Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56620-56640]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56145φωτόφιλος, η/ος, ο φω-τό-φι-λος επίθ.: ΒΟΤ. που χρειάζεται άπλετο φως, για να αναπτυχθεί: ~ο: είδος. ~α: φύκη. Βλ. -φιλος. [< αγγλ. photophilous, γαλλ. photophile]
56147φωτοφοβίαφω-το-φο-βί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική ευαισθησία ή δυσανεξία των οφθαλμών στο έντονο φως, η οποία συνοδεύεται από πόνο και δακρύρροια και συνήθ. αποτελεί σύμπτωμα ασθενειών ή ημικρανίας. Βλ. -φοβία. [< γαλλ. photophobie, αγγλ. photophobia]
56148φωτοφοβικός, ή, ό φω-το-φο-βι-κός επίθ./ουσ. (σπάν.): ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τη φωτοφοβία ή (για πρόσ.) που πάσχει από αυτή. [< αγγλ. photophobic]
56149φωτοφόρος, ος/α, ο φω-το-φό-ρος επίθ. (επιστ.): που εκπέμπει φως: ~α: όργανα ψαριών (βλ. βιοφωταύγεια). Βλ. -φόρος, φωσφορούχος. [< μτγν. φωτοφόρος]
56150φωτοφράκτηςφω-το-φρά-κτης ουσ. (αρσ.) & (σπάν.) φωτοφράχτης 1. ΦΩΤΟΓΡ. κλείστρο. 2. οτιδήποτε ρυθμίζει τη διέλευση του φωτός: Οι υγροί κρύσταλλοι στην οθόνη της τηλεόρασης λειτουργούν ως ~ες. [< γαλλ. obturateur]
56151φωτοχαρακτικήφω-το-χα-ρα-κτι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. διαδικασία εκτύπωσης εικόνας η οποία παράγεται από φωτογραφικό αρνητικό και στη συνέχεια μεταφέρεται και χαράσσεται σε μεταλλική πλάκα. [< γαλλ. photogravure]
56152φωτοχημείαφω-το-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. Φ): ΧΗΜ. κλάδος που μελετά τις χημικές αντιδράσεις που προκαλούνται από την επίδραση της φωτεινής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας: οργανική ~. Βλ. ραδιοχημεία. [< γαλλ. photochimie, αγγλ. photochemistry]
56153φωτοχημειοθεραπείαφω-το-χη-μει-ο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που συνίσταται στον συνδυασμό της έκθεσης σε παράγοντα που προκαλεί φωτοευαισθησία και σε υπεριώδη ακτινοβολία: Αντιμετώπιση της λεύκης/της ψωρίασης με ~. Βλ. -θεραπεία. [< αγγλ. photochemotherapy, γαλλ. photochimiothérapie]
56154φωτοχημικός, ή, ό φω-το-χη-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. που σχετίζεται με τη φωτοχημεία: ~ή: αιθαλομίχλη. ~οί: ρύποι. ~ές: αντιδράσεις. ~ά: οξειδωτικά. ● ΣΥΜΠΛ.: φωτοχημικό νέφος & φωτοχημική ρύπανση: ΧΗΜ. -ΟΙΚΟΛ. που παράγεται από την επίδραση του ηλιακού φωτός στους άκαυστους υδρογονάνθρακες, στα οξείδια του αζώτου, στο μονοξείδιο του άνθρακα και σε άλλους παράγοντες μόλυνσης. [< αγγλ. photochemical smog, 1957] [< γαλλ. photochimique, αγγλ. photochemical]
56155φωτοχρωμικός, ή, ό φω-το-χρω-μι-κός επίθ. & (σπάν.) φωτοχρωματικός: ΟΠΤ. που έχει την ιδιότητα να αλλάζει χρώμα, συνήθ. προς το σκούρο, όταν εκτίθεται στη φωτεινή ακτινοβολία· που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη χρωματική αλλαγή ή την αξιοποιεί: ~οί: φακοί (= φωτογκρέι).|| ~ή: αντίδραση. [< γαλλ. photochromique, αγγλ. photochromic]
56156φωτοχρωμισμόςφω-το-χρω-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΠΤ. η ιδιότητα του φωτοχρωμικού. [< γαλλ. photochromisme, αγγλ. photochromism]
56157φωτοχυσίαφω-το-χυ-σί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): άφθονη παρουσία φωτός: ~ του ναού. Πβ. φωταγώγηση, φωταψία. ΑΝΤ. συσκότιση (2) [< μτγν. φωτοχυσία]
58748φωτοψίαφω-το-ψί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παροδική εμφάνιση λάμψης στο οπτικό πεδίο, κυρ. στο σκοτάδι ή σε συνθήκες χαμηλού φωτισμού, εξαιτίας ερεθισμού του αμφιβληστροειδούς. [< γαλλ. photopsie, αγγλ. photopsia, photopsy]
56158χ(πρόφ. χι) 1. το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου, που αντιπροσωπεύει τους συμφωνικούς φθόγγους [χ] (χάος) και [ç] (χέρι): ~ κεφαλαίο (Χ). ~ μικρό (χ). Πβ. χι. Βλ. σύμφωνο. 2. εξακόσια ή εξακοσιοστός. 3. (σε αρίθμηση, με τον τόνο κάτω αριστερά: ,Χ ή ,χ:) εξακόσιες χιλιάδες. 4. ΜΑΘ. σύμβολο αγνώστου συνήθ. σε εξίσωση: Άξονας των χ ή άξονας χχ'. Βλ. τετμημένη, ψ. 5. ΑΘΛ. (προφ.) η ισοπαλία δύο ομάδων και το αντίστοιχο σύμβολο (Χ) σε προγνωστικά αγώνων ποδοσφαίρου: Το αποτέλεσμα/παιχνίδι ήρθε ~. (για ματς:) Θα το παίξω ~ (: θα στοιχηματίσω ότι θα έλθει ισόπαλο). Πβ. χηνάρι. Βλ. άσος, διπλό. 6. (προφ.) για να δηλωθεί κάτι αόριστα: Ας υποθέσουμε ότι έχεις ~ χρήματα, ... ● ΣΥΜΠΛ.: ακτίνες X βλ. ακτίνα, ο άγνωστος Χ βλ. άγνωστος [< αρχ. X, μεσν. χ]
56159χαεπιφών.: (συνήθ. επαναλαμβάνεται) για να δηλωθεί γέλιο: ~ ~, πολύ αστείο!|| (ειρων.) ~, ας γελάσω!|| (ως ουσ.) Σταμάτα τα ~ ~ ~ (: χαχανητά)! Πβ. χου, χι. [< λ. ηχομιμητ.]
56160ΧΑΑ(το): Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών.
56161χαβάγιαχα-βά-για ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. χαβανέζικη, συνήθ. εξάχορδη, κιθάρα. Βλ. γιουκαλίλι. [< αγγλ. Hawaiian guitar, 1928]
56162χαβαλεδιάζωχα-βα-λε-διά-ζω ρ. (αμτβ.) {χαβαλέδια-σα, χαβαλεδιά-σει, χαβαλεδιάζ-οντας} (νεαν. αργκό): κάνω χαβαλέ, διασκεδάζω. Βλ. σπάω πλάκα.
56163χαβαλεδιάρικος & χαβαλετζίδικος, η, ο χα-βα-λε-διά-ρι-κος επίθ. (νεαν. αργκό): που κάνει ή έχει χαβαλέ: ~η: διάθεση/παρέα. Πβ. αστείος, εύθυμος, πλακατζίδικος.
56164χαβαλέςχα-βα-λές ουσ. (αρσ.) (προφ.) 1. ανάλαφρη και ευχάριστη συζήτηση με περιπαικτικά αστεία· γενικότ. πλάκα, διασκέδαση: αφορμή/όρεξη για ~έ. Μέσα σε (ένα) κλίμα ~έ. Καλός ο ~, αλλά να δουλέψουμε και λίγο! Βλ. χωρατό.|| Τρελός/φοβερός ~! Έτσι, για το(ν) ~έ! Είχε/κάναμε (πολύ) ~έ! Πβ. καλαμπούρι, τζερτζελές, φραμπαλάς. 2. χαβαλετζής. Βλ. -ές. [< τουρκ. havale]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.