω φωτοτυπίες: Το νέο πολυμηχάνημα ~εί ... σελίδες το λεπτό. Οι σημειώσεις του μαθήματος ~ήθηκαν και μοιράστηκαν στους φοιτητές. ~ημένο: βιβλίο. | |
| 56144 | φωτοϋποδοχείς | [φωτοϋποδοχεῖς] φω-το-ϋ-πο-δο-χείς ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. φωτοϋποδοχέας}: ΑΝΑΤ. φωτοευαίσθητα κύτταρα του αμφιβληστροειδούς, τα οποία μετατρέπουν τη φωτεινή ενέργεια σε οπτική εικόνα στον εγκέφαλο. Βλ. κωνία, ραβδία. [< αγγλ. photoreceptors, 1906, γαλλ. photorécepteurs, περ. 1965] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ