Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58822 εγγραφές  [56680-56700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56230χάι σοσάιτιβλ. χάι
56231χάι-τεκχά-ι τεκ επίθ. {άκλ.} & χάιτεκ (προφ.): υψηλής τεχνολογίας· γενικότ. πολύ μοντέρνος, υψηλών προδιαγραφών: ~ κινητό/στερεοφωνικό/συσκευή.|| ~ κτίριο. [< αγγλ. high-tech, 1969]
56233χάι-φάιχά-ι φά-ι ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χάι φάι & Hi-Fi: ΤΕΧΝΟΛ. εξοπλισμός αναπαραγωγής ήχου υψηλής πιστότητας: ~ με ηχεία. Βλ. γουάι φάι. [< αγγλ. hi-fi (high fidelity), 1950, γαλλ. ~, 1955]
56204χαϊβάνιχαϊ-βά-νι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ανόητος, ηλίθιος. ΣΥΝ. ζώο (2) [< τουρκ. hayvan]
56205χάιδεμαχάι-δε-μα ουσ. (ουδ.) {χαϊδέμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαϊδεύω: Αισθάνθηκα ένα (απαλό) ~ στο χέρι μου. Πβ. χάδι.|| (μτφ.) Υποσχέσεις και ~ατα. Πβ. καλόπιασμα, κολακεία. Βλ. παρα~.
56206χαϊδεμένος, η, ο χαϊ-δε-μέ-νος επίθ. (προφ.): που έχει δεχτεί υπερβολικές φροντίδες και αγάπη, που του γίνονται όλα τα χατίρια και είναι συνήθ. κακομαθημένος: Το ~ο παιδί της οικογένειας (βλ. βουτυρόπαιδο).|| Ο ~ του γραφείου/των ΜΜΕ. Πβ. ευνοούμενος.
56207χαϊδευτικός, ή, ό χαϊ-δευ-τι-κός επίθ.: που εκφράζει συμπάθεια, τρυφερότητα: ~ό: χτύπημα στην πλάτη. Πβ. θωπευτικός. ● Ουσ.: χαϊδευτικό (το): όνομα που χρησιμοποιείται ως οικεία προσφώνηση: Τον φώναζε με το ~ του. Είναι γνωστή με το ~ Λία (: Ευαγγελία). Βλ. παρατσούκλι. ΣΥΝ. υποκοριστικό ● επίρρ.: χαϊδευτικά: Η Βούλα, όπως τη λένε ~.
56208χαϊδεύωχαϊ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {χάιδ-εψα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, χαϊδεύ-οντας, χαϊδεμένος} 1. κινώ απαλά και τρυφερά την παλάμη ή τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω σε κάτι, συνήθ. σημείο του σώματος, ως ένδειξη αγάπης, στοργής: ~ το μωρό. Του ~εψε γλυκά το μάγουλο (πβ. ψηλαφώ). Πβ. θωπεύω. Βλ. γαργαλώ.|| ~ τη ράχη του αλόγου. Τα βελούδινα χέρια της χάιδευαν τις χορδές της λύρας. Πβ. αγγίζω.|| (μτφ.) Το απαλό αεράκι τής χάιδευε τα μαλλιά.|| ~ονται (: ανταλλάσσουν ερωτικά χάδια, χαϊδολογιούνται· βλ. πασπατεύω). Η γάτα ~εύτηκε (= τρίφτηκε) στα πόδια του. 2. (μτφ.) κανακεύω, καλοπιάνω: Έχει μάθει να τον ~ουν. Βλ. παρα~, χαϊδεμένος. ● Παθ.: χαϊδεύομαι: συμπεριφέρομαι, μιλώ με προσποιητή παιδικότητα και νάζι, με σκοπό να κερδίσω τη συμπάθεια ή την προσοχή κάποιου: Μη ~εσαι! Βλ. χαριεντίζομαι. ● ΦΡ.: χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου βλ. αυτί [< μεσν. χαϊδεύω]
56209χαϊδολόγημαχαϊ-δο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {χαϊδολογήμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαϊδολογώ: Άρχισαν τα ~ατα και τα φιλιά μπροστά σε όλο τον κόσμο. Πβ. πασπάτεμα, φάσωμα, χαμούρεμα.|| (μτφ.) Φιλολαϊκά ~ ατα (: καλοπιάσματα, κολακείες).
56210χαϊδολογώ[χαϊδολογῶ] χαϊ-δο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {χαϊδολογ-άς κ. -είς ..., -ώντας | σπάν. χαϊδολόγ-ησα, -ήσει, συνήθ. -ιέται, -ιούνται} & χαϊδολογάω (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): χαϊδεύω, συνήθ. ερωτικά: Εθεάθη να ~ιέται με μια όμορφη κοπέλα (πβ. χαμουρεύομαι). Πβ. πασπατεύω, φασώνομαι.|| (μτφ.) ~ούν τον κόσμο (πβ. χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου). Βλ. -λογώ.
56212χαϊκού[χαϊκοῦ] χα-ϊ-κού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χάι κου & χάι κάι: ΛΟΓΟΤ. τρίστιχο ποίημα ιαπωνικής προέλευσης συνήθ. με δεκαεπτά συλλαβές, πέντε στον πρώτο και τρίτο στίχο και επτά στον δεύτερο. [< γαλλ. haïku, 1922]
56213χάιλαϊτχά-ι-λα-ϊτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & χαϊλάιτ (προφ.): σημαντικό στιγμιότυπο: τα ~ του αγώνα. Πβ. αποκορύφωμα, κλου. Βλ. φάση. [< αγγλ. highlight]
56214χαϊλίκιχα-ϊ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό-ειρων.): επίδειξη κοινωνικής και οικονομικής ανωτερότητας: Πουλάει (δήθεν) ~. Πβ. γκλαμουριά, μόστρα. Βλ. -λίκι.
56215χαϊμαλίχαϊ-μα-λί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φυλαχτό που φοριέται στον λαιμό. Πβ. γκόλφι.χαϊμαλιά (τα) (προφ.-συνήθ. ειρων.): περίτεχνα στολίδια στον λαιμό, κολιέ με φανταχτερές χάντρες: Κρέμασε ένα σωρό ~ πάνω της. [< τουρκ. hamaylι]
56216χαίνειχαί-νει ρ. (αμτβ.) {μτχ. ενεστ. χαίν-ων, -ουσα, -ον} (αρχαιοπρ.): σχηματίζει βαθύ άνοιγμα: Ο γκρεμός έχαινε μπροστά τους. ~ον: βάραθρο.|| ~ον: τραύμα (= που δεν έχει επουλωθεί, ανοιχτό). ΣΥΝ. χάσκει ● ΣΥΜΠΛ.: χαίνουσα πληγή (μτφ.): δυσάρεστη, δυσεπίλυτη κατάσταση: η ~ ~ της ανεργίας/του δημόσιου χρέους. [< αρχ. χαίνω]
56217χαίρε[χαῖρε] χαί-ρε (αρχαιοπρ.): γεια. ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: χαίρε βάθος αμέτρητον βλ. βάθος, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε βλ. ανύμφευτος [< προστ. του ρ. χαίρω]
56218χαιρεκακίαχαι-ρε-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χαρά για τη δυστυχία του άλλου: χαμόγελο ~ας. Πβ. κακεντρέχεια, κακοβουλία. Βλ. φθόνος. [< μτγν. χαιρεκακία]
56219χαιρέκακος, η, ο χαι-ρέ-κα-κος επίθ. (λόγ.): που επιδεικνύει ή φανερώνει χαιρεκακία: ~ο: άτομο. Δεν είμαι ~ (= δεν επιχαίρω). Πβ. κακεντρεχής, μοχθηρός. Βλ. φθονερός.|| ~η: ικανοποίηση. ~ο: σχόλιο/ύφος/χαμόγελο. ● επίρρ.: χαιρέκακα [< μτγν. χαιρέκακος]
56220χαιρετάωβλ. χαιρετώ
56222χαιρετίσματαχαι-ρε-τί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): μεταβίβαση αισθημάτων φιλίας και εκτίμησης, συνήθ. μέσω τρίτου, σε πρόσωπο που δεν είναι παρόν: (ως επιφών.) (Πολλά) ~ στους δικούς σου! (Δώσε) τα ~ά μου στην οικογένειά σου! Έχετε (θερμά) ~ απ' όλους μας! Πες τους/στείλε ~ και από μένα! ΣΥΝ. χαιρετισμοί. Πβ. τα δέοντα, τα σέβη μου.|| (ειρων., για κάτι που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί:) Ναι, καλά! Αν περιμένεις απάντηση, ~! [< μτγν. χαιρέτισμα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.