| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 56171 | χαβούζα | χα-βού-ζα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. δεξαμενή λυμάτων. Πβ. βόθρος, οχετός.|| (κατ' επέκτ.) Το ρέμα έχει μετατραπεί σε μια απέραντη ~ τοξικών αποβλήτων. 2. (μτφ.) χώρος που χαρακτηρίζεται από ανηθικότητα, σήψη: τηλεοπτική ~. Πβ. οχετός. 3. (παλαιότ.) δεξαμενή νερού. ΣΥΝ. στέρνα [< τουρκ. havuz] | |
| 56172 | χάβρα | χά-βρα ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.-προφ.) θορυβώδης συγκέντρωση: Η συνέλευση μετατράπηκε σε ~ (των) Ιουδαίων. Γίνεται/επικρατεί ~ στην αίθουσα. Πβ. οχλαγωγία. Βλ. χασμωδία. 2. (παλαιότ.-λαϊκό) εβραϊκή συναγωγή. [< τουρκ. havra] | |
| 56173 | χάβω | : βλ. χάφτω | |
| 56174 | χαγιάτι | χα-γιά-τι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.-λαϊκό): υπόστεγο. Πβ. μπαλκόνι. [< τουρκ. hayat] | |
| 56175 | ΧΑΔΑ | (οι): Χώροι Ανεξέλεγκτης Διάθεσης Απορριμμάτων. Βλ. ΧΥΤΑ. | |
| 56176 | χάδι | χά-δι ουσ. (ουδ.): ελαφριά κίνηση με την παλάμη ή με την άκρη των δαχτύλων του χεριού πάνω στο σώμα ή το πρόσωπο κάποιου, ως ένδειξη αγάπης: γλυκό/στοργικό ~. Ερωτικά/τρυφερά ~ια. ~ στο μάγουλο/στα μαλλιά/στην πλάτη. Πβ. άγγιγμα, θωπεία, χάιδεμα.|| (κατ' επέκτ.) Στερήθηκε το μητρικό ~/το ~ της μάνας (= τη μητρική αγάπη, στοργή). (ειρων.) Τον έχουν μάθει στα ~ια (= κανακέματα).|| (μτφ.) Το (βελούδινο) ~ της φωνής της. Αφεθείτε στα ~ια του ήλιου! Μουσική απαλή σαν ~. Μπροστά σε όσα ακολουθήσουν, τα τωρινά προβλήματα θα σου φαίνονται ~ (= ασήμαντα). (ως παραθετικό σύνθ.) Ποινή-~ (= ελαφριά). ● Υποκ.: χαδάκι (το) [< μεσν. χάιδι] | |
| 56177 | χαδιάρης | , α, ικο χα-διά-ρης επίθ.: που του αρέσουν τα χάδια: Είναι πολύ ~α. Βλ. αγκαλίτσας, ναζιάρης, -ιάρης.|| ~α: γάτα. | |
| 56178 | χαδιάρικος | , η, ο χα-διά-ρι-κος επίθ.: που μοιάζει με χάδι ή του αρέσουν τα χάδια: ~η: φωνή.|| ~ο: σκυλάκι. Βλ. ναζιάρικος, παιχνιδιάρικος. ● επίρρ.: χαδιάρικα | |
| 56179 | χάζεμα | χά-ζε-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαζεύω: ~ (μπροστά) στην τηλεόραση με τις ώρες (βλ. αποβλάκωση, ζαβλάκωμα). Πβ. χάζι, χαζολόγημα. | |
| 56180 | χαζεμένος | , η, ο χα-ζε-μέ-νος επίθ. (προφ.): αποχαυνωμένος, αποσβολωμένος· χαζός: Κοίταζε σαν ~.|| ~η: έκφραση. ~ο: βλέμμα/ύφος | |
| 56181 | χαζεύω | χα-ζεύ-ω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χάζ-εψα, -έψει, χαζεύ-οντας} (προφ.) 1. κοιτάζω με νωχελική διάθεση ή χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον· παρακολουθώ με θαυμασμό: ~ (με τις ώρες) τις βιτρίνες/τη θάλασσα. Χάζευε περιοδικά μόδας (: ξεφύλλιζε). Χάζευε (έξω) από το παράθυρο (πβ. αφαιρούμαι, ξεχνιέμαι).|| ~ει (μπροστά) στην τηλεόραση (πβ. αποβλακώνομαι). Σταμάτα να ~εις (βλ. τεμπελιάζω)! Πβ. χαζολογάω.|| Σας ~, τι ωραίο ζευγάρι! Χάζευε τα ακριβά κοσμήματα/το τοπίο. 2. φέρομαι σαν χαζός· μένω με το στόμα ανοιχτό, αποσβολώνομαι: Καλά, ~εψες τελείως/και δεν ξέρεις τι κάνεις; Πβ. κουρκουτιάζω, ξεκουτιαίνω.|| Έχω ~έψει (= τα έχω χαμένα) μ' όλα αυτά που βλέπω! Πβ. χάσκω. | |
| 56182 | χάζι | χά-ζι ουσ. (ουδ.) (προφ.): χάζεμα: βόλτα για ~ στα μαγαζιά. Κυρ. στις ● ΦΡ.: έχει χάζι: είναι διασκεδαστικός, έχει πλάκα: Έχει (πολύ) ~ η κατάσταση. Θα έχει (μεγάλο) ~, αν γίνει κάτι τέτοιο., κάνω χάζι: διασκεδάζω, ευχαριστιέμαι βλέποντας κάποιον ή κάτι: ~ ~ με τον κόσμο που περνάει. Τον ~ει ~. [< τουρκ. haz] | |
| 56183 | χαζο- & χαζό- & χαζ- | το επίθετο χαζός ως α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία του 1. ανόητου: χαζο-χαρούμενος. Χαζο-γελά/~φέρνει.|| Χαζ-ο-μάρα.|| Χαζό-πραμα. 2. πολύ εκδηλωτικού, τρυφερού: χαζο-μπαμπάς, ~-παππούς. | |
| 56184 | χαζοβιόλης, χαζοβιόλα | χα-ζο-βιό-λης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): αυτός που φέρεται ανόητα, απερίσκεπτα, επιπόλαια, χωρίς να έχει κακές προθέσεις. Πβ. αγαθιάρης, ελαφρόμυαλος. | |
| 56185 | χαζοβιόλικος | , η, ο χα-ζο-βιό-λι-κος επίθ. (προφ.): ανόητος, επιπόλαιος: ~η: ερώτηση. | |
| 56186 | χαζογελώ | [χαζογελῶ] χα-ζο-γε-λώ ρ. (αμτβ.) {χαζογελ-άς ..., -ώντας | χαζογέλ-ασα, -άσει} & χαζογελάω: γελώ ανόητα και χωρίς ιδιαίτερο λόγο: Πάψε να ~άς! ~ά με το παραμικρό/όλη την ώρα. Πβ. χασκογελώ, χαχανίζω. | |
| 56187 | χαζογκόμενα | χα-ζο-γκό-με-να ουσ. (θηλ.) {σπάν. αρσ. χαζογκόμενος} (προφ.): αφελής και επιπόλαιη νέα γυναίκα, συνήθ. εμφανίσιμη. | |
| 56188 | χαζοκουβέντα | χα-ζο-κου-βέ-ντα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανόητος λόγος, ανούσια συζήτηση: Όλο ~ες (= σαχλαμάρες, χαζομάρες) λέει! Πβ. μπαρούφα, μπούρδα.|| Συνάντηση για καφέ και ~. Πβ. μωρολογία. | |
| 56189 | χαζοκούτι | χα-ζο-κού-τι ουσ. (ουδ.) (προφ.-μειωτ.): τηλεόραση: Περνά όλη τη μέρα μπροστά στο ~. Βλ. -κουτο. [< πβ. γερμ. Glotzkasten, Glotzkiste] | |
| 56190 | χαζολογάω & χαζολογώ | [χαζολογῶ] χα-ζο-λο-γά-ω ρ. (αμτβ.) {χαζολογ-άς ..., -ώντας | σπάν. χαζολόγ-ησα, -ήσει} (προφ.): περνώ τον χρόνο μου νωχελικά, χαζεύω: ~ά με τους φίλους του/όλη μέρα/στο τηλέφωνο. Πβ. σκοτώνω την ώρα/τον καιρό μου, χασομερώ. Βλ. -λογώ. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ