Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56660-56680]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56191χαζολόγημαχα-ζο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαζολογώ. Πβ. σκότωμα του χρόνου/της ώρας, χάζεμα.
56192χαζομαμάχα-ζο-μα-μά ουσ. (θηλ.) (προφ.): μητέρα που ασχολείται συνέχεια με το νεογέννητο ή μικρής ηλικίας παιδί της και μιλά διαρκώς και με ενθουσιασμό στους άλλους γι' αυτό. Βλ. χαζομπαμπάς.
56193χαζομάραχα-ζο-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): ανοησία, κουταμάρα: απίστευτη ~. Μην κάνεις καμιά ~ (: γκάφα)!|| Συγγνώμη, αν λέω και καμιά ~. Τι ~ες είν' αυτές! Δεν θέλω ν' ακούω ~ες. Πβ. ηλιθιότητα, κοτσάνα, μπαλάφα, μπαρούφα, μπούρδα, παρλαπίπα, σαχλαμάρα, τούβλο. ΣΥΝ. βλακεία (2) ● Υποκ.: χαζομαρούλα & χαζομαρίτσα (η)
56194χαζομπαμπάςχα-ζο-μπα-μπάς ουσ. (αρσ.) (προφ.): πατέρας που ασχολείται συνέχεια με το νεογέννητο ή μικρής ηλικίας παιδί του και μιλά διαρκώς και με ενθουσιασμό στους άλλους γι' αυτό: ευτυχής/κλασικός ~. Βλ. χαζομαμά.
56195χαζοπούλιχα-ζο-πού-λι ουσ. (ουδ.) (προφ.): νεαρό άτομο που φέρεται ανόητα και επιπόλαια. Πβ. κουτορνίθι, χαζός. Βλ. εξυπνοπούλι.
56196χαζόπραμαχα-ζό-πρα-μα ουσ. (ουδ.) {χαζοπράγμ-ατα κ. χαζοπράμ-ατα} (προφ.) 1. οτιδήποτε ευτελές ή ανούσιο, ασήμαντο: Πώς δουλεύει αυτό το ~; Βλ. μαραφέτι.|| Μαλώνουν για ~ατα (πβ. μικρο-, ψιλο-πράγματα). Χάνει τον καιρό του με ~ατα. 2. (για πρόσ.) ανόητος, βλάκας.
56197χαζός, ή, ό χα-ζός επίθ. ΣΥΝ. ανόητος, ηλίθιος, κουτός. ΑΝΤ. έξυπνος 1. που έχει μειωμένη νοημοσύνη: Τι ~ άνθρωπος, Θεέ μου! (συνήθ. οικ.) ~ό παιδί, χαρά γεμάτο (βλ. χαζοχαρούμενος). Θα ήμουν ~, αν άφηνα μια τέτοια ευκαιρία να πάει χαμένη. Μην είσαι ~ή· τίποτα κακό δεν πρόκειται να συμβεί. Πβ. ζαβός.|| (ως ουσ.) Κι εγώ, ο ~, τον πίστεψα (βλ. εύπιστος)! Κάνει/παριστάνει τον ~ό. Κοιτάει σαν ~. Για (κανένα) ~ό με έχεις/περνάς (βλ. αφελής); (οικ.) Βρε ~ό, σ' αγαπάω. ΣΥΝ. βλάκας. Πβ. ανεγκέφαλος, βλίτο, γκαγκά, ζώο, καθυστερημένος, κεφάλας, κοκορόμυαλος, κολοκύθας, κουτορνίθι, κουφιοκέφαλος, κωθώνι, μπουμπούνας, μπούφος, ξόανο, παρλιακός, σερσέμης, στόκος, τούβλο, χαζεμένος, χαζοπούλι. 2. που φανερώνει έλλειψη ευστροφίας: ~ή: απορία/δικαιολογία (= βλακώδης, γελοία)/ερώτηση. ~ά: επιχειρήματα. Μαλώσαμε για ~ό (= ασήμαντο) λόγο. Μου φάνηκε κάπως ~ό να ...|| (ως ουσ.) Όλο κάτι τέτοια ~ά κάνει/λέει (= κουλά, παλαβά, χαζομάρες). ● Υποκ.: χαζούλης , α, ικο, χαζούτσικος , η, ο ● επίρρ.: χαζά [< χάζι]
56198χαζούλιακαςχα-ζού-λια-κας ουσ. (αρσ.) (προφ.-εμφατ.): πολύ χαζός. Πβ. πανίβλακας. Βλ. -ούλιακας.
56199χαζοφέρνωχα-ζο-φέρ-νω ρ. (αμτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (προφ.): συμπεριφέρομαι σαν χαζός, δίνω την εντύπωση χαζού: ~ει λίγο. Βλ. -φέρνω.
56200χαζοχαρούμενος, η, ο χα-ζο-χα-ρού-με-νος επίθ. (προφ.): που έχει, συνήθ. χωρίς λόγο, χαρούμενο ύφος και ευχάριστη διάθεση: ~α: παιδιά. Γελά σαν ~ (πβ. χάχας).|| (κατ' επέκτ.) ~η: συμπεριφορά. ~ο: βλέμμα/χαμόγελο. ● επίρρ.: χαζοχαρούμενα
56201χάιχά-ι επίθ. {άκλ.} (αργκό) 1. εξαιρετικά εντυπωσιακός, ευχάριστος, ωραίος: ~ εμφάνιση. Πολύ ~ άτομο/τύπος. 2. που απευθύνεται στην υψηλή κοινωνία: ~ περιοχή/συνοικία. ~ εστιατόριο. 3. (ως επίρρ.) υπέροχα, καταπληκτικά: Αισθάνομαι πολύ ~. ● ΦΡ.: είμαι στα χάι μου: σε πολύ καλή ψυχολογική κατάσταση, ανεβασμένος. ΣΥΝ. είμαι στα πάνω μου ΑΝΤ. είμαι στα κάτω μου [< αγγλ. high]
56202χάι κλαςχά-ι κλας επίθ. {άκλ.} (αργκό): που απευθύνεται στην υψηλή κοινωνία: ~ ξενοδοχείο.|| (ως ουσ.) Μαγαζιά για τη ~ (: τα άτομα που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις). [< αγγλ. high-class]
56211χάι κλαςβλ. χάι
56203χάι σοσάιτιχά-ι σο-σά-ι-τι ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & χάι σοσάιετι (αργκό): η υψηλή κοινωνία. [< αγγλ. high society, 1920]
56230χάι σοσάιτιβλ. χάι
56231χάι-τεκχά-ι τεκ επίθ. {άκλ.} & χάιτεκ (προφ.): υψηλής τεχνολογίας· γενικότ. πολύ μοντέρνος, υψηλών προδιαγραφών: ~ κινητό/στερεοφωνικό/συσκευή.|| ~ κτίριο. [< αγγλ. high-tech, 1969]
56233χάι-φάιχά-ι φά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χάι φάι & Hi-Fi: ΤΕΧΝΟΛ. εξοπλισμός αναπαραγωγής ήχου υψηλής πιστότητας: ~ με ηχεία. Βλ. γουάι φάι. [< αγγλ. hi-fi (high fidelity), 1950, γαλλ. ~, 1955]
56204χαϊβάνιχαϊ-βά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ανόητος, ηλίθιος. ΣΥΝ. ζώο (2) [< τουρκ. hayvan]
56205χάιδεμαχάι-δε-μα ουσ. (ουδ.) {χαϊδέμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαϊδεύω: Αισθάνθηκα ένα (απαλό) ~ στο χέρι μου. Πβ. χάδι.|| (μτφ.) Υποσχέσεις και ~ατα. Πβ. καλόπιασμα, κολακεία. Βλ. παρα~.
56206χαϊδεμένος, η, ο χαϊ-δε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει δεχτεί υπερβολικές φροντίδες και αγάπη, που του γίνονται όλα τα χατίρια και είναι συνήθ. κακομαθημένος: Το ~ο παιδί της οικογένειας (βλ. βουτυρόπαιδο).|| Ο ~ του γραφείου/των ΜΜΕ. Πβ. ευνοούμενος.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.