| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56152 | φωτοχημεία | φω-το-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τις χημικές αντιδράσεις που προκαλούνται από την επίδραση της φωτεινής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας: οργανική ~. Βλ. ραδιοχημεία. [< γαλλ. photochimie, αγγλ. photochemistry] | |
| 56153 | φωτοχημειοθεραπεία | φω-το-χη-μει-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στον συνδυασμό της έκθεσης σε παράγοντα που προκαλεί φωτοευαισθησία και σε υπεριώδη ακτινοβολία: Αντιμετώπιση της λεύκης/της ψωρίασης με ~. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. photochemotherapy, γαλλ. photochimiothérapie] | |
| 56154 | φωτοχημικός | , ή, ό φω-το-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φωτοχημεία: ~ή: αιθαλομίχλη. ~οί: ρύποι. ~ές: αντιδράσεις. ~ά: οξειδωτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτοχημικό νέφος & φωτοχημική ρύπανση: ΧΗΜ. -ΟΙΚΟΛ. που παράγεται από την επίδραση του ηλιακού φωτός στους άκαυστους υδρογονάνθρακες, στα οξείδια του αζώτου, στο μονοξείδιο του άνθρακα και σε άλλους παράγοντες μόλυνσης. [< αγγλ. photochemical smog, 1957] [< γαλλ. photochimique, αγγλ. photochemical] | |
| 56155 | φωτοχρωμικός | , ή, ό φω-το-χρω-μι-κός επίθ. & (σπάν.) φωτοχρωματικός: ΟΠΤ. που έχει την ιδιότητα να αλλάζει χρώμα, συνήθ. προς το σκούρο, όταν εκτίθεται στη φωτεινή ακτινοβολία· που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη χρωματική αλλαγή ή την αξιοποιεί: ~οί: φακοί (= φωτογκρέι).|| ~ή: αντίδραση. [< γαλλ. photochromique, αγγλ. photochromic] | |
| 56156 | φωτοχρωμισμός | φω-το-χρω-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΠΤ. η ιδιότητα του φωτοχρωμικού. [< γαλλ. photochromisme, αγγλ. photochromism] | |
| 56157 | φωτοχυσία | φω-το-χυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άφθονη παρουσία φωτός: ~ του ναού. Πβ. φωταγώγηση, φωταψία. ΑΝΤ. συσκότιση (2) [< μτγν. φωτοχυσία] | |
| 58748 | φωτοψία | φω-το-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παροδική εμφάνιση λάμψης στο οπτικό πεδίο, κυρ. στο σκοτάδι ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, εξαιτίας ερεθισμού του αμφιβληστροειδούς. [< γαλλ. photopsie, αγγλ. photopsia, photopsy] | |
| 56158 | χ | (πρόφ. χι) 1. το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [χ] (χάος) και [ç] (χέρι): ~ κεφαλαίο (Χ). ~ μικρό (χ). Πβ. χι. Βλ. σύμφωνο. 2. εξακόσια ή εξακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Χ ή ,χ:) εξακόσιες χιλιάδες. 4. ΜΑΘ. σύμβολο αγνώστου συνήθ. σε εξίσωση: Άξονας των χ ή άξονας χχ'. Βλ. τετμημένη, ψ. 5. ΑΘΛ. (προφ.) η ισοπαλία δύο ομάδων και το αντίστοιχο σύμβολο (Χ) σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου: Το αποτέλεσμα/παιχνίδι ήρθε ~. (για ματς:) Θα το παίξω ~ (: θα στοιχηματίσω ότι θα έλθει ισόπαλο). Πβ. χηνάρι. Βλ. άσος, διπλό. 6. (προφ.) για να δηλωθεί κάτι αόριστα: Ας υποθέσουμε ότι έχεις ~ χρήματα, ... ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες X βλ. ακτίνα, ο άγνωστος Χ βλ. άγνωστος [< αρχ. X, μεσν. χ] | |
| 56159 | χα | επιφών.: (συνήθ. επαναλαμβάνεται) για να δηλωθεί γέλιο: ~ ~, πολύ αστείο!|| (ειρων.) ~, ας γελάσω!|| (ως ουσ.) Σταμάτα τα ~ ~ ~ (: χαχανητά)! Πβ. χου, χι. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 56160 | ΧΑΑ | (το): Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. | |
| 56161 | χαβάγια | χα-βά-για ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χαβανέζικη, συνήθ. εξάχορδη, κιθάρα. Βλ. γιουκαλίλι. [< αγγλ. Hawaiian guitar, 1928] | |
| 56162 | χαβαλεδιάζω | χα-βα-λε-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {χαβαλέδια-σα, χαβαλεδιά-σει, χαβαλεδιάζ-οντας} (νεαν. αργκό): κάνω χαβαλέ, διασκεδάζω. Βλ. σπάω πλάκα. | |
| 56163 | χαβαλεδιάρικος & χαβαλετζίδικος | , η, ο χα-βα-λε-διά-ρι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που κάνει ή έχει χαβαλέ: ~η: διάθεση/παρέα. Πβ. αστείος, εύθυμος, πλακατζίδικος. | |
| 56164 | χαβαλές | χα-βα-λές ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ανάλαφρη και ευχάριστη συζήτηση με περιπαικτικά αστεία· γενικότ. πλάκα, διασκέδαση: αφορμή/όρεξη για ~έ. Μέσα σε (ένα) κλίμα ~έ. Καλός ο ~, αλλά να δουλέψουμε και λίγο! Βλ. χωρατό.|| Τρελός/φοβερός ~! Έτσι, για το(ν) ~έ! Είχε/κάναμε (πολύ) ~έ! Πβ. καλαμπούρι, τζερτζελές, φραμπαλάς. 2. χαβαλετζής. Βλ. -ές. [< τουρκ. havale] | |
| 56165 | χαβαλετζής | χα-βα-λε-τζής ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. χαβαλετζού} & (σπάν.) χαβαλεδιάρης (νεαν. αργκό): πρόσωπο που κάνει χαβαλέ. Πβ. πλακατζής. | |
| 56166 | χαβανέζικος | , η, ο χα-βα-νέ-ζι-κος επίθ.: που σχετίζεται με τη Χαβάη ή/και τους Χαβανέζους: ~ος: χορός (βλ. χούλα). ~η: κιθάρα (βλ. γιουκαλίλι, χαβάγια). ~ες: γιρλάντες (βλ. πλουμέρια). | |
| 56167 | χαβάνι | χα-βά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): γουδί. [< τουρκ. havan] | |
| 56168 | χάβαρο | χά-βα-ρο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: ΖΩΟΛ. δίθυρο μαλάκιο (επιστ. ονομασ. Modiolus barbatus), που μοιάζει με μύδι. | |
| 56169 | χαβάς | χα-βάς ουσ. (αρσ.) (λαϊκό) 1. κατάσταση ή συμπεριφορά η οποία παραμένει η ίδια, επαναλαμβάνεται, καταντώντας κουραστική: Τόσες μέρες ο ίδιος ~! Πβ. τροπάριο. 2. (παρωχ.) μελωδία, σκοπός τραγουδιού. ● ΦΡ.: το(ν) χαβά του (προφ.): δηλωτικό αγανάκτησης για κάποιον που εξακολουθεί να λέει ή να κάνει κάτι: Τον σκούνταγα να σταματήσει, αλλά αυτός ~ ~ (= κι αυτός εκεί, στον κόσμο του, το βιολί του)! Εγώ σου μιλάω, κι εσύ ~ σου (= το δικό σου)! Πβ. το γουδί, το γουδοχέρι (και τον κόπανο στο χέρι)., αλλάζω τροπάρι(ο)/βιολί/σκοπό/χαβά βλ. αλλάζω [< τουρκ. hava] | |
| 56170 | χαβιάρι | χα-βιά-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αλίπαστα αβγά οξυρρύγχου, τα οποία αποτελούν εκλεκτό έδεσμα: μαύρο/ρωσικό ~. Κρακεράκια με ~. Βλ. αβγοτάραχο.|| (από αβγά σολομού:) Κόκκινο ~ (= μπρικ). [< μεσν. χαβιάρι(ον), τουρκ. havyar] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ