Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [56680-56700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
56207χαϊδευτικός, ή, ό χαϊ-δευ-τι-κός επίθ.: που εκφράζει συμπάθεια, τρυφερότητα: ~ό: χτύπημα στην πλάτη. Πβ. θωπευτικός. ● Ουσ.: χαϊδευτικό (το): όνομα που χρησιμοποιείται ως οικεία προσφώνηση: Τον φώναζε με το ~ του. Είναι γνωστή με το ~ Λία (: Ευαγγελία). Βλ. παρατσούκλι. ΣΥΝ. υποκοριστικό ● επίρρ.: χαϊδευτικά: Η Βούλα, όπως τη λένε ~.
56208χαϊδεύωχαϊ-δεύ-ω ρ. (μτβ.) {χάιδ-εψα, -έψει, -εύτηκε, -ευτεί, χαϊδεύ-οντας, χαϊδεμένος} 1. κινώ απαλά και τρυφερά την παλάμη ή τις άκρες των δαχτύλων μου πάνω σε κάτι, συνήθ. σημείο του σώματος, ως ένδειξη αγάπης, στοργής: ~ το μωρό. Του ~εψε γλυκά το μάγουλο (πβ. ψηλαφώ). Πβ. θωπεύω. Βλ. γαργαλώ.|| ~ τη ράχη του αλόγου. Τα βελούδινα χέρια της χάιδευαν τις χορδές της λύρας. Πβ. αγγίζω.|| (μτφ.) Το απαλό αεράκι τής χάιδευε τα μαλλιά.|| ~ονται (: ανταλλάσσουν ερωτικά χάδια, χαϊδολογιούνται· βλ. πασπατεύω). Η γάτα ~εύτηκε (= τρίφτηκε) στα πόδια του. 2. (μτφ.) κανακεύω, καλοπιάνω: Έχει μάθει να τον ~ουν. Βλ. παρα~, χαϊδεμένος. ● Παθ.: χαϊδεύομαι: συμπεριφέρομαι, μιλώ με προσποιητή παιδικότητα και νάζι, με σκοπό να κερδίσω τη συμπάθεια ή την προσοχή κάποιου: Μη ~εσαι! Βλ. χαριεντίζομαι. ● ΦΡ.: χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου βλ. αυτί [< μεσν. χαϊδεύω]
56209χαϊδολόγημαχαϊ-δο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) {χαϊδολογήμ-ατα} (προφ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του χαϊδολογώ: Άρχισαν τα ~ατα και τα φιλιά μπροστά σε όλο τον κόσμο. Πβ. πασπάτεμα, φάσωμα, χαμούρεμα.|| (μτφ.) Φιλολαϊκά ~ ατα (: καλοπιάσματα, κολακείες).
56210χαϊδολογώ[χαϊδολογῶ] χαϊ-δο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {χαϊδολογ-άς κ. -είς ..., -ώντας | σπάν. χαϊδολόγ-ησα, -ήσει, συνήθ. -ιέται, -ιούνται} & χαϊδολογάω (προφ.-αρνητ. συνυποδ.): χαϊδεύω, συνήθ. ερωτικά: Εθεάθη να ~ιέται με μια όμορφη κοπέλα (πβ. χαμουρεύομαι). Πβ. πασπατεύω, φασώνομαι.|| (μτφ.) ~ούν τον κόσμο (πβ. χαϊδεύω τ' αυτιά κάποιου). Βλ. -λογώ.
56212χαϊκού[χαϊκοῦ] χα-ϊ-κού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & χάι κου & χάι κάι: ΛΟΓΟΤ. τρίστιχο ποίημα ιαπωνικής προέλευσης συνήθ. με δεκαεπτά συλλαβές, πέντε στον πρώτο και τρίτο στίχο και επτά στον δεύτερο. [< γαλλ. haïku, 1922]
56213χάιλαϊτχά-ι-λα-ϊτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & χαϊλάιτ (προφ.): σημαντικό στιγμιότυπο: τα ~ του αγώνα. Πβ. αποκορύφωμα, κλου. Βλ. φάση. [< αγγλ. highlight]
56214χαϊλίκιχα-ϊ-λί-κι ουσ. (ουδ.) (νεαν. αργκό-ειρων.): επίδειξη κοινωνικής και οικονομικής ανωτερότητας: Πουλάει (δήθεν) ~. Πβ. γκλαμουριά, μόστρα. Βλ. -λίκι.
56215χαϊμαλίχαϊ-μα-λί ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): φυλαχτό που φοριέται στον λαιμό. Πβ. γκόλφι.χαϊμαλιά (τα) (προφ.-συνήθ. ειρων.): περίτεχνα στολίδια στον λαιμό, κολιέ με φανταχτερές χάντρες: Κρέμασε ένα σωρό ~ πάνω της. [< τουρκ. hamaylι]
56216χαίνειχαί-νει ρ. (αμτβ.) {μτχ. ενεστ. χαίν-ων, -ουσα, -ον} (αρχαιοπρ.): σχηματίζει βαθύ άνοιγμα: Ο γκρεμός έχαινε μπροστά τους. ~ον: βάραθρο.|| ~ον: τραύμα (= που δεν έχει επουλωθεί, ανοιχτό). ΣΥΝ. χάσκει ● ΣΥΜΠΛ.: χαίνουσα πληγή (μτφ.): δυσάρεστη, δυσεπίλυτη κατάσταση: η ~ ~ της ανεργίας/του δημόσιου χρέους. [< αρχ. χαίνω]
56217χαίρε[χαῖρε] χαί-ρε (αρχαιοπρ.): γεια. ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος ● ΦΡ.: χαίρε βάθος αμέτρητον βλ. βάθος, Χαίρε νύμφη ανύμφευτε βλ. ανύμφευτος [< προστ. του ρ. χαίρω]
56218χαιρεκακίαχαι-ρε-κα-κί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): χαρά για τη δυστυχία του άλλου: χαμόγελο ~ας. Πβ. κακεντρέχεια, κακοβουλία. Βλ. φθόνος. [< μτγν. χαιρεκακία]
56219χαιρέκακος, η, ο χαι-ρέ-κα-κος επίθ. (λόγ.): που επιδεικνύει ή φανερώνει χαιρεκακία: ~ο: άτομο. Δεν είμαι ~ (= δεν επιχαίρω). Πβ. κακεντρεχής, μοχθηρός. Βλ. φθονερός.|| ~η: ικανοποίηση. ~ο: σχόλιο/ύφος/χαμόγελο. ● επίρρ.: χαιρέκακα [< μτγν. χαιρέκακος]
56220χαιρετάωβλ. χαιρετώ
56221χαιρετίζωχαι-ρε-τί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {χαιρέτι-σε, χαιρετί-σει, -στηκε, -στεί, χαιρετίζ-οντας} 1. (λόγ.) απευθύνω χαιρετισμό· διατυπώνω γραπτά ή προφορικά τη χαρά μου για κάτι που έχει μόλις ξεκινήσει ή συντελεστεί: Την εκδήλωση/το συνέδριο θα ~σουν με ομιλίες τους ο Πρωθυπουργός και ο Πρόεδρος της Βουλής. Στην εναρκτήρια τελετή, o υφυπουργός ~σε εκ μέρους του Υπουργού.|| Η Επιτροπή με ανακοίνωσή της ~σε την υπογραφή της συμφωνίας. Η πρωτοβουλία ~στηκε θερμά/με ενθουσιασμό/με ικανοποίηση. Πβ. επιδοκιμάζω, επικροτώ. 2. (καταχρ.) χαιρετώ. [< μτγν. χαιρετίζω]
56222χαιρετίσματαχαι-ρε-τί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): μεταβίβαση αισθημάτων φιλίας και εκτίμησης, συνήθ. μέσω τρίτου, σε πρόσωπο που δεν είναι παρόν: (ως επιφών.) (Πολλά) ~ στους δικούς σου! (Δώσε) τα ~ά μου στην οικογένειά σου! Έχετε (θερμά) ~ απ' όλους μας! Πες τους/στείλε ~ και από μένα! ΣΥΝ. χαιρετισμοί. Πβ. τα δέοντα, τα σέβη μου.|| (ειρων., για κάτι που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί:) Ναι, καλά! Αν περιμένεις απάντηση, ~! [< μτγν. χαιρέτισμα]
56223χαιρετισμόςχαι-ρε-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. συγκεκριμένα λόγια ή/και τυπικές κινήσεις του σώματος, όταν ένα πρόσωπο χαιρετά κάποιο άλλο: θερμός/τυπικός/ψυχρός ~. Ανταλλαγή ~ών (βλ. χαιρετούρα). Έσφιξαν τα χέρια σε ένδειξη ~ού (βλ. χειραψία). Ανταπέδωσε τον ~ό (= αντιχαιρέτησε). Βλ. γεια, καλημέρα, καλώς ήρθες, τα σέβη μου, τι κάνεις;, χάρηκα για τη γνωριμία!. ΑΝΤ. απο~.|| (απόδοση τιμών, εκδήλωση σεβασμού σε επίσημο πρόσωπο ή ιερό σύμβολο:) Στρατιωτικός ~. ~ της σημαίας. Βλ. ασπασμός.|| Προσκοπικός ~. 2. φιλικό μήνυμα επίσημου προσώπου, το οποίο εκφωνείται συνήθ. κατά την έναρξη μιας εκδήλωσης: εναρκτήριος ~. Ομιλία-~. ~ (του) Δημάρχου/Πρύτανη. Στον σύντομο ~ό του, τόνισε ότι ... Απηύθυνε ~ό. Διαβάστηκε ο ~ του Προέδρου. Βλ. -ισμός. ΣΥΝ. προσφώνηση ● οι Χαιρετισμοί: ΕΚΚΛΗΣ. ο Ακάθιστος Ύμνος· συνεκδ. καθεμία από τις ακολουθίες που τελούνται τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής. [< μεσν. Χαιρετισμοί] , χαιρετισμοί (οι): χαιρετίσματα: Τους ~ούς μου στους δικούς σου! Δώσε/μεταβίβασε τους ~ούς μου σε όλους! Έχεις (πολλούς) ~ούς από ... Σου στέλνω τους ~ούς μου! Πβ. προσρήσεις.|| (στο τέλος επιστολής:) Με αγωνιστικούς/αδελφικούς/εγκάρδιους/συντροφικούς/φιλικούς (βλ. φιλικά) ~ούς, ... Βλ. αποφώνηση. ● ΣΥΜΠΛ.: το ύστατο χαίρε βλ. ύστατος [< μτγν. χαιρετισμός, γαλλ. salutation]
56224χαιρετιστήριος, α, ο χαι-ρε-τι-στή-ρι-ος επίθ. (λόγ.): που έχει τη μορφή χαιρετισμού: ~ος: λόγος (βλ. προσφωνώ). ~α: ομιλία. ~ο: γράμμα. (Απ)έστειλαν ~α τηλεγραφήματα.|| (ως ουσ.) Απηύθυνε ~ο (ενν. μήνυμα) προς ... Βλ. απο~, -τήριος. ΑΝΤ. αποχαιρετιστήριος
56225χαιρετούραχαι-ρε-τού-ρα ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.} (προφ.-συχνά ειρων.): ανταλλαγή χαιρετισμών με πομπώδη τρόπο: Μετά τις απαραίτητες ~ες, ... Βλ. συχαρίκια, -ούρα2.
56226χαιρετώ[χαιρετῶ] χαι-ρε-τώ ρ. (μτβ.) {χαιρετ-άς ..., -ώντας | χαιρέτ-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί} & χαιρετάω 1. απευθύνω χαιρετισμό σε κάποιον που συναντώ, καλωσορίζω ή αποχαιρετώ: Τους ~ησε βιαστικά/εγκάρδια/ευγενικά/θερμά/κάπως ψυχρά/κουνώντας το χέρι/με ένα νεύμα/με χειραψία/φιλικά/χαμογελώντας. Έφυγε χωρίς να ~ήσει. ~ήθηκε με τους φίλους του. ~ήθηκαν με αγκαλιές και φιλιά. Βλ. αντι~.|| (προφ.) ~ σας/την παρέα/τα πλήθη!|| Σε ~ (: αντίο)!|| (ως έκφραση σεβασμού, απόδοσης τιμής σε ανώτερο αξιωματικό, ανώτατο αξιωματούχο ή ιερό σύμβολο:) Έλαβε στάση προσοχής και ~ησε (τον στρατηγό). ~ησε με υπόκλιση/στρατιωτικά. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ~ησε τη σημαία. Βλ. ασπάζομαι. 2. (καταχρ.) χαιρετίζω. ● ΦΡ.: χαιρέτα μου/μας τον πλάτανο βλ. πλάτανος [< μεσν. χαιρετώ]
56227χαΐριχα-ΐ-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): προκοπή: Με τέτοιο μυαλό, δεν πρόκειται να δεις/κάνεις ποτέ σου ~ (= να προκόψεις). Μην περιμένεις ~ από δαύτον (βλ. αχαΐρευτος).|| (ειρων.) Τα είδαμε/μάθαμε τα ~ια (: την κατάντια) του. ● ΦΡ.: κάνε παιδιά να δεις καλό/χαΐρι βλ. παιδί [< τουρκ. hayır]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.